Παρασκευή 27 Ιουλίου – και σήμερα οι περισσότεροι θα φύγουμε για διακοπές. Μην ρωτήσω αν θα πάμε βουνό ή θάλασσα γιατί με τις εικόνες των ημερών δεν περισσεύει ούτε διάθεση για αστεία. Θα επιστρέψουμε σε ένα μήνα. Θα έχουμε άφθονο καιρό για ανάπαυση και για λίγες σκέψεις παρά θιν΄αλός. Θα επιστρέψουμε στα τέλη Αυγούστου. Θα επιστρέψουμε όμως ίδιοι;
Τι θα κάνουμε από Σεπτέμβρη, που –καθώς λένε- «η ζωή θα έχει επανέλθει στους κανονικούς της ρυθμούς»; Μετά από αυτό το εφιαλτικό καλοκαίρι με τους δύο έως τώρα παρατεταμένους καύσωνες, τις εβδομάδες των 45 βαθμών, θα επιτρέψουμε, ας πούμε, να χτιστούν κι άλλα γυάλινα κτίρια στην Κηφισίας; Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί μια ιδιωτική εταιρεία από αυτές που αποκαλούνται «αστικής ανάπτυξης» -real estate, για να καταλαβαινόμαστε- θα της δοθεί άδεια από την πολεοδομία να χτίσει ένα ακόμη κτηνώδες συγκρότημα, που θα ζεσταίνεται με πετρέλαιο, θα ψύχεται με κλιματιστικό, θα ποτίζεται με γεώτρηση για το γκαζόν και την πισίνα και θα ζεσταίνει το νερό του με θερμοσίφωνες; Την επόμενη φορά που ένας κρατικός φορέας θα προκηρύξει διαγωνισμό για τη μεταστέγασή του, θα βάλει ας πούμε ως παράμετρο τη χρήση της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής στο νέο κτίριο; Ή, έστω, θα προθυμοποιηθεί να πληρώσει ακριβότερο ενοίκιο σε ένα βιοκλιματικό κτίριο, για να έχει κι ένα νόημα για τους μελλοντικούς οικοπεδούχους-κατασκευαστές –developers, για να καταλαβαινόμαστε- η επένδυση σε λιγότερο ενεργοβόρα αρχιτεκτονήματα;
Και ο μαυρισμένος σοκολατί υπουργός, αφού βγάλει τη μπαντάνα και ξαναφορέσει τη γραβάτα, τι θα κάνει; Όταν θα χρειαστεί να αγοράσει το κράτος μερικά αυτοκίνητα για την ανανέωση αυτού του θλιβερής αισθητικής στόλου από μαύρες μακριές λιμουζίνες, θα υπογράψει βεζνινοφάγα γκλαμουριά; Θα συνεχίσει πραγματικά το κράτος να αγοράζει για όλους, από τον πρωθυπουργό μέχρι το γίγαντα πρόεδρο (λέω τυχαία, δηλαδή…) του Δ.Σ. του Οργανισμού Εγγείων Βελτιώσεων λίμος; Δεν θα φιλοτιμηθεί κανείς να πει ότι μετά από όσα συνέβησαν φέτος το καλοκαίρι, η φύση μπορεί κάποτε να ξαναγίνει η ίδια, αλλά εμείς δεν θα είμαστε ποτέ οι ίδιοι – και να πει, όχι, δεν θα υπογράψει κανείς να αγοραστεί κρατικό (ή ελπίζω και δημοτικό) αυτοκίνητο που να μην είναι υβριδικό;
Και στο τέλος, όταν θα προκηρυχτούν οι εκλογές και θα αρχίζουν τα ωραία, θα απαιτήσει το φιλοθεάμον κοινό όλοι όσοι σήμερα κόπτονται υπέρ της ανάγκης εθνικής συνεννόησης να συμφωνήσουν σε ένα κοινό ελάχιστο πρόγραμμα περιβαλλοντικής πολιτικής;
Με τέτοια ανόητα ερωτήματα να σιγοκαίνε, ραντεβού το Σεπτέμβρη.
Friday, July 27, 2007
Thursday, July 26, 2007
The party is over
Πέμπτη 26 Ιουλίου – και μερικές φορές απλώς δεν θέλεις να μιλήσεις. Αλλά δεν γίνεται. Ούτε πρέπει. Πρέπει πάλι να μιλήσεις – την ώρα που η σιωπή μοιάζει καλύτερη.
Για τις πυρκαγιές δεν έχουμε να πούμε βέβαια αυτή τη στιγμή απολύτως τίποτα – θα σβήσουν και τότε θα κάνουμε ατομικούς και συλλογικούς απολογισμούς. Αλλά υπάρχει κάτι που αυτό το καλοκαίρι μας το έχει ήδη δείξει με τον πιο τραγικό τρόπο – και φοβάμαι ότι θα μας το αποδεικνύει κάθε μέρα και κάθε τρομερή νύχτα, όπως η χτεσινή, μέχρι να τελειώσει. Το βέβαιο είναι πως δεν μπορούμε πια να συνεχίσουμε να ζούμε όπως ζούσαμε. Τέλος. Φινίτο. Αν τολμήσουμε να συνεχίσουμε, ζήτω που καήκαμε. Κυριολεκτικά…
Μετά τον πόλεμο, σε όλο τον κόσμο, επικράτησε μια περίοδος μεγάλης ευφορίας – σαν να είχε πάρει η υφήλιος LSD. Το παγκόσμιο ψυχοτρόπο ήταν η κατανάλωση. Όλοι ήταν τότε αισιόδοξοι. Είχε γίνει ένα μεγάλο τεχνολογικό άλμα. Είχαν όλοι πυρηνικά όπλα έτοιμα να αφήσουν στον πλανήτη μόνο κατσαρίδες. Οπότε η ειρήνη ήταν εγγυημένη. Κάνε έρωτα, όχι πόλεμο ήταν το σύνθημα της εποχής. Έκαναν και ήρθε η μεγάλη πληθυσμιακή έκρηξη, το baby boom. Αυτή η γενιά είχε ένα θεό – την κατανάλωση.
Το ρήμα «έχω» έγινε συρμός, κριτήριο και σύμβολο επιβίωσης, επιτυχίας, κοινωνικής ανόδου, προσωπικός στόχος. Περισσότερα αυτοκίνητα, περισσότερο πετρέλαιο, περισσότερα λιπάσματα, περισσότερη παραγωγή, περισσότερα αγαθά, περισσότερη ανάπτυξη. Μέσα σε 50 χρόνια οι άνθρωποι που βρίσκονταν πάνω στη Γη κατανάλωσαν περισσότερους φυσικούς πόρους από ό,τι όλοι οι προηγούμενοι του είδους τους που γεννήθηκαν και πέθαναν από τότε που κατοικήθηκε ο γαλάζιος πλανήτης. Και για να μην γίνει και κανένα λάθος, φρόντισαν με την εξουσία τους στο απόγειο να κατοχυρώσουν και παχιές συντάξεις, για να απολαμβάνουν τη συσσώρευση των αγαθών τους μέχρι βαθέος γήρατος. Οι γενιές της κατανάλωσης αφήνουν πίσω τους μια ασύλληπτη εικόνα: ένα παρόν θνήσκουσας ευημερίας και ένα μέλλον ζοφερό, ένα μέλλον οικονομικής και περιβαλλοντικής ερημοποίησης.
