Wednesday, November 21, 2007

Μεταρρύθμιση - για τους άλλους...

Τρίτη 20 Νοεμβρίου – και, κύριοι, έχω διαμορφώσει άποψη. Πρέπει να αλλάξουν τα πάντα σε αυτή τη χώρα. Πρέπει να γίνει μια γενναία μεταