Παρασκευή 9 Μαρτίου – και επειδή έρχεται τριήμερο –και το Σαββατοκύριακο δεν υπάρχουν ειδήσεις- θα κλαίμε τρεις μέρες για την ιεροσυλία που διεπράχθη στο Σύνταγμα. Μα δεν έχουν ιερό και δεν έχουν όσιο αυτοί οι κουκουλοφόροι; Η απάντηση είναι προφανώς όχι. Δεν σέβονται τα σύμβολα του κράτους και της πατρίδας. Αν τα σέβονταν δεν θα ήταν αναρχικοί. Άσε που κι εμείς που τα σεβόμαστε στον υπερθετικό βαθμό δεν είδα να κάνουμε και πάρα πολλά πράγματα.
Η Βουλή, το Σύνταγμα, ο Άγνωστος Στρατιώτης είναι σύμβολα. Η σύληση και η κατάρριψη των ιδεολογικών συμβόλων του αντιπάλου ήταν μέσα στο παιχνίδι της σύγκρουσης ανάμεσα στο κράτος και τους αμφισβητίες του, την τάξη και την αναρχία. Έχουμε κάτι τέτοιο τις τελευταίες εβδομάδες εδώ στην Αθήνα; Νομίζω πως όχι. Νομίζω πως έχουμε μια γελοιογραφία αναρχικών και μια καρρικατούρα αστυνομίας. Η ιστορία των μεγάλων ιδεολογικών συγκρούσεων επαναλαμβάνεται ως φάρσα στη μεγάλη σκηνή της Πανεπιστημίου, της Σταδίου και της Βασιλίσσης Σοφίας.
Αυτή τη φορά ήταν ο Άγνωστος Στρατιώτης. Εξανέστημεν. Πυρπόλησαν το φυλάκιο ως σύμβολο εξουσίας; Σιγά… Το πυρπόλησαν επειδή το βρήκαν μπροστά τους. Την άλλη φορά είχαν βρει το μαγαζί ενός δυστυχισμένου – για τον οποίο δεν στενοχωρηθήκαμε και ιδιαίτερα γιατί δεν ήταν ούτε άγνωστος ούτε στρατιώτης αλλά ήταν γνωστός και ήταν έμπορος και στο μέτρο που πληρώνει φόρους για να του εγγυώνται την ασφάλεια του ίδιου και της περιουσίας του θα του χρωστούσαμε κανονικά κάποια αποζημίωση. Την άλλη φορά είχαν περάσει τα δρεπανηφόρα των Εξαρχείων από τη Στουρνάρη και δεν είχαν αφήσει κομπιούτερ για κομπιούτερ στις βιτρίνες – αλλά σε αυτά είμαστε μαθημένοι και δεν μας έκανε έκπληξη. Περάστε ένα βράδυ από τη σκοτεινή οδό Στουρνάρη, κοιτάξτε τις προθήκες, που δεν φαίνονται κλεισμένες από σιδερένια παραπετάσματα και θα νομίζετε πως κάνετε βόλτα στο Φορτ Νοξ.
Έχουν επιβάλει τις συνθήκες που αποφάσισαν. Τι συμβαίνει εδώ; Δημιουργήθηκε ο στρατός της Κομμούνας των Εξαρχείων; Ζούμε ιστορικές στιγμές και δεν πήραμε χαμπάρι; Ίσως πάλι να συμβαίνει κάτι απλούστερο, που να αφορά λιγότερο τη μέλαινα στρατιά των μολοτοφόρων και περισσότερο τις εντεταλμένες κρατικές αρχές. Ίσως η έκταση της ανικανότητας να αγγίζει τα όρια της συνενοχής.
Friday, March 9, 2007
Thursday, March 8, 2007
Ημέρα της Γυναίκας - κανενός άλλου...
Πέμπτη 8 Μαρτίου – και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν έχω μεγάλο πάθος για τις διάφορες ημέρες – την ευρωπαϊκή ημέρα κατά του τεταρταίου πυρετού, την παγκόσμια ημέρα της ινδονησιακής μαγειρικής και η διεθνή ημέρα διάσωσης του φαιόχρου παπαγάλου. Αφορμή για λίγο ταρατατζούμ. Μερικές από αυτές, όπως η ημέρα του έρωτος και η ημέρα της μητέρας ευκαιρία και για μια μικρή αύξηση του τζίρου, ή η ημέρα της γυναίκας που έχει μεταβληθεί επ’εσχάτοις σε αφορμή για ξενύχτι σε γυναικοπαρέες – που κι αυτό κακό δεν είναι δηλαδή….
Δεν νομίζω πως έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα, αλλά πάντως βοηθά να σκεφτούμε κάτι που μπορεί να είναι χρήσιμο και τον υπόλοιπο χρόνο. Βοηθάει να σκεφτούμε πώς σκεφτόμαστε. Και σκεφτόμαστε με κατηγορίες και στερεότυπα. Αυτή είναι η ταξινομική μας αρχή: καθένας μπαίνει σε μια μεγάλη κατηγορία, που πρέπει αναγκαστικά να προσδιορίζεται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, συνήθως αρνητικά. Κατηγορία τις πιο πολλές φορές σημαίνει ρετσινιά.
Γυναίκα. Σύμφωνοι. Αλλά τι μπορεί να ενώνει μια νεοϋορκέζα δικηγόρο, μια ελληνίδα νοικοκυρά, τη γεωργιανή καθαρίστριά της, μια σουηδή συνταξιούχο και μια 15χρονη στους δρόμους της Μπανγκόκ; Πόσο παραπάνω από το βασικό βιολογικό χαρακτηριστικό της φυλετικής διάκρισης; Είναι όλες τους κοινά θύματα αυτού του κόσμου που είναι κόσμος των ανδρών; Ή σε έναν κόσμο αδικίας και ανισοτήτων είναι περισσότερο η μία θύμα της άλλης – που ανήκει στην ευρύτερη, διαφορετική κατηγορία των προνομιούχων του πλανήτη;
Γυναίκα – άρα δεν μπορεί να αλλάξει λάστιχο. Άρα – στην κουζίνα. Άρα, επίσης καλώς έχουν τριπλή από τους άντρες ανεργία μετά τα 50, διπλή από τα 20 έως τα 50.