Θα πείτε, τι θέλεις δηλαδή, τι να κάνει η Ελλάδα – που κάτι απόλαυσε, κι αυτό μάλλον αργά, από τον πλούτο των εθνών; Δεν λέω πως μπορεί να έχει κάποιο αποφασιστικό ρόλο. Δεν λέω ούτε πως εδώ στη μικρή χώρα που καίγεται μπορεί κανένας μόνος του να κάνει τη διαφορά. Λέω όμως ότι ήρθε η ώρα να αλλάξουμε, όχι αύριο, όχι αργότερα, όχι από Σεπτέμβρη, αλλά ΤΩΡΑ τις συλλογικές και μαζί τις ατομικές μας συμπεριφορές. Όχι βέβαια απότομα – δεν είναι ούτε συνετό, ούτε εφικτό. Αλλά να το αποφασίσουμε τώρα, να το κάνουμε γρήγορα, και να το επιβάλουμε όλοι στον εαυτό μας, χωρίς ανοχή για όσους θέλουν να συνεχίσουν το ταξίδι στην αμεριμνησία.
Απλώς δεν γίνεται άλλο να βάζουμε την προσωρινή ευημερία πάνω από τη βιωσιμότητά της. Το πάρτυ τελειώνει και ζούμε ήδη ένα οδυνηρό χανγκόβερ.
Για τις πυρκαγιές δεν έχουμε να πούμε βέβαια αυτή τη στιγμή απολύτως τίποτα – θα σβήσουν και τότε θα κάνουμε ατομικούς και συλλογικούς απολογισμούς. Αλλά υπάρχει κάτι που αυτό το καλοκαίρι μας το έχει ήδη δείξει με τον πιο τραγικό τρόπο – και φοβάμαι ότι θα μας το αποδεικνύει κάθε μέρα και κάθε τρομερή νύχτα, όπως η χτεσινή, μέχρι να τελειώσει. Το βέβαιο είναι πως δεν μπορούμε πια να συνεχίσουμε να ζούμε όπως ζούσαμε. Τέλος. Φινίτο. Αν τολμήσουμε να συνεχίσουμε, ζήτω που καήκαμε. Κυριολεκτικά…
Μετά τον πόλεμο, σε όλο τον κόσμο, επικράτησε μια περίοδος μεγάλης ευφορίας – σαν να είχε πάρει η υφήλιος LSD. Το παγκόσμιο ψυχοτρόπο ήταν η κατανάλωση. Όλοι ήταν τότε αισιόδοξοι. Είχε γίνει ένα μεγάλο τεχνολογικό άλμα. Είχαν όλοι πυρηνικά όπλα έτοιμα να αφήσουν στον πλανήτη μόνο κατσαρίδες. Οπότε η ειρήνη ήταν εγγυημένη. Κάνε έρωτα, όχι πόλεμο ήταν το σύνθημα της εποχής. Έκαναν και ήρθε η μεγάλη πληθυσμιακή έκρηξη, το baby boom. Αυτή η γενιά είχε ένα θεό – την κατανάλωση.
Το ρήμα «έχω» έγινε συρμός, κριτήριο και σύμβολο επιβίωσης, επιτυχίας, κοινωνικής ανόδου, προσωπικός στόχος. Περισσότερα αυτοκίνητα, περισσότερο πετρέλαιο, περισσότερα λιπάσματα, περισσότερη παραγωγή, περισσότερα αγαθά, περισσότερη ανάπτυξη. Μέσα σε 50 χρόνια οι άνθρωποι που βρίσκονταν πάνω στη Γη κατανάλωσαν περισσότερους φυσικούς πόρους από ό,τι όλοι οι προηγούμενοι του είδους τους που γεννήθηκαν και πέθαναν από τότε που κατοικήθηκε ο γαλάζιος πλανήτης. Και για να μην γίνει και κανένα λάθος, φρόντισαν με την εξουσία τους στο απόγειο να κατοχυρώσουν και παχιές συντάξεις, για να απολαμβάνουν τη συσσώρευση των αγαθών τους μέχρι βαθέος γήρατος. Οι γενιές της κατανάλωσης αφήνουν πίσω τους μια ασύλληπτη εικόνα: ένα παρόν θνήσκουσας ευημερίας και ένα μέλλον ζοφερό, ένα μέλλον οικονομικής και περιβαλλοντικής ερημοποίησης.
Θα πείτε, τι θέλεις δηλαδή, τι να κάνει η Ελλάδα – που κάτι απόλαυσε, κι αυτό μάλλον αργά, από τον πλούτο των εθνών; Δεν λέω πως μπορεί να έχει κάποιο αποφασιστικό ρόλο. Δεν λέω ούτε πως εδώ στη μικρή χώρα που καίγεται μπορεί κανένας μόνος του να κάνει τη διαφορά. Λέω όμως ότι ήρθε η ώρα να αλλάξουμε, όχι αύριο, όχι αργότερα, όχι από Σεπτέμβρη, αλλά ΤΩΡΑ τις συλλογικές και μαζί τις ατομικές μας συμπεριφορές. Όχι βέβαια απότομα – δεν είναι ούτε συνετό, ούτε εφικτό. Αλλά να το αποφασίσουμε τώρα, να το κάνουμε γρήγορα, και να το επιβάλουμε όλοι στον εαυτό μας, χωρίς ανοχή για όσους θέλουν να συνεχίσουν το ταξίδι στην αμεριμνησία.
Απλώς δεν γίνεται άλλο να βάζουμε την προσωρινή ευημερία πάνω από τη βιωσιμότητά της. Το πάρτυ τελειώνει και ζούμε ήδη ένα οδυνηρό χανγκόβερ.
Wednesday, July 25, 2007
Αναμνήσεις από το μέλλον
Τετάρτη 25 Ιουλίου – και υπήρχε παλιά ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας που είχε κάνει πάταγο. Θυμάμαι αμυδρά τον τίτλο του μόνο: «Αναμνήσεις από το Μέλλον». Αυτό ακριβώς ζούμε ετούτες τις μέρες του αφόρητου καύσωνα.
Έχουμε, νομίζω, μια εντελώς λάθος εικόνα για αυτό που μας συμβαίνει. Φέτος, λένε όλοι, λέμε όλοι, επικρατούν «ακραία καιρικά φαινόμενα». Δεν είναι καθόλου έτσι. Βεβαίως είναι ακραία τα καιρικά φαινόμενα εάν τα συγκρίνει κανείς με την παρελθούσα εμπειρία μας. Αλλά τι χρησιμότητα έχει στην πράξη μια τέτοια σύγκριση, πέρα από το να προσδιορίσουμε πότε επήλθε η μεγάλη αλλαγή; Καμμία.
Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Και είναι πολύ χειρότερη. Η πραγματικότητα είναι ότι ΔΕΝ ζούμε ακραία καιρικά φαινόμενα. Ζούμε τη συνήθη κατάσταση. Όχι του παρελθόντος, αλλά του παρόντος και του μέλλοντος. Και θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε, για την ακρίβεια, να αναζητήσουμε τρόπους να επιβιώσουμε μέσα στα νέα δεδομένα του φυσικού μας περιβάλλοντος. Για να τα καταφέρουμε χρειάζεται να μην ξεχάσουμε ούτε για λίγο τίνος είναι η ευθύνη για τη μεγάλη αλλαγή στο κλίμα.
Μια εβδομάδα καύσωνα με 45 βαθμούς τον Ιούνιο στην Αθήνα δεν έχει ξαναγίνει. Δέκα μέρες ιουλιανά καύματα με πάνω από 40 βαθμούς δεν έχει ξαναγίνει. Ναι αλλά θα ξαναγίνει. Πολλές φορές τα επόμενα χρόνια. Είχαμε την καλύτερη πυροσβεστική – ναι αλλά για τα μέτρα του παρελθόντος. Αυτά απλώς δεν έχουν σχέση με τις ανάγκες και τις συνθήκες.
Και μέσα σε αυτά πρέπει να σκεφθούμε πόσο βιώσιμη είναι αντίδρασή μας όταν επιμένουμε σε ανακλαστικά παλαιάς κοπής. Προφανώς δεν μπορεί κανείς να ζητήσει να σταματήσει η εγκατάσταση κλιματιστικών. Θα συνεχιστεί – οι εκκλήσεις δεν έχουν νόημα, κανείς δεν πρόκειται να τα κλείσει 11 με 3, όταν έξω η Αθήνα είναι Σαχάρα.
Αλλά τι θα κάνουμε; Θα φτιάξουμε κι άλλα εργοστάσια, κι άλλα μεγαβάτ από πετρέλαιο και λιγνίτη, ή έστω φυσικό αέριο; Είναι τόσο τρομερό να απαιτήσει κανείς από τους πολίτες λίγη συναίσθηση, λίγη συμβολή, λίγη αυτοσυγκράτηση; Πρέπει να δουλεύουν δέκα κλιματιστικά, καίγοντας ρεύμα, επιβαρύνοντας το περιβάλλον, ώστε τα επόμενα χρόνια να χρειάζονται είκοσι κλιματιστικά και πάει λέγοντας μέχρι που δεν θα πηγαίνει άλλο για κανέναν; Είναι τρομερό να απαιτήσεις ένα στοιχειώδη περιορισμό της ενεργοβόρας συμπεριφοράς για πέντε ωρίτσες την ημέρα; Είναι ασύλληπτο ότι ο πολίτης, που θέλει να λέγεται τέτοιος, και έχει απαιτήσεις από το κράτος και την πολιτεία και τους γύρω, να μην επιδεικνύει οικολογικό συβαριτισμό;
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η διοίκηση, ξέρουμε άλλωστε την ποιότητά της, δεν έχει κάνει αρκετά και θα χρειαστούν πολύ περισσότερα. Αλλά είναι πολύ επίκαιρη η παλιά φράση του προέδρου της χώρας που πρωταγωνίστησε στην καταστροφή του πλανήτη: μην ρωτάς μόνο τι μπορεί να κάνει το κράτος για το περιβάλλον. Ρώτα τι μπορείς να κάνεις εσύ... Έχουμε μπροστά μας πολλές-πολλές καυτές μέρες σαν τη σημερινή.
Έχουμε, νομίζω, μια εντελώς λάθος εικόνα για αυτό που μας συμβαίνει. Φέτος, λένε όλοι, λέμε όλοι, επικρατούν «ακραία καιρικά φαινόμενα». Δεν είναι καθόλου έτσι. Βεβαίως είναι ακραία τα καιρικά φαινόμενα εάν τα συγκρίνει κανείς με την παρελθούσα εμπειρία μας. Αλλά τι χρησιμότητα έχει στην πράξη μια τέτοια σύγκριση, πέρα από το να προσδιορίσουμε πότε επήλθε η μεγάλη αλλαγή; Καμμία.
Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Και είναι πολύ χειρότερη. Η πραγματικότητα είναι ότι ΔΕΝ ζούμε ακραία καιρικά φαινόμενα. Ζούμε τη συνήθη κατάσταση. Όχι του παρελθόντος, αλλά του παρόντος και του μέλλοντος. Και θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε, για την ακρίβεια, να αναζητήσουμε τρόπους να επιβιώσουμε μέσα στα νέα δεδομένα του φυσικού μας περιβάλλοντος. Για να τα καταφέρουμε χρειάζεται να μην ξεχάσουμε ούτε για λίγο τίνος είναι η ευθύνη για τη μεγάλη αλλαγή στο κλίμα.
Μια εβδομάδα καύσωνα με 45 βαθμούς τον Ιούνιο στην Αθήνα δεν έχει ξαναγίνει. Δέκα μέρες ιουλιανά καύματα με πάνω από 40 βαθμούς δεν έχει ξαναγίνει. Ναι αλλά θα ξαναγίνει. Πολλές φορές τα επόμενα χρόνια. Είχαμε την καλύτερη πυροσβεστική – ναι αλλά για τα μέτρα του παρελθόντος. Αυτά απλώς δεν έχουν σχέση με τις ανάγκες και τις συνθήκες.
Και μέσα σε αυτά πρέπει να σκεφθούμε πόσο βιώσιμη είναι αντίδρασή μας όταν επιμένουμε σε ανακλαστικά παλαιάς κοπής. Προφανώς δεν μπορεί κανείς να ζητήσει να σταματήσει η εγκατάσταση κλιματιστικών. Θα συνεχιστεί – οι εκκλήσεις δεν έχουν νόημα, κανείς δεν πρόκειται να τα κλείσει 11 με 3, όταν έξω η Αθήνα είναι Σαχάρα.
Αλλά τι θα κάνουμε; Θα φτιάξουμε κι άλλα εργοστάσια, κι άλλα μεγαβάτ από πετρέλαιο και λιγνίτη, ή έστω φυσικό αέριο; Είναι τόσο τρομερό να απαιτήσει κανείς από τους πολίτες λίγη συναίσθηση, λίγη συμβολή, λίγη αυτοσυγκράτηση; Πρέπει να δουλεύουν δέκα κλιματιστικά, καίγοντας ρεύμα, επιβαρύνοντας το περιβάλλον, ώστε τα επόμενα χρόνια να χρειάζονται είκοσι κλιματιστικά και πάει λέγοντας μέχρι που δεν θα πηγαίνει άλλο για κανέναν; Είναι τρομερό να απαιτήσεις ένα στοιχειώδη περιορισμό της ενεργοβόρας συμπεριφοράς για πέντε ωρίτσες την ημέρα; Είναι ασύλληπτο ότι ο πολίτης, που θέλει να λέγεται τέτοιος, και έχει απαιτήσεις από το κράτος και την πολιτεία και τους γύρω, να μην επιδεικνύει οικολογικό συβαριτισμό;
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η διοίκηση, ξέρουμε άλλωστε την ποιότητά της, δεν έχει κάνει αρκετά και θα χρειαστούν πολύ περισσότερα. Αλλά είναι πολύ επίκαιρη η παλιά φράση του προέδρου της χώρας που πρωταγωνίστησε στην καταστροφή του πλανήτη: μην ρωτάς μόνο τι μπορεί να κάνει το κράτος για το περιβάλλον. Ρώτα τι μπορείς να κάνεις εσύ... Έχουμε μπροστά μας πολλές-πολλές καυτές μέρες σαν τη σημερινή.