Είναι πολύ ωραίο, αρκεί να μην πέσεις ο ίδιος σε κάποια κατηγορία που δε βολεύει. Μόνο τότε καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει να βρίσκεται στη λάθος πλευρά των διαχωριστικών γραμμών στο μυαλό μας. Οι άλλοι δεν είναι μόνον γυναίκες. Είναι, φυσικά, και Τούρκοι – όλοι τους, ίδιοι χωρίς εξαίρεση. Άσε που μπορεί να είναι και Αλβανοί. Ή να είναι μουσουλμάνοι – επομένως τρομοκράτες. Ή να είναι επαρχιώτες, χωριάτες – επομένως περιφρονητέοι. Ή, αν κανείς είναι από τη Θεσσαλονίκη, μπορεί οι απέναντι να ανήκουν σε μια ακόμη πιο θλιβερή κατηγορία αποβλήτων – να είναι Αθηναίοι…
Μέχρι που έρχεται κάποια ώρα του κλονισμού. Όταν, ας πούμε, εμφανίζεται αξιοθρήνητος, αστοιχείωτος και συχνά απένταρος Εγγλέζος ή Γάλλος τουρίστας και κοιτάζει με οίκτο και λέει – Βαλκάνιος. Ή έρχεται Αμερικανός από το πουθενά και λέει «Έλληνας; Στην Τουρκία είναι αυτό;», γιατί στο θολό κόσμο του αυτά είναι πολύ κοντά για να ξεχωρίζουν.
Μόνο αυτό βρίσκω ενδιαφέρον στη σημερινή μέρα της γυναίκας. Να μας κάνει να αναζητήσουμε λιγότερες αυτόματες εντάξεις και περισσότερες κατηγορίες που τις φτιάχνουμε οι ίδιοι και επιλέγουμε να ανήκουμε.
Δεν νομίζω πως έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα, αλλά πάντως βοηθά να σκεφτούμε κάτι που μπορεί να είναι χρήσιμο και τον υπόλοιπο χρόνο. Βοηθάει να σκεφτούμε πώς σκεφτόμαστε. Και σκεφτόμαστε με κατηγορίες και στερεότυπα. Αυτή είναι η ταξινομική μας αρχή: καθένας μπαίνει σε μια μεγάλη κατηγορία, που πρέπει αναγκαστικά να προσδιορίζεται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, συνήθως αρνητικά. Κατηγορία τις πιο πολλές φορές σημαίνει ρετσινιά.
Γυναίκα. Σύμφωνοι. Αλλά τι μπορεί να ενώνει μια νεοϋορκέζα δικηγόρο, μια ελληνίδα νοικοκυρά, τη γεωργιανή καθαρίστριά της, μια σουηδή συνταξιούχο και μια 15χρονη στους δρόμους της Μπανγκόκ; Πόσο παραπάνω από το βασικό βιολογικό χαρακτηριστικό της φυλετικής διάκρισης; Είναι όλες τους κοινά θύματα αυτού του κόσμου που είναι κόσμος των ανδρών; Ή σε έναν κόσμο αδικίας και ανισοτήτων είναι περισσότερο η μία θύμα της άλλης – που ανήκει στην ευρύτερη, διαφορετική κατηγορία των προνομιούχων του πλανήτη;
Γυναίκα – άρα δεν μπορεί να αλλάξει λάστιχο. Άρα – στην κουζίνα. Άρα, επίσης καλώς έχουν τριπλή από τους άντρες ανεργία μετά τα 50, διπλή από τα 20 έως τα 50.
Είναι πολύ ωραίο, αρκεί να μην πέσεις ο ίδιος σε κάποια κατηγορία που δε βολεύει. Μόνο τότε καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει να βρίσκεται στη λάθος πλευρά των διαχωριστικών γραμμών στο μυαλό μας. Οι άλλοι δεν είναι μόνον γυναίκες. Είναι, φυσικά, και Τούρκοι – όλοι τους, ίδιοι χωρίς εξαίρεση. Άσε που μπορεί να είναι και Αλβανοί. Ή να είναι μουσουλμάνοι – επομένως τρομοκράτες. Ή να είναι επαρχιώτες, χωριάτες – επομένως περιφρονητέοι. Ή, αν κανείς είναι από τη Θεσσαλονίκη, μπορεί οι απέναντι να ανήκουν σε μια ακόμη πιο θλιβερή κατηγορία αποβλήτων – να είναι Αθηναίοι…
Μέχρι που έρχεται κάποια ώρα του κλονισμού. Όταν, ας πούμε, εμφανίζεται αξιοθρήνητος, αστοιχείωτος και συχνά απένταρος Εγγλέζος ή Γάλλος τουρίστας και κοιτάζει με οίκτο και λέει – Βαλκάνιος. Ή έρχεται Αμερικανός από το πουθενά και λέει «Έλληνας; Στην Τουρκία είναι αυτό;», γιατί στο θολό κόσμο του αυτά είναι πολύ κοντά για να ξεχωρίζουν.
Μόνο αυτό βρίσκω ενδιαφέρον στη σημερινή μέρα της γυναίκας. Να μας κάνει να αναζητήσουμε λιγότερες αυτόματες εντάξεις και περισσότερες κατηγορίες που τις φτιάχνουμε οι ίδιοι και επιλέγουμε να ανήκουμε.
Wednesday, March 7, 2007
Ψέμματα στον κάμπο φυτρώνουν
Τετάρτη 7 Μαρτίου – και οι αγρότες βγήκαν στους δρόμους Μάρτιο –και όχι Νοέμβρη, δείγμα κι αυτό της παγκόσμιας αλλαγής του κλίματος. Κατά τα άλλα, όλα ως συνήθως. Κοκκινούλης, Πατάκης, Μπούτας (αν και σε φάση που είναι τσακωμένοι), τρακτέρ στην εθνική, αιφνιδιαστικά μπλόκα στους εθνικούς δρόμους, φωτιές το βράδυ, επαναστατική έξαψη κατά τις 7μιση, πάμε για τσίπουρα μετά τα «ζωντανά» στα δελτία και η ζωή κυλά χωρίς απρόοπτα.
Κατά τα άλλα καλά. Θα εκτρέψουμε τον Αχελώο – οι εργασίες προχωρούν. Θα πάρουμε το ποτάμι από την Αιτωλοακαρνανία όπου το είχε βάλει ο καλός Θεός (απόδειξη ότι δεν είναι αλάνθαστος), και θα το πάμε στον κάμπο. Τώρα βέβαια αν αποδειχτεί ότι κάναμε λάθος εμείς τότε απλώς τα παιδιά μας την πάτησαν – αλλά δεν είναι το μόνο στο οποίο έχουν ατυχήσει χάρη στην παραγωγική μας δραστηριότητα.
Αλλά πες πως το πήγαμε στον κάμπο. Τι θα γίνει; Θα ποτίζουμε τα χωράφια. Θα ποτίζουμε, θα ποτίζουμε, μέχρι να γίνει ρύζι το μπαμπάκι. Θα ξαναγεμίσει βαμβάκια και καλαμπόκια η Θεσσαλία. Θα έχουμε ψηλά και όμορφα φυτά. Θα μοιάζουν όλα φτυστά μεταξύ τους, γιατί πιθανότατα θα είναι μεταλλαγμένα. Αλλά κι αν δεν είναι μην ανησυχείτε. Θα εξακολουθήσουμε να παστώνουμε τον κάμπο στα λιπάσματα. Έτσι θα εξασφαλίσουν και τη δουλειά τους οι εργαζόμενοι στη Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων της Θεσσαλονίκης: θα παίρνουμε τα επιδοτούμενα λιπάσματα (ακριβότερα από της αγοράς) και θα τα ρίχνουμε στις επιδοτούμενες καλλιέργειες. Με αυτό τον τρόπο θα έχουμε μεγαλύτερη παραγωγή – που θα είναι κι αυτή ακριβότερη από της αγοράς, γιατί δεν φαντάζομαι να πιστεύει κανείς πως θα έχουμε μπαμπάκι φτηνότερο από την Αίγυπτο και καλύτερης ποιότητας από της Δυτικής Αφρικής. Οι αγρότες μας, πάντως, θα πληρώνονται γιατί η ευρωπαϊκή επιδότηση πηγαίνει πια με το κεφάλι και όχι με την παραγωγή. Τι θα την κάνουν λοιπόν την παραγωγή; Θα τη μαζεύουν και θα πηγαίνουν στα μπλόκα και θα φωνάζουν αυτό που τους έταξαν: όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά.
Γιατί είναι δύσκολο, βέβαια, να πεις σε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες ψηφοφόρους ότι η Ελλάδα δεν μπορεί πια να έχει εκτατικές καλλιέργειες. Ότι μετά το 2013 δεν είναι καν βέβαιο ότι θα υπάρχει κοινή αγροτική πολιτική. Και ότι οι ωραίοι καιροί με τα πανωγραψίματα και τους κουτόφραγκους να πληρώνουν πήραν τέλος, όπως όλα τα ωραία σε αυτή τη ζωή. Και ότι λύση έτοιμη, γενικής χρήσης για όλους δεν υπάρχει, ότι όλο και περισσότερο η γεωργία θα είναι μια ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα με τους κινδύνους που συνεπάγεται οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα με ελευθερία και υποχρέωση ατομικών επιλογών. Κι αν είναι δύσκολο έτσι κι αλλιώς να τα πει κανείς αυτά, είναι αδύνατο όταν μπροστά μας φυτρώνει αυτό το περίεργο τετραετές άνθος του κακού που το λένε κάλπη.
Κατά τα άλλα καλά. Θα εκτρέψουμε τον Αχελώο – οι εργασίες προχωρούν. Θα πάρουμε το ποτάμι από την Αιτωλοακαρνανία όπου το είχε βάλει ο καλός Θεός (απόδειξη ότι δεν είναι αλάνθαστος), και θα το πάμε στον κάμπο. Τώρα βέβαια αν αποδειχτεί ότι κάναμε λάθος εμείς τότε απλώς τα παιδιά μας την πάτησαν – αλλά δεν είναι το μόνο στο οποίο έχουν ατυχήσει χάρη στην παραγωγική μας δραστηριότητα.
Αλλά πες πως το πήγαμε στον κάμπο. Τι θα γίνει; Θα ποτίζουμε τα χωράφια. Θα ποτίζουμε, θα ποτίζουμε, μέχρι να γίνει ρύζι το μπαμπάκι. Θα ξαναγεμίσει βαμβάκια και καλαμπόκια η Θεσσαλία. Θα έχουμε ψηλά και όμορφα φυτά. Θα μοιάζουν όλα φτυστά μεταξύ τους, γιατί πιθανότατα θα είναι μεταλλαγμένα. Αλλά κι αν δεν είναι μην ανησυχείτε. Θα εξακολουθήσουμε να παστώνουμε τον κάμπο στα λιπάσματα. Έτσι θα εξασφαλίσουν και τη δουλειά τους οι εργαζόμενοι στη Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων της Θεσσαλονίκης: θα παίρνουμε τα επιδοτούμενα λιπάσματα (ακριβότερα από της αγοράς) και θα τα ρίχνουμε στις επιδοτούμενες καλλιέργειες. Με αυτό τον τρόπο θα έχουμε μεγαλύτερη παραγωγή – που θα είναι κι αυτή ακριβότερη από της αγοράς, γιατί δεν φαντάζομαι να πιστεύει κανείς πως θα έχουμε μπαμπάκι φτηνότερο από την Αίγυπτο και καλύτερης ποιότητας από της Δυτικής Αφρικής. Οι αγρότες μας, πάντως, θα πληρώνονται γιατί η ευρωπαϊκή επιδότηση πηγαίνει πια με το κεφάλι και όχι με την παραγωγή. Τι θα την κάνουν λοιπόν την παραγωγή; Θα τη μαζεύουν και θα πηγαίνουν στα μπλόκα και θα φωνάζουν αυτό που τους έταξαν: όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά.