Tuesday, July 24, 2007
Vol de nuit
Τρίτη 24 Ιουλίου – και ας δούμε τα πράγματα με περίσκεψη αλλά και με ψυχραιμία. Όλα τα επαγγέλματα δεν είναι ίδια. Υπάρχουν ορισμένες επαγγελματικές επιλογές που έχουν ένα υψηλό συντελεστή ηθικής βαρύτητας και ψυχικού θάρρους. Υπάρχουν δουλειές που δεν απαιτούν μόνον ικανότητα, γνώσεις και σοβαρότητα. Απαιτούν επίσης, ως απαραίτητο επαγγελματικό προσόν, την αυταπάρνηση και την ανάληψη κινδύνου ζωής. Σήμερα, στην Ελλάδα, δεν υπάρχει δουλειά πιο επικίνδυνη από εκείνη των χειριστών της Πολεμικής Αεροπορίας – των ανθρώπων που πετάνε νέοι στο Αιγαίο με τα μαχητικά και αργότερα ζουν τα καλοκαίρια τους μέσα στις φλόγες. Θα έλεγε κανείς πως με τα στοιχεία των τελευταίων χρόνων, αμέσως μετά από τους πιλότους, στο δείκτη επικινδυνότητας είναι οι πυροσβέστες.
Δεν πρόκειται για ανθρώπους χωρίς συναίσθηση. Δεν πρόκειται για ωραίους τρελούς που πετάνε στα σύννεφα. Προφανώς υπάρχει ένα στοιχείο διαφορετικής σχέσης με τη δουλειά τους από αυτή που έχουμε οι χαρτογιακάδες με το γραφείο μας. Αλλά είναι κυρίως άνθρωποι με (θα ακουστεί παλιομοδίτικο) υψηλή αίσθηση του καθήκοντος. Υπάρχουν ακόμη κάποιες δουλειές όπου η κοινωνική προσφορά είναι αξία.
Δεν είναι οι μόνοι. Σκέπτομαι για παράδειγμα γιατρούς που με πολύ μικρότερες αμοιβές από αυτές που θα τους προσέφερε, για παράδειγμα, ένα κέντρο διαιτητικών συμβουλών στο Κολωνάκι, πηγαίνουν στα πιο μακρινά μέρη του κόσμου, εκεί που δεν υπάρχουν οι ασθένειες των πλουσίων, αλλά οι θανατηφόροι λοιμοί που διάβαζαν στα μεσαιωνικά μυθιστορήματα. Δεν γυρίζουν όλοι καλά. Και ασφαλώς δεν είναι βέβαιοι πως θα γυρίσουν χαίροντες άκρας υγείας.
Υπάρχουν, λοιπόν, ακόμη κάτω από το παχύ στρώμα νεοπλουτικού λίπους που έχει σκεπάσει την Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες διαφορετικές αντιλήψεις και διαφορετικές συμπεριφορές. Δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει για το παραμικρό όλους τους υπόλοιπους που διστάζουν ή αρνούνται να αναλάβουν τέτοιους κινδύνους. Δεν υπάρχει ηθικός ψόγος για όλους εμάς που τρέμουμε στην ιδέα πως ο γιος μας θα πετάξει με την Ολυμπιακή. Αλλά δεν έχουμε δικαίωμα να μην σκεφτόμαστε εκείνους που ο γιος τους πετάει με Μιράζ, με παλιό Φάντομ, με Καναντέρ στις φωτιές, με ελικόπτερο νύχτα μέσα στις καταιγίδες στα νησιά.
Δεν ξέρω γιατί έπεσε το Καναντέρ. Το προηγούμενο ανάλογο δυστύχημα ήταν το 2000. Μπορεί να έχει συμβεί κάτι μεμπτό, μπορεί όχι. Αλλά δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως οι άνθρωποι αυτοί κάθε φορά που απογειώνονται ξέρουν πως υπάρχει μια πιθανότητα να μην γυρίσουν. Θα ήθελα οι συνάδελφοί τους, όταν θα ακούσουν την επόμενη φορά το συναγερμό, να ξέρουν πως, εάν συμβεί κάτι απευκταίο, οι οικογένειές τους θα έχουν μια εντελώς ξέχωρη, διαρκή και προνομιακή φροντίδα από την πολιτεία – πέρα από τις τιμές, τις δηλώσεις, τις φανφάρες και τα συλλυπητήρια. Αυτή είναι η υποχρέωσή μας.
Δεν πρόκειται για ανθρώπους χωρίς συναίσθηση. Δεν πρόκειται για ωραίους τρελούς που πετάνε στα σύννεφα. Προφανώς υπάρχει ένα στοιχείο διαφορετικής σχέσης με τη δουλειά τους από αυτή που έχουμε οι χαρτογιακάδες με το γραφείο μας. Αλλά είναι κυρίως άνθρωποι με (θα ακουστεί παλιομοδίτικο) υψηλή αίσθηση του καθήκοντος. Υπάρχουν ακόμη κάποιες δουλειές όπου η κοινωνική προσφορά είναι αξία.
Δεν είναι οι μόνοι. Σκέπτομαι για παράδειγμα γιατρούς που με πολύ μικρότερες αμοιβές από αυτές που θα τους προσέφερε, για παράδειγμα, ένα κέντρο διαιτητικών συμβουλών στο Κολωνάκι, πηγαίνουν στα πιο μακρινά μέρη του κόσμου, εκεί που δεν υπάρχουν οι ασθένειες των πλουσίων, αλλά οι θανατηφόροι λοιμοί που διάβαζαν στα μεσαιωνικά μυθιστορήματα. Δεν γυρίζουν όλοι καλά. Και ασφαλώς δεν είναι βέβαιοι πως θα γυρίσουν χαίροντες άκρας υγείας.
Υπάρχουν, λοιπόν, ακόμη κάτω από το παχύ στρώμα νεοπλουτικού λίπους που έχει σκεπάσει την Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες διαφορετικές αντιλήψεις και διαφορετικές συμπεριφορές. Δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει για το παραμικρό όλους τους υπόλοιπους που διστάζουν ή αρνούνται να αναλάβουν τέτοιους κινδύνους. Δεν υπάρχει ηθικός ψόγος για όλους εμάς που τρέμουμε στην ιδέα πως ο γιος μας θα πετάξει με την Ολυμπιακή. Αλλά δεν έχουμε δικαίωμα να μην σκεφτόμαστε εκείνους που ο γιος τους πετάει με Μιράζ, με παλιό Φάντομ, με Καναντέρ στις φωτιές, με ελικόπτερο νύχτα μέσα στις καταιγίδες στα νησιά.