Γιατί είναι δύσκολο, βέβαια, να πεις σε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες ψηφοφόρους ότι η Ελλάδα δεν μπορεί πια να έχει εκτατικές καλλιέργειες. Ότι μετά το 2013 δεν είναι καν βέβαιο ότι θα υπάρχει κοινή αγροτική πολιτική. Και ότι οι ωραίοι καιροί με τα πανωγραψίματα και τους κουτόφραγκους να πληρώνουν πήραν τέλος, όπως όλα τα ωραία σε αυτή τη ζωή. Και ότι λύση έτοιμη, γενικής χρήσης για όλους δεν υπάρχει, ότι όλο και περισσότερο η γεωργία θα είναι μια ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα με τους κινδύνους που συνεπάγεται οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα με ελευθερία και υποχρέωση ατομικών επιλογών. Κι αν είναι δύσκολο έτσι κι αλλιώς να τα πει κανείς αυτά, είναι αδύνατο όταν μπροστά μας φυτρώνει αυτό το περίεργο τετραετές άνθος του κακού που το λένε κάλπη.
Κάπου σε ξέρω...
Τρίτη 6 Μαρτίου – και το ευρωβαρόμετρο έπιασε το σφυγμό μας. Αυτοί είμαστε και μας ζωγράφισε με τις δικές μας απαντήσεις.
Θα αναρωτιέστε ποια είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη οικολογική ευαισθησία στην Ευρώπη. Με χαρά σας ανακοινώνω ότι πρόκειται για την ωραία Ελλάδα και αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας.
Προπάντων δεν θέλω δυσπιστίες και επιφυλάξεις. Δεν θέλω να ακούσω για τη χώρα του Κουρουπητού και των Ταγαράδων. Τι πάει να πει ότι προτιμούσαμε για χρόνια και χρόνια να πληρώνουμε κάθε μέρα (ναι: κάθε μέρα) πρόστιμο πεντέξι χιλιάδες ευρώ στην Κοινότητα παρά να καταργήσουμε το σύμβολό μας, την πιο ονομαστή χωματερή στη Γηραιά Ήπειρο. Τελικώς, το υποστήκαμε. Αλλά μην ανησυχείτε. Μετά την περυσινή φωτιά στη Θεσσαλονίκη δεν συνέβη τίποτα. Προβατάκια εξακολουθούν να βόσκουν διοξίνες και να βολτάρουν μέσα στα βουνά των σκουπιδιών. Και υπάρχουν χιλιάδες, ναι χιλιάδες, ανοιχτές χωματερές από αυτές που δεν θα βρει κανείς στις οικολογικά αναίσθητες χώρες των εταίρων μας. Και, φυσικά, δεν έχουν φτιαχτεί ακόμη οι περίφημοι ΧΥΤΑ (ήμουνα νιος και γέρασα με την Κερατέα και το Γραμματικό) και φυσικά δεν δουλεύει το εργοστάσιο της ανακύκλωσης και φυσικά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί το έργο της Ψυττάλειας που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 80.
Μερικά σαφή δείγματα της οικολογικής μας ευαισθησίας μπορείτε να πάρετε κάνοντας μια βόλτα στα λιγνιτωρυχεία της Πτολεμαϊδας, στις ακτές της Σαλαμίνας, στην πηχτή και όζουσα θάλασσα του Θερμαϊκού, στα αυθαίρετα της ανατολικής Αττικής, στις μπαζωμένες και περιφραγμένες ακτές του Σαρωνικού, στα χιλιάδες καταπατημένα στρέμματα ή στα καμμένα όπου φυτρώνουν βίλες με πισίνα. Αν πετύχετε, που δεν είναι δύσκολο, μια μέρα που θα είναι κλειστή η χωματερή στα Ανω Λιόσια, δεν θα χρειαστεί καν να βγείτε από το σπίτι σας – απλώς μέχρι το μπαλκόνι από όπου θα πετάξετε στο δρόμο τη σακούλα στοχεύοντας με τρίποντο το σημείο όπου οι οικολόγοι γείτονες αστόχησαν.
Αλλά μην σας παραπλανούν αυτά. Ρώτησε η ευρωστατιστική υπηρεσία και οι Έλληνες είναι οι πλέον ανήσυχοι για το περιβάλλον στην Ευρώπη. Το 95% ανησυχεί για την αλλαγή του κλίματος και το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αρκεί να βρεθεί κάποιος άλλος να πληρώσει το λογαριασμό. Μόνο 26% θα δεχόταν να πληρώσει περισσότερο για την ενέργεια που καταναλώνει. Είναι το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό είναι: θεωρία οικολόγου και καρδία καταναλωτή. Εκτός αν είναι ακόμη πιο απλό, ένα δείγμα εθνικής αυτογνωσίας. Ανησυχούμε περισσότερο ακριβώς επειδή μας ξέρουμε…
Θα αναρωτιέστε ποια είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη οικολογική ευαισθησία στην Ευρώπη. Με χαρά σας ανακοινώνω ότι πρόκειται για την ωραία Ελλάδα και αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας.
Προπάντων δεν θέλω δυσπιστίες και επιφυλάξεις. Δεν θέλω να ακούσω για τη χώρα του Κουρουπητού και των Ταγαράδων. Τι πάει να πει ότι προτιμούσαμε για χρόνια και χρόνια να πληρώνουμε κάθε μέρα (ναι: κάθε μέρα) πρόστιμο πεντέξι χιλιάδες ευρώ στην Κοινότητα παρά να καταργήσουμε το σύμβολό μας, την πιο ονομαστή χωματερή στη Γηραιά Ήπειρο. Τελικώς, το υποστήκαμε. Αλλά μην ανησυχείτε. Μετά την περυσινή φωτιά στη Θεσσαλονίκη δεν συνέβη τίποτα. Προβατάκια εξακολουθούν να βόσκουν διοξίνες και να βολτάρουν μέσα στα βουνά των σκουπιδιών. Και υπάρχουν χιλιάδες, ναι χιλιάδες, ανοιχτές χωματερές από αυτές που δεν θα βρει κανείς στις οικολογικά αναίσθητες χώρες των εταίρων μας. Και, φυσικά, δεν έχουν φτιαχτεί ακόμη οι περίφημοι ΧΥΤΑ (ήμουνα νιος και γέρασα με την Κερατέα και το Γραμματικό) και φυσικά δεν δουλεύει το εργοστάσιο της ανακύκλωσης και φυσικά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί το έργο της Ψυττάλειας που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 80.
Μερικά σαφή δείγματα της οικολογικής μας ευαισθησίας μπορείτε να πάρετε κάνοντας μια βόλτα στα λιγνιτωρυχεία της Πτολεμαϊδας, στις ακτές της Σαλαμίνας, στην πηχτή και όζουσα θάλασσα του Θερμαϊκού, στα αυθαίρετα της ανατολικής Αττικής, στις μπαζωμένες και περιφραγμένες ακτές του Σαρωνικού, στα χιλιάδες καταπατημένα στρέμματα ή στα καμμένα όπου φυτρώνουν βίλες με πισίνα. Αν πετύχετε, που δεν είναι δύσκολο, μια μέρα που θα είναι κλειστή η χωματερή στα Ανω Λιόσια, δεν θα χρειαστεί καν να βγείτε από το σπίτι σας – απλώς μέχρι το μπαλκόνι από όπου θα πετάξετε στο δρόμο τη σακούλα στοχεύοντας με τρίποντο το σημείο όπου οι οικολόγοι γείτονες αστόχησαν.
Αλλά μην σας παραπλανούν αυτά. Ρώτησε η ευρωστατιστική υπηρεσία και οι Έλληνες είναι οι πλέον ανήσυχοι για το περιβάλλον στην Ευρώπη. Το 95% ανησυχεί για την αλλαγή του κλίματος και το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αρκεί να βρεθεί κάποιος άλλος να πληρώσει το λογαριασμό. Μόνο 26% θα δεχόταν να πληρώσει περισσότερο για την ενέργεια που καταναλώνει. Είναι το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό είναι: θεωρία οικολόγου και καρδία καταναλωτή. Εκτός αν είναι ακόμη πιο απλό, ένα δείγμα εθνικής αυτογνωσίας. Ανησυχούμε περισσότερο ακριβώς επειδή μας ξέρουμε…
Monday, March 5, 2007
Κλίνατε επ' αριστερά
Δευτέρα 5 Μαρτίου – και πέρα από τις περιφερειακές συγκρούσεις, τις καταγγελίες και τα μηνύματα, πέρα δηλαδή από την προεκλογική πτυχή της υπόθεσης, το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ έχει μια κεντρική πολιτική κατεύθυνση. Με το πρόγραμμα αυτό, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κάνει ένα βήμα προς τα Αριστερά.
Δεν είναι μια επιλογή χωρίς σημασία, ούτε χωρίς ρίσκο. Στην ουσία, η απάντηση στην επιλογή του «μεσαίου χώρου», που ήταν η βασική στόχευση Καραμανλή πριν από τις προηγούμενες εκλογές, το ΠΑΣΟΚ βάζει το «αριστερό προφίλ», το «κοινωνικό πρόσωπο».
Ουσιαστικά, ο κ. Παπανδρέου δείχνει να πιστεύει πως για να επιστρέψει στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάζεται να μετατοπιστεί, αλλά να αναβαπτιστεί. Δίνει προτεραιότητα στην ανασύνδεση των δεσμών του κόμματος με τα ιστορικά πολιτικά του ακροατήρια: τους αγρότες, τους κοινωνικά απειλούμενους με περιθωριοποίηση, τους οικονομικά ασθενέστερους, τους χαμηλοσυνταξιούχους. Με όλους αυτούς που στην αφετηρία του το ΠΑΣΟΚ είχε προσδιορίσει ως βασικές συνιστώσες της εκλογικής του βάσης και τους είχε περιγράψει με έναν ιστορικό όρο. Το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου βλέπει ξανά, νομίζω για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα στην πολιτική του ρητορική, τους «μη προνομιούχους». Λέω στην πολιτική του ρητορική γιατί αυτό είναι που έχει σημασία αυτή τη στιγμή. Αν κοιτάξει κανείς τα στοιχεία (αυτούς τους σκληρούς και ανάλγητους αριθμούς), θα δει πως στην κυβερνητική διάρκεια του ΠΑΣΟΚ η μεγαλύτερη αναδιανομή υπέρ των μη προνομιούχων έγινε όταν λεγόντουσαν λιγότερα για αυτούς – αθροιστικά, πολύ περισσότερο την οκταετία 96-2004, παρά τις δύο περιόδους Ανδρέα Παπανδρέου. Αλλά υπάρχει βέβαια η μεγάλη στιγμή της κοινωνικής ενοποίησης, η στιγμή του 1982, που έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένη στην πολιτική συνείδηση και την εκλογική συμπεριφορά όλων των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων.
Τώρα, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να ξαναμιλήσει στους παλιούς του κοινωνικούς συνομιλητές. Ο κ. Παπανδρέου εκτιμά δηλαδή ότι έχει διαμορφωθεί ένα σιωπηλό κοινωνικό ρεύμα που αναζητεί πολιτικό εκφραστή, ότι έχουν αλλάξει σε βάρος των ασθενέστερων στρωμάτων οι κοινωνικές ισορροπίες και ότι αυτό έχει μεταφραστεί σε νέα πολιτική αντίληψη ανάμεσά τους. Εκτιμά οπωσδήποτε ότι αυτοί είναι που έχουν προτεραιότητα για το κόμμα του στη συγκεκριμένη συγκυρία. Θα έλεγα, σε μια κάπως ακραία ανάγνωση, ότι προβλέπει πως διαμορφώνονται σιωπηλά συνθήκες επικείμενης κοινωνικής κρίσης.
Είναι μια θεμιτή πολιτική επιλογή, με τους κινδύνους και τις προκλήσεις της. Και ασφαλώς προδιαγράφει τα δεδομένα όχι μόνο της προεκλογικής σύγκρουσης με τη Ν.Δ., αλλά και τα όρια των κινήσεων στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Θα κριθεί στην κάλπη, αλλά όχι μόνο. Θα κριθεί εξίσου στην κάλπη των εκλογών και στην συνείδηση των δυνητικών ψηφοφόρων του κόμματός του.
Δεν είναι μια επιλογή χωρίς σημασία, ούτε χωρίς ρίσκο. Στην ουσία, η απάντηση στην επιλογή του «μεσαίου χώρου», που ήταν η βασική στόχευση Καραμανλή πριν από τις προηγούμενες εκλογές, το ΠΑΣΟΚ βάζει το «αριστερό προφίλ», το «κοινωνικό πρόσωπο».