Δεν ξέρω γιατί έπεσε το Καναντέρ. Το προηγούμενο ανάλογο δυστύχημα ήταν το 2000. Μπορεί να έχει συμβεί κάτι μεμπτό, μπορεί όχι. Αλλά δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως οι άνθρωποι αυτοί κάθε φορά που απογειώνονται ξέρουν πως υπάρχει μια πιθανότητα να μην γυρίσουν. Θα ήθελα οι συνάδελφοί τους, όταν θα ακούσουν την επόμενη φορά το συναγερμό, να ξέρουν πως, εάν συμβεί κάτι απευκταίο, οι οικογένειές τους θα έχουν μια εντελώς ξέχωρη, διαρκή και προνομιακή φροντίδα από την πολιτεία – πέρα από τις τιμές, τις δηλώσεις, τις φανφάρες και τα συλλυπητήρια. Αυτή είναι η υποχρέωσή μας.
Monday, July 23, 2007
Ερντογάν ή τανκς
Δευτέρα 23 Ιουλίου – και το 1974 οι Έλληνες πήγαν στις κάλπες για πρώτη φορά ύστερα από 11 χρόνια. 17 Νοεμβρίου, σημαδιακή ημερομηνία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε νομιμοποιηθεί και η Αριστερά ήταν Ενωμένη, όνειρα δεκαετιών για τους οπαδούς της. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε ιδρύσει κόμμα, εκφράζοντας ένα μεγάλο προδικτατορικό ρεύμα. Η Ένωση Κέντρου ήταν ξανά στο προσκήνιο, το κόμμα που είχε εμποδίσει από το θρίαμβο η επιβολή της δικτατορίας. Και 7 χρόνια γύψου είχαν ριζοσπαστικοποιήσει ένα σημαντικό τμήμα ιδίως της νεολαίας. Και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πήρε 54%.
Τι είχε συμβεί; Το είχε περιγράψει με τρεις λέξεις ο Μίκης Θεοδωράκης. Εκείνες δεν ήταν εκλογές. Ήταν η απάντηση σε ένα δίλημμα: Καραμανλής ή τανκς. Και οι πολίτες είχαν κάνει τη, σοφή όπως αποδείχθηκε, επιλογή να προτιμήσουν τη σταθεροποίηση βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τις πολιτικές προτιμήσεις τους.
Με τέτοιους όρους έγιναν και οι χθεσινές εκλογές στην Τουρκία. Στην ουσία έγινε μια δημοψηφισματικού χαρακτήρα αναμέτρηση γύρω από την απόπειρα προνουντσιαμέντου του στρατού σε βάρος του Ερντογάν. Δεν είναι το 46,6% του τουρκικού εκλογικού σώματος ισλαμιστές, όπως ο Ερντογάν δεν είναι μουλλάς ή αγιατολλάχ. Αυτό που ψήφισε ουσιαστικά η Τουρκία είναι το συντριπτικό πια αίτημα αποκατάστασης της δημοκρατικής τάξης με ευρωπαϊκούς και όχι με κεμαλικούς όρους. Η κοινή γνώμη και το εκλογικό σώμα απαίτησαν, αν δεν επέβαλαν στην πράξη – μένει να το δούμε αυτό, μια συνταγματική αναθεώρηση: την απάλειψη του άρθρου του τουρκικού συντάγματος που καθιστά το στρατό εγγυητή της Δημοκρατίας.
Ο Ερντογάν όμως αναδεικνύεται σε κάτι περισσότερο. Είναι σήμερα για την Τουρκία ταυτόχρονα ο Καραμανλής και ο Παπανδρέου της Ελλάδας της μεταπολίτευσης. Είναι δηλαδή ΚΑΙ ο εγγυητής της δημοκρατικής θεσμικής ομαλότητας ΚΑΙ ο πρόμαχος της κατάργησης των κοινωνικών αποκλεισμών σε σχέση με το κράτος.
Για την Ελλάδα, οι χθεσινές τουρκικές εκλογές απάντησαν οριστικά σε ένα παλιό ερώτημα – εάν υπάρχει και ποιος είναι ένας πραγματικός συνομιλητής στην άλλη πλευρά του Αιγαίου. Ο Ερντογάν είναι κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού και απομένει σε εκείνον να λύσει τους λογαριασμούς του με τους προνομιούχους του κεμαλικού κατεστημένου, ως επί το πλείστον ένστολους. Εκπροσωπεί τα λαϊκά στρώματα, τους απελπισμένους χωρικούς της ανατολής και τους αποκλεισμένους στα προάστεια των αστικών κέντρων, ιδίως της Πόλης, αλλά εκπροσωπεί εξίσου και μια ανερχόμενη αστική τάξη που ευνοείται από την ανόρθωση της τουρκικής οικονομίας και την αναζήτηση μιας θέσης στη διεθνή αγορά, έστω με παλιούς κορεατικούς όρους, αντί για την περιχαράκωσή της στην κρατικοδίαιτη νομενκλατούρα των ελάχιστων παραδοσιακών οικογενειών του αμύθητου πλούτου. Εδώ ο κ. Ερντογάν για να υπηρετήσει τα συμφέροντα της βάσης του δεν έχει παρά μια, κι αυτή δύσκολη, επιλογή. Να επιμείνει στη σταδιακή μείωση των αμυντικών δαπανών.
Κι όλα αυτά σε μια χώρα που έχει μπροστά της μια μεγάλη κρίση ταυτότητας, καθώς μορφοποιείται με γρήγορους ρυθμούς ένα εκκολαπτόμενο κουρδικό κράτος στο Ιράκ – αυτός είναι ο χειρότερος φόβος της Τουρκίας που με δυο ντουζίνες Κούρδους βουλευτές στο Κοινοβούλιό της έχει μπροστά της κρίσιμες αποφάσεις. Κι αυτή τη φορά δεν είναι όπως το 74, γιατί Αττίλας για το Κουρδικό δεν υπάρχει.
Τι είχε συμβεί; Το είχε περιγράψει με τρεις λέξεις ο Μίκης Θεοδωράκης. Εκείνες δεν ήταν εκλογές. Ήταν η απάντηση σε ένα δίλημμα: Καραμανλής ή τανκς. Και οι πολίτες είχαν κάνει τη, σοφή όπως αποδείχθηκε, επιλογή να προτιμήσουν τη σταθεροποίηση βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τις πολιτικές προτιμήσεις τους.
Με τέτοιους όρους έγιναν και οι χθεσινές εκλογές στην Τουρκία. Στην ουσία έγινε μια δημοψηφισματικού χαρακτήρα αναμέτρηση γύρω από την απόπειρα προνουντσιαμέντου του στρατού σε βάρος του Ερντογάν. Δεν είναι το 46,6% του τουρκικού εκλογικού σώματος ισλαμιστές, όπως ο Ερντογάν δεν είναι μουλλάς ή αγιατολλάχ. Αυτό που ψήφισε ουσιαστικά η Τουρκία είναι το συντριπτικό πια αίτημα αποκατάστασης της δημοκρατικής τάξης με ευρωπαϊκούς και όχι με κεμαλικούς όρους. Η κοινή γνώμη και το εκλογικό σώμα απαίτησαν, αν δεν επέβαλαν στην πράξη – μένει να το δούμε αυτό, μια συνταγματική αναθεώρηση: την απάλειψη του άρθρου του τουρκικού συντάγματος που καθιστά το στρατό εγγυητή της Δημοκρατίας.