Ουσιαστικά, ο κ. Παπανδρέου δείχνει να πιστεύει πως για να επιστρέψει στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάζεται να μετατοπιστεί, αλλά να αναβαπτιστεί. Δίνει προτεραιότητα στην ανασύνδεση των δεσμών του κόμματος με τα ιστορικά πολιτικά του ακροατήρια: τους αγρότες, τους κοινωνικά απειλούμενους με περιθωριοποίηση, τους οικονομικά ασθενέστερους, τους χαμηλοσυνταξιούχους. Με όλους αυτούς που στην αφετηρία του το ΠΑΣΟΚ είχε προσδιορίσει ως βασικές συνιστώσες της εκλογικής του βάσης και τους είχε περιγράψει με έναν ιστορικό όρο. Το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου βλέπει ξανά, νομίζω για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα στην πολιτική του ρητορική, τους «μη προνομιούχους». Λέω στην πολιτική του ρητορική γιατί αυτό είναι που έχει σημασία αυτή τη στιγμή. Αν κοιτάξει κανείς τα στοιχεία (αυτούς τους σκληρούς και ανάλγητους αριθμούς), θα δει πως στην κυβερνητική διάρκεια του ΠΑΣΟΚ η μεγαλύτερη αναδιανομή υπέρ των μη προνομιούχων έγινε όταν λεγόντουσαν λιγότερα για αυτούς – αθροιστικά, πολύ περισσότερο την οκταετία 96-2004, παρά τις δύο περιόδους Ανδρέα Παπανδρέου. Αλλά υπάρχει βέβαια η μεγάλη στιγμή της κοινωνικής ενοποίησης, η στιγμή του 1982, που έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένη στην πολιτική συνείδηση και την εκλογική συμπεριφορά όλων των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων.
Τώρα, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να ξαναμιλήσει στους παλιούς του κοινωνικούς συνομιλητές. Ο κ. Παπανδρέου εκτιμά δηλαδή ότι έχει διαμορφωθεί ένα σιωπηλό κοινωνικό ρεύμα που αναζητεί πολιτικό εκφραστή, ότι έχουν αλλάξει σε βάρος των ασθενέστερων στρωμάτων οι κοινωνικές ισορροπίες και ότι αυτό έχει μεταφραστεί σε νέα πολιτική αντίληψη ανάμεσά τους. Εκτιμά οπωσδήποτε ότι αυτοί είναι που έχουν προτεραιότητα για το κόμμα του στη συγκεκριμένη συγκυρία. Θα έλεγα, σε μια κάπως ακραία ανάγνωση, ότι προβλέπει πως διαμορφώνονται σιωπηλά συνθήκες επικείμενης κοινωνικής κρίσης.
Είναι μια θεμιτή πολιτική επιλογή, με τους κινδύνους και τις προκλήσεις της. Και ασφαλώς προδιαγράφει τα δεδομένα όχι μόνο της προεκλογικής σύγκρουσης με τη Ν.Δ., αλλά και τα όρια των κινήσεων στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Θα κριθεί στην κάλπη, αλλά όχι μόνο. Θα κριθεί εξίσου στην κάλπη των εκλογών και στην συνείδηση των δυνητικών ψηφοφόρων του κόμματός του.
Friday, March 2, 2007
Αριστερά, Δεξιά - ζαλιζόμαστε...
Παρασκευή 2 Μαρτίου – και υπάρχει μια αξιοσημείωτη παρατήρηση στο σημερινό πρωτοσέλιδο τίτλο της «Καθημερινής», που είναι «Κοινωνικό πρόσωπο αναζητούν Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ». Η παρουσίαση του προγράμματος του ΠΑΣΟΚ κινείται ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση και οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως υπάρχουν ακόμη κοινωνικά ανακλαστικά. Δεν είναι φυσικά τυχαίο ότι σε μετρήσεις που στα πλείστα άλλα μεγέθη τους είναι δυσάρεστες για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, διατηρεί και διευρύνει το προβάδισμά του στα ζητήματα κοινωνικής πολιτικής.
Θα πείτε: είναι η παράδοση της αριστεράς και οι καταβολές της και τα κοινωνικά της προπύργια. Νομίζω ότι είναι κάτι περισσότερο από αυτό και δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Οι δεκαετίες του 80 (με τα Ρηγκανόμικς και το θατσερισμό) και του 90 –μετά την κατάρρευση του «ανυπάρκτου»- σηματοδότησαν μια μαζική ιδεολογική μετακίνηση σε παγκόσμια κλίμακα προς τα δεξιά – το σχήμα είναι κάπως απλουστευτικό, αλλά βοηθάει να συνεννοούμεθα. Η Αριστερά βρέθηκε πολιτικά μετέωρη, αναγκάστηκε να αποδεχθεί τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης οικονομίας και βυθίστηκε σε μια παρατεταμένη κρίση ταυτότητας – σε βαθμό που μια σειρά ιδεολογικών κειμένων σε όλο τον κόσμο να θέτουν το ερώτημα εάν έχει πια νόημα ο παραδοσιακός διαχωρισμός αριστεράς/δεξιάς.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στη συγκυρία της παγκοσμιοποίησης, με τις προκλήσεις, τις ευκαιρίες, τις παρενέργειες και τα δεινά της. Τώρα, έχει αρχίσει να διαμορφώνεται μια αντίστροφη τάση. Όπως η αριστερά μπολιάστηκε αναγκαστικά με τις ιδέες του οικονομικού φιλελευθερισμού και τις ενέταξε στη λογική της, όπου θέλησε να επιστρέψει στην εξουσία – με πιο χαρακτηριστικό βέβαια παράδειγμα τους Νέους Εργατικούς του Μπλαιρ-, έτσι τώρα η Δεξιά, τα συντηρητικά κόμματα αισθάνονται την υποχρέωση, δηλαδή την εκλογική πίεση (γιατί τα κόμματα ως οργανισμοί δεν έχουν άλλη ευαισθησία) για ενσωμάτωση των κοινωνικών ανησυχιών που για πολλές δεκαετίες ήταν προνόμιο της αριστεράς.