Ο Ερντογάν όμως αναδεικνύεται σε κάτι περισσότερο. Είναι σήμερα για την Τουρκία ταυτόχρονα ο Καραμανλής και ο Παπανδρέου της Ελλάδας της μεταπολίτευσης. Είναι δηλαδή ΚΑΙ ο εγγυητής της δημοκρατικής θεσμικής ομαλότητας ΚΑΙ ο πρόμαχος της κατάργησης των κοινωνικών αποκλεισμών σε σχέση με το κράτος.
Για την Ελλάδα, οι χθεσινές τουρκικές εκλογές απάντησαν οριστικά σε ένα παλιό ερώτημα – εάν υπάρχει και ποιος είναι ένας πραγματικός συνομιλητής στην άλλη πλευρά του Αιγαίου. Ο Ερντογάν είναι κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού και απομένει σε εκείνον να λύσει τους λογαριασμούς του με τους προνομιούχους του κεμαλικού κατεστημένου, ως επί το πλείστον ένστολους. Εκπροσωπεί τα λαϊκά στρώματα, τους απελπισμένους χωρικούς της ανατολής και τους αποκλεισμένους στα προάστεια των αστικών κέντρων, ιδίως της Πόλης, αλλά εκπροσωπεί εξίσου και μια ανερχόμενη αστική τάξη που ευνοείται από την ανόρθωση της τουρκικής οικονομίας και την αναζήτηση μιας θέσης στη διεθνή αγορά, έστω με παλιούς κορεατικούς όρους, αντί για την περιχαράκωσή της στην κρατικοδίαιτη νομενκλατούρα των ελάχιστων παραδοσιακών οικογενειών του αμύθητου πλούτου. Εδώ ο κ. Ερντογάν για να υπηρετήσει τα συμφέροντα της βάσης του δεν έχει παρά μια, κι αυτή δύσκολη, επιλογή. Να επιμείνει στη σταδιακή μείωση των αμυντικών δαπανών.
Κι όλα αυτά σε μια χώρα που έχει μπροστά της μια μεγάλη κρίση ταυτότητας, καθώς μορφοποιείται με γρήγορους ρυθμούς ένα εκκολαπτόμενο κουρδικό κράτος στο Ιράκ – αυτός είναι ο χειρότερος φόβος της Τουρκίας που με δυο ντουζίνες Κούρδους βουλευτές στο Κοινοβούλιό της έχει μπροστά της κρίσιμες αποφάσεις. Κι αυτή τη φορά δεν είναι όπως το 74, γιατί Αττίλας για το Κουρδικό δεν υπάρχει.
Friday, July 20, 2007
Μετά τη φωτιά
Παρασκευή 20 Ιουλίου – και είναι η έβδομη σάλπιγγα της αποκάλυψης αυτό που ζουν το ένα μετά το άλλο όσα δάση έχουν απομείνει στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πολλά έχουν αλλάξει, χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως δύο επταήμερους καύσωνες, με 43 ή 45 βαθμούς, τον έναν τον Ιούνιο και τον άλλον πριν τελειώσει ο Ιούλιος, δεν είχαν ξαναζήσει οι κάτοικοι αυτής της χώρας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το κλίμα αλλάζει και πως η περιοχή της Μεσογείου θα ζήσει με δραματικό τρόπο αυτές τις αλλαγές.
Αυτά οφείλονται στο φυσικό περιβάλλον και τους παράγοντες που δεν μπορούμε άμεσα ή μόνοι μας να αντιμετωπίσουμε. Αλλά υπάρχει και ο περίφημος «ανθρώπινος παράγων». Μέσα στο χειμώνα, θυμάμαι, μιλούσα με ένα γνωστό πολιτικό στέλεχος, σοβαρό άνθρωπο και συνεργάτη κορυφαίου υπουργού. Λέγαμε για το τι έχει μπροστά της η κυβέρνηση και τότε μου προκάλεσε έκπληξη η εντύπωσή του: οι βροχές είναι πολύ λίγες φέτος, μου είπε. Μας έχουν ενημερώσει πως το καλοκαίρι μπορεί να επιφυλάσσει κόλαση φωτιάς. Τέτοια που δεν αποκλείεται να γίνει ακόμη και σοβαρό πολιτικό πρόβλημα.
Δεν έδωσα τη σημασία που έπρεπε. Αλλά αυτή τη συζήτηση την αναλογίζομαι κάθε φορά που βλέπω αυτές τις μέρες τις εικόνες της καταστροφής και τις φλόγες να καταπίνουν δέντρα. Γιατί δεν είναι πως δεν είχε προβλεφθεί τι θα συνέβαινε. Είναι ότι ακόμη κι όταν ξέρουμε τι έρχεται, υπάρχει προφανής και δραματική αδυναμία αντιμετώπισης. Δεν λέω μόνο για την Πυροσβεστική και την Πολιτική Προστασία και την ορατή δυσλειτουργία. Λέω, για παράδειγμα, για τους δήμους και την τοπική αυτοδιοίκηση στην περιφέρεια. Που ούτε πρόσθετη οικονομική ενίσχυση έλαβε, αλλά ούτε και έκανε (από όσο γνωρίζω) κάτι παραπάνω από τα προηγούμενα χρόνια, που δεν έκανε και πολλά πράγματα δηλαδή, για αποψιλώσεις, ζώνες πυρασφάλειας, καθαρισμούς δασών, έστω μια ειδική ενημέρωση των κατοίκων για τους κινδύνους του φετεινού καλοκαιριού. Δεν λέω για τις προσλήψεις, που έχουν κόστος. Λέω για την εγρήγορση και τον εθελοντισμό, που εκκινούν από την συνειδητοποίηση του κινδύνου. Είναι δωρεάν αλλά απαιτούν γνώση και πιο ζωντανά κοινωνικά ανακλαστικά.
Τώρα, που κάηκαν, δεν αρκεί να κοιτάμε τα καμμένα. Γιατί δεν ξανασυζητάμε το ενδεχόμενο να βγαίνουν εκτός συναλλαγών όλες οι καμμένες εκτάσεις για πολλά χρόνια; Γιατί δεν αποφασίζουμε, ήδη από τώρα, προς αποθάρρυνση των εμπρηστών, που όλοι αναγνωρίζουν τη δράση τους, την αναγκαστική απαλλοτρίωση όλων των καμμένων εκτάσεων; Και, τέλος, ας σκεφθούμε με πιο σκληρούς οικονομικούς όρους. Το δάσος για να ζήσει πρέπει τα συμφέροντα από την επιβίωσή του να είναι μεγαλύτερα από τα συμφέροντα της καταστροφής του. Η επιστροφή μιας οικονομικής δραστηριότητας, από την υλοτομία μέχρι τη ρητινοσυλλογή, είναι όρος επιβίωσης για τα ελληνικά δάση.
Αυτά οφείλονται στο φυσικό περιβάλλον και τους παράγοντες που δεν μπορούμε άμεσα ή μόνοι μας να αντιμετωπίσουμε. Αλλά υπάρχει και ο περίφημος «ανθρώπινος παράγων». Μέσα στο χειμώνα, θυμάμαι, μιλούσα με ένα γνωστό πολιτικό στέλεχος, σοβαρό άνθρωπο και συνεργάτη κορυφαίου υπουργού. Λέγαμε για το τι έχει μπροστά της η κυβέρνηση και τότε μου προκάλεσε έκπληξη η εντύπωσή του: οι βροχές είναι πολύ λίγες φέτος, μου είπε. Μας έχουν ενημερώσει πως το καλοκαίρι μπορεί να επιφυλάσσει κόλαση φωτιάς. Τέτοια που δεν αποκλείεται να γίνει ακόμη και σοβαρό πολιτικό πρόβλημα.
Δεν έδωσα τη σημασία που έπρεπε. Αλλά αυτή τη συζήτηση την αναλογίζομαι κάθε φορά που βλέπω αυτές τις μέρες τις εικόνες της καταστροφής και τις φλόγες να καταπίνουν δέντρα. Γιατί δεν είναι πως δεν είχε προβλεφθεί τι θα συνέβαινε. Είναι ότι ακόμη κι όταν ξέρουμε τι έρχεται, υπάρχει προφανής και δραματική αδυναμία αντιμετώπισης. Δεν λέω μόνο για την Πυροσβεστική και την Πολιτική Προστασία και την ορατή δυσλειτουργία. Λέω, για παράδειγμα, για τους δήμους και την τοπική αυτοδιοίκηση στην περιφέρεια. Που ούτε πρόσθετη οικονομική ενίσχυση έλαβε, αλλά ούτε και έκανε (από όσο γνωρίζω) κάτι παραπάνω από τα προηγούμενα χρόνια, που δεν έκανε και πολλά πράγματα δηλαδή, για αποψιλώσεις, ζώνες πυρασφάλειας, καθαρισμούς δασών, έστω μια ειδική ενημέρωση των κατοίκων για τους κινδύνους του φετεινού καλοκαιριού. Δεν λέω για τις προσλήψεις, που έχουν κόστος. Λέω για την εγρήγορση και τον εθελοντισμό, που εκκινούν από την συνειδητοποίηση του κινδύνου. Είναι δωρεάν αλλά απαιτούν γνώση και πιο ζωντανά κοινωνικά ανακλαστικά.
Τώρα, που κάηκαν, δεν αρκεί να κοιτάμε τα καμμένα. Γιατί δεν ξανασυζητάμε το ενδεχόμενο να βγαίνουν εκτός συναλλαγών όλες οι καμμένες εκτάσεις για πολλά χρόνια; Γιατί δεν αποφασίζουμε, ήδη από τώρα, προς αποθάρρυνση των εμπρηστών, που όλοι αναγνωρίζουν τη δράση τους, την αναγκαστική απαλλοτρίωση όλων των καμμένων εκτάσεων; Και, τέλος, ας σκεφθούμε με πιο σκληρούς οικονομικούς όρους. Το δάσος για να ζήσει πρέπει τα συμφέροντα από την επιβίωσή του να είναι μεγαλύτερα από τα συμφέροντα της καταστροφής του. Η επιστροφή μιας οικονομικής δραστηριότητας, από την υλοτομία μέχρι τη ρητινοσυλλογή, είναι όρος επιβίωσης για τα ελληνικά δάση.
Thursday, July 19, 2007
Fire!
Πέμπτη 19 Ιουλίου – και έβαλε φόκο… Πριν, όμως, μπούμε στη φλεγομένη και μηδέποτε καιομένη βάτο της πολιτικής, ας κάνουμε μια υπόθεση. Ας υποθέσουμε ότι τους υπαινιγμούς που διατύπωσε ο κ. Γιακουμάτος, δεν τους είχε κάνει ο κ. Γιακουμάτος, αλλά κάποιος άλλος. Ας πούμε ο Σουφλιάς. Ή η Ντόρα. Ή ο Προκόπης. Ή ο Αβραμόπουλος. Ή ο Αλογοσκούφης. Τι θα είχε συμβεί;
Είναι πιο φανερό κι από φωτιά τη νύχτα ότι θα είχε καταρρεύσει το σύστημα. Θα είχαν διαρραγεί άνευ οδού επιστροφής οι σχέσεις της κυβέρνησης με την αξιωματική αντιπολίτευση. Θα είχαμε φτάσει στα άκρα. Γιατί εν τηλεοπτική ελαφρότητι, ο κ. Γιακουμάτος κατηγόρησε την αντιπολίτευση όχι απλώς για εμπρησμούς (δεν τους είπε οικοπεδοφάγους), αλλά για υποδαύλιση –κυριολεκτικά- των πυρκαγιών για εκλογικό όφελος, δηλαδή περίπου για ένωση προς στάση, εσχάτη προδοσία, απόπειρα ανατροπής του πολιτεύματος. Εντάξει, δεν λέω ότι το σκέφθηκε έτσι – αλλά μερικά πράγματα δεν είναι κακό να τα σκέφτεται κανείς καμμιά φορά…
Γιατί δεν κατέρρευσε το σύστημα, γιατί δεν κάηκε το πελεκούδι; Μα είναι απλό. Γιατί όλοι ξέρουν τι παίζει. Ο κ. Γιακουμάτος έχει κατακτήσει στάτους τηλεοπτικής περσόνας. Αναγνωρίζεται πως ό,τι λέει δεν το παίρνουμε και τοις μετρητοίς, γιατί έχει μια καρέκλα στα παράθυρα να προασπίσει. Τα λέει κάπως πιπεράτα, βρε αδερφέ. Γι’ αυτό τον φωνάζουν. Επειδή τα λέει έτσι και κάνει νούμερα. Κι αυτός, επειδή ξέρει πως κάνει νούμερα και πως κάνει νούμερα επειδή τα λέει κάπως, πηγαίνει κάθε φορά και μερικές λέξεις και μερικούς υπαινιγμούς πιο πέρα. Και επιβραβεύεται. Και τον ξαναφωνάζουν. Δεν έχει τέλος, δεν έχει όριο, είναι τα αποκαϊδια της πολιτικής.
Έτσι όμως καίγεται η γούνα μας. Διότι στην τελευταία δημοσκόπηση που είδα για τη Β΄Αθηνών, όπου πολιτεύεται ο έχων τηλεοπτική ασυλία υφυπουργός, ήταν εκείνος που έκανε το μεγαλύτερο άλμα δημοφιλίας προς τα πάνω. Δεύτερος, παρακαλώ, ύστερα μόνο από το Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Σημειώνω ότι στην ίδια δημοσκόπηση για το ΠΑΣΟΚ πρώτος αναδεικνύεται ο κ. Ανδρέας Λοβέρδος, ο οποίος κατά σατανική σύμπτωση βρέθηκε χθες το απόγευμα απέναντι στον κ. Γιακουμάτο για να προασπίσει το κόμμα του σε μια βραχεία τηλεοπτική τιτανομαχία. Επιστρέφω στον κ. Γιακουμάτο που διαψεύδει τις ανοησίες του Ουώρχολ περί ενός τετάρτου και μόνο δημοσιότητας για όλους. Περνάει τους πάντες, τρώνε τη σκόνη του. Όχι θα αφήσει να τον ξαναπεράσουν. Θα πει τα πάντα. Ότι οι αντίπαλοι είναι εμπρηστές, αν χρειαστεί θα γίνει παρωνυχίδα. Η τηλεόραση τα επιτρέπει όλα και τα επιβραβεύει όλα.