Η κίνηση αυτή οδηγεί σε μια νέα προσέγγιση προς την περίφημη διαχωριστική γραμμή, με αντίστροφη τάση αυτή τη φορά. Αν θέλει κανείς εδώ ένα παράδειγμα, δεν έχει παρά να αναζητήσει την πρόσφατη ομιλία του Σουηδού πρώην πρωθυπουργού Γκόραν Πέρσον στην Αθήνα. Ο κ. Πέρσον και οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν τις εκλογές, αλλά είναι φανερό πως οι συντηρητικοί διάδοχοί τους κάθε άλλο παρά αμφισβητούν τις κοινωνικές προτεραιότητες του σκανδιναβικού μοντέλου και διεκδίκησαν και πήραν τη νίκη με όχημα τη διαχειριστική τους ικανότητα.
Κάπως έτσι, σε προγραμματικό επίπεδο, νομίζω ότι θα κινηθούν τα πράγματα και στην Ελλάδα. Το πρόγραμμα που παρουσίασε το ΠΑΣΟΚ ασφαλώς θα αυξήσει την πίεση προς την κυβέρνηση σε μια τέτοια κατεύθυνση. Και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι αυτό θα συμβεί πριν από μια εκλογική αναμέτρηση που θα αναδείξει εκείνον ο οποίος θα κληθεί να διαχειριστεί τις πιο ευαίσθητες και καυτές κοινωνικές εκκρεμότητες: το ασφαλιστικό, τις εργασιακές σχέσεις και συνολικά το νέο μοντέλο της ανάπτυξης.
Θα πείτε: είναι η παράδοση της αριστεράς και οι καταβολές της και τα κοινωνικά της προπύργια. Νομίζω ότι είναι κάτι περισσότερο από αυτό και δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Οι δεκαετίες του 80 (με τα Ρηγκανόμικς και το θατσερισμό) και του 90 –μετά την κατάρρευση του «ανυπάρκτου»- σηματοδότησαν μια μαζική ιδεολογική μετακίνηση σε παγκόσμια κλίμακα προς τα δεξιά – το σχήμα είναι κάπως απλουστευτικό, αλλά βοηθάει να συνεννοούμεθα. Η Αριστερά βρέθηκε πολιτικά μετέωρη, αναγκάστηκε να αποδεχθεί τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης οικονομίας και βυθίστηκε σε μια παρατεταμένη κρίση ταυτότητας – σε βαθμό που μια σειρά ιδεολογικών κειμένων σε όλο τον κόσμο να θέτουν το ερώτημα εάν έχει πια νόημα ο παραδοσιακός διαχωρισμός αριστεράς/δεξιάς.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στη συγκυρία της παγκοσμιοποίησης, με τις προκλήσεις, τις ευκαιρίες, τις παρενέργειες και τα δεινά της. Τώρα, έχει αρχίσει να διαμορφώνεται μια αντίστροφη τάση. Όπως η αριστερά μπολιάστηκε αναγκαστικά με τις ιδέες του οικονομικού φιλελευθερισμού και τις ενέταξε στη λογική της, όπου θέλησε να επιστρέψει στην εξουσία – με πιο χαρακτηριστικό βέβαια παράδειγμα τους Νέους Εργατικούς του Μπλαιρ-, έτσι τώρα η Δεξιά, τα συντηρητικά κόμματα αισθάνονται την υποχρέωση, δηλαδή την εκλογική πίεση (γιατί τα κόμματα ως οργανισμοί δεν έχουν άλλη ευαισθησία) για ενσωμάτωση των κοινωνικών ανησυχιών που για πολλές δεκαετίες ήταν προνόμιο της αριστεράς.
Η κίνηση αυτή οδηγεί σε μια νέα προσέγγιση προς την περίφημη διαχωριστική γραμμή, με αντίστροφη τάση αυτή τη φορά. Αν θέλει κανείς εδώ ένα παράδειγμα, δεν έχει παρά να αναζητήσει την πρόσφατη ομιλία του Σουηδού πρώην πρωθυπουργού Γκόραν Πέρσον στην Αθήνα. Ο κ. Πέρσον και οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν τις εκλογές, αλλά είναι φανερό πως οι συντηρητικοί διάδοχοί τους κάθε άλλο παρά αμφισβητούν τις κοινωνικές προτεραιότητες του σκανδιναβικού μοντέλου και διεκδίκησαν και πήραν τη νίκη με όχημα τη διαχειριστική τους ικανότητα.
Κάπως έτσι, σε προγραμματικό επίπεδο, νομίζω ότι θα κινηθούν τα πράγματα και στην Ελλάδα. Το πρόγραμμα που παρουσίασε το ΠΑΣΟΚ ασφαλώς θα αυξήσει την πίεση προς την κυβέρνηση σε μια τέτοια κατεύθυνση. Και έχει ιδιαίτερη σημασία ότι αυτό θα συμβεί πριν από μια εκλογική αναμέτρηση που θα αναδείξει εκείνον ο οποίος θα κληθεί να διαχειριστεί τις πιο ευαίσθητες και καυτές κοινωνικές εκκρεμότητες: το ασφαλιστικό, τις εργασιακές σχέσεις και συνολικά το νέο μοντέλο της ανάπτυξης.
Thursday, March 1, 2007
Μια φορά κι έναν καιρό...
Πέμπτη 1η Μαρτίου – και προπάντων η πολιτική ορθότης. Δεν κρύβω ότι συγκινήθηκα ακούγοντας χτες το βράδυ τα ειδησεογραφικά δελτία στην τηλεόραση.
Συγκινήθηκα για την ευαισθησία που έχουμε αποκτήσει όλοι απέναντι στο απαράδεκτο φαινόμενο της καρπαζιάς που αποτελεί απόλυτο και αναντίρρητο δείγμα διάλυσης των Πανεπιστημίων, της Παιδείας ου μην αλλά και του έθνους και του κράτους και του λαού μας. Ακούς εκεί ξύλο στη Νομική. Πού ακούστηκε;
Επί τρία τέταρτα της ώρας αφιερώθηκε το 90% της ενημέρωσης, δηλαδή της εικόνας που σχηματίζει η κοινωνία για το τι πραγματικά συμβαίνει –αν, ας πούμε, τύχει να ζει κάποιος πέρα από το τρίγωνο Σύνταγμα-Ομόνοια-Κολωνάκι…
… κατακλύστηκε δηλαδή η επικαιρότητα από δυο-τρεις τύπους που τσακωνόντουσαν μπροστά στην κάμερα για τη συνέλευση. Έ, ρε μεγαλεία. Αυτή είναι η αξία της τηλεόρασης. Παλιότερα δεν τους έδιναν σημασία ούτε εκείνοι που έπιναν καφέ στο κυλικείο της Νομικής.