Το θέμα είναι ότι και τα κόμματα τα επιτρέπουν όλα και τα επιβραβεύουν όλα. Ότι ανέχονται την ασυλία των παραθυράτων. Το ότι ειπώθηκαν αυτά στο ραδιόφωνο ελάχιστη σημασία έχει. Ο Γιακουμάτος είναι τηλεοπτικός αστέρας και με την ασπίδα αυτή μιλάει πάντα και για τα πάντα.
Ότι ο κ. Γιακουμάτος θα επιστρέψει σήμερα ευτυχής και δικαιωμένος στο υπουργείο του, ενώ οι συνυποψήφιοί του που σέβονται τον εαυτό τους και δεν θέλουν να γίνουν πολιτικά παρατράγουδα θα αναζητούν μάταια κοινό, αναγνωρισιμότητα και ψήφους. Η σοβαρότητα θα καεί μπροστά στην κάμερα, σε ζωντανή σύνδεση. Κάποιοι θα παρασυρθούν, κάποιοι θα επιλέξουν να κινηθούν στα όρια της αυτοταπείνωσης και του αυτοεξευτελισμού μήπως επιβιώσουν, κάποιοι θα περιθωριοποιηθούν.
Ο κ. Γιακουμάτος, πάλι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα σαρώσει στις εκλογές. Και μετά με τα εχέγγυα σοβαρότητας που έχει παρουσιάσει θα δικαιούται να διεκδικήσει διατήρηση του θώκου του στο υφυπουργείο Απασχόλησης και, γιατί όχι, αναβάθμιση στη θέση του υπουργού. Οπότε θα αναλάβει να λύσει το Ασφαλιστικό. Εκεί να δεις φωτιές στα τόπια…
Είναι πιο φανερό κι από φωτιά τη νύχτα ότι θα είχε καταρρεύσει το σύστημα. Θα είχαν διαρραγεί άνευ οδού επιστροφής οι σχέσεις της κυβέρνησης με την αξιωματική αντιπολίτευση. Θα είχαμε φτάσει στα άκρα. Γιατί εν τηλεοπτική ελαφρότητι, ο κ. Γιακουμάτος κατηγόρησε την αντιπολίτευση όχι απλώς για εμπρησμούς (δεν τους είπε οικοπεδοφάγους), αλλά για υποδαύλιση –κυριολεκτικά- των πυρκαγιών για εκλογικό όφελος, δηλαδή περίπου για ένωση προς στάση, εσχάτη προδοσία, απόπειρα ανατροπής του πολιτεύματος. Εντάξει, δεν λέω ότι το σκέφθηκε έτσι – αλλά μερικά πράγματα δεν είναι κακό να τα σκέφτεται κανείς καμμιά φορά…
Γιατί δεν κατέρρευσε το σύστημα, γιατί δεν κάηκε το πελεκούδι; Μα είναι απλό. Γιατί όλοι ξέρουν τι παίζει. Ο κ. Γιακουμάτος έχει κατακτήσει στάτους τηλεοπτικής περσόνας. Αναγνωρίζεται πως ό,τι λέει δεν το παίρνουμε και τοις μετρητοίς, γιατί έχει μια καρέκλα στα παράθυρα να προασπίσει. Τα λέει κάπως πιπεράτα, βρε αδερφέ. Γι’ αυτό τον φωνάζουν. Επειδή τα λέει έτσι και κάνει νούμερα. Κι αυτός, επειδή ξέρει πως κάνει νούμερα και πως κάνει νούμερα επειδή τα λέει κάπως, πηγαίνει κάθε φορά και μερικές λέξεις και μερικούς υπαινιγμούς πιο πέρα. Και επιβραβεύεται. Και τον ξαναφωνάζουν. Δεν έχει τέλος, δεν έχει όριο, είναι τα αποκαϊδια της πολιτικής.
Έτσι όμως καίγεται η γούνα μας. Διότι στην τελευταία δημοσκόπηση που είδα για τη Β΄Αθηνών, όπου πολιτεύεται ο έχων τηλεοπτική ασυλία υφυπουργός, ήταν εκείνος που έκανε το μεγαλύτερο άλμα δημοφιλίας προς τα πάνω. Δεύτερος, παρακαλώ, ύστερα μόνο από το Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Σημειώνω ότι στην ίδια δημοσκόπηση για το ΠΑΣΟΚ πρώτος αναδεικνύεται ο κ. Ανδρέας Λοβέρδος, ο οποίος κατά σατανική σύμπτωση βρέθηκε χθες το απόγευμα απέναντι στον κ. Γιακουμάτο για να προασπίσει το κόμμα του σε μια βραχεία τηλεοπτική τιτανομαχία. Επιστρέφω στον κ. Γιακουμάτο που διαψεύδει τις ανοησίες του Ουώρχολ περί ενός τετάρτου και μόνο δημοσιότητας για όλους. Περνάει τους πάντες, τρώνε τη σκόνη του. Όχι θα αφήσει να τον ξαναπεράσουν. Θα πει τα πάντα. Ότι οι αντίπαλοι είναι εμπρηστές, αν χρειαστεί θα γίνει παρωνυχίδα. Η τηλεόραση τα επιτρέπει όλα και τα επιβραβεύει όλα.
Το θέμα είναι ότι και τα κόμματα τα επιτρέπουν όλα και τα επιβραβεύουν όλα. Ότι ανέχονται την ασυλία των παραθυράτων. Το ότι ειπώθηκαν αυτά στο ραδιόφωνο ελάχιστη σημασία έχει. Ο Γιακουμάτος είναι τηλεοπτικός αστέρας και με την ασπίδα αυτή μιλάει πάντα και για τα πάντα.
Ότι ο κ. Γιακουμάτος θα επιστρέψει σήμερα ευτυχής και δικαιωμένος στο υπουργείο του, ενώ οι συνυποψήφιοί του που σέβονται τον εαυτό τους και δεν θέλουν να γίνουν πολιτικά παρατράγουδα θα αναζητούν μάταια κοινό, αναγνωρισιμότητα και ψήφους. Η σοβαρότητα θα καεί μπροστά στην κάμερα, σε ζωντανή σύνδεση. Κάποιοι θα παρασυρθούν, κάποιοι θα επιλέξουν να κινηθούν στα όρια της αυτοταπείνωσης και του αυτοεξευτελισμού μήπως επιβιώσουν, κάποιοι θα περιθωριοποιηθούν.
Ο κ. Γιακουμάτος, πάλι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα σαρώσει στις εκλογές. Και μετά με τα εχέγγυα σοβαρότητας που έχει παρουσιάσει θα δικαιούται να διεκδικήσει διατήρηση του θώκου του στο υφυπουργείο Απασχόλησης και, γιατί όχι, αναβάθμιση στη θέση του υπουργού. Οπότε θα αναλάβει να λύσει το Ασφαλιστικό. Εκεί να δεις φωτιές στα τόπια…
Subscribe to:
Posts (Atom)