Άκου ξύλο στη Νομική… Ανήκουστον, πρωτοφανές – εξανέστησαν οι λειτουργοί της ενημέρωσης. Το ωραίο είναι πως επειδή οι περισσότεροι είναι 50κάτι, κινδυνεύουν να εκληφθεί η έκπληξή τους ως πρόωρο σύμπτωμα αλτσχάιμερ. Εκείνοι, ας πούμε, ποτέ δεν είδαν τέτοιες ασχημίες στον ιερό χώρο όπου φοιτούσαν. Το 82, για παράδειγμα, στο Χημείο δεν ήταν ταμπουρωμένοι κάτι αναρχικοί; Όταν εμφανίστηκαν στοιχημένα τα μέλη αντιπάλου παρατάξεως, τους είπαν «θα είχατε την ευγενή καλοσύνη να αποχωρήσετε;». «Ουδαμώς», απάντησαν εκείνοι. Ακολούθησε ανταλλαγή επιχειρημάτων και ερυθρών αντικειμένων που έμοιαζαν περισσότερο με πυροσβεστήρες παρά με επιχειρήματα. Το 78-79, στα φοιτητικά συνέδρια ποτέ δεν σημειώνονταν βιαιοπραγίες και ο συμμετέχοντες φρόντιζαν να κρατούν λευκά τα χειρόκτιά τους. Ακόμη και στα στερνά, μετά το 85, ποτέ στη Νομική δεν έφταναν τελάρα γιαούρτης και καρτέλες αυγών για να συνεισφέρουν στην ανταλλαγή των ιδεών.
Μετά έχει άδικο ο Λαζόπουλος που λέει ότι την περασμένη εβδομάδα, επειδή δεν είχε πιασάρικη εικόνα από επεισόδια, 30.000 φοιτητές στο δρόμο που φώναζαν για αιτήματα (λάθος, κατά τη γνώμη μου, αλλά αιτήματα) δεν ήταν είδηση.
Συγγνώμη, αλλά τόση κουβέντα για πέντε φάπες στη Νομική δεν το λένε ευαισθησία. Γεράματα το λένε – και για την ανάγκη της εικόνας μας γέρασαν προώρως. Το καταλάβαμε;
Συγκινήθηκα για την ευαισθησία που έχουμε αποκτήσει όλοι απέναντι στο απαράδεκτο φαινόμενο της καρπαζιάς που αποτελεί απόλυτο και αναντίρρητο δείγμα διάλυσης των Πανεπιστημίων, της Παιδείας ου μην αλλά και του έθνους και του κράτους και του λαού μας. Ακούς εκεί ξύλο στη Νομική. Πού ακούστηκε;
Επί τρία τέταρτα της ώρας αφιερώθηκε το 90% της ενημέρωσης, δηλαδή της εικόνας που σχηματίζει η κοινωνία για το τι πραγματικά συμβαίνει –αν, ας πούμε, τύχει να ζει κάποιος πέρα από το τρίγωνο Σύνταγμα-Ομόνοια-Κολωνάκι…
… κατακλύστηκε δηλαδή η επικαιρότητα από δυο-τρεις τύπους που τσακωνόντουσαν μπροστά στην κάμερα για τη συνέλευση. Έ, ρε μεγαλεία. Αυτή είναι η αξία της τηλεόρασης. Παλιότερα δεν τους έδιναν σημασία ούτε εκείνοι που έπιναν καφέ στο κυλικείο της Νομικής.
Άκου ξύλο στη Νομική… Ανήκουστον, πρωτοφανές – εξανέστησαν οι λειτουργοί της ενημέρωσης. Το ωραίο είναι πως επειδή οι περισσότεροι είναι 50κάτι, κινδυνεύουν να εκληφθεί η έκπληξή τους ως πρόωρο σύμπτωμα αλτσχάιμερ. Εκείνοι, ας πούμε, ποτέ δεν είδαν τέτοιες ασχημίες στον ιερό χώρο όπου φοιτούσαν. Το 82, για παράδειγμα, στο Χημείο δεν ήταν ταμπουρωμένοι κάτι αναρχικοί; Όταν εμφανίστηκαν στοιχημένα τα μέλη αντιπάλου παρατάξεως, τους είπαν «θα είχατε την ευγενή καλοσύνη να αποχωρήσετε;». «Ουδαμώς», απάντησαν εκείνοι. Ακολούθησε ανταλλαγή επιχειρημάτων και ερυθρών αντικειμένων που έμοιαζαν περισσότερο με πυροσβεστήρες παρά με επιχειρήματα. Το 78-79, στα φοιτητικά συνέδρια ποτέ δεν σημειώνονταν βιαιοπραγίες και ο συμμετέχοντες φρόντιζαν να κρατούν λευκά τα χειρόκτιά τους. Ακόμη και στα στερνά, μετά το 85, ποτέ στη Νομική δεν έφταναν τελάρα γιαούρτης και καρτέλες αυγών για να συνεισφέρουν στην ανταλλαγή των ιδεών.
Μετά έχει άδικο ο Λαζόπουλος που λέει ότι την περασμένη εβδομάδα, επειδή δεν είχε πιασάρικη εικόνα από επεισόδια, 30.000 φοιτητές στο δρόμο που φώναζαν για αιτήματα (λάθος, κατά τη γνώμη μου, αλλά αιτήματα) δεν ήταν είδηση.
Συγγνώμη, αλλά τόση κουβέντα για πέντε φάπες στη Νομική δεν το λένε ευαισθησία. Γεράματα το λένε – και για την ανάγκη της εικόνας μας γέρασαν προώρως. Το καταλάβαμε;
Subscribe to:
Posts (Atom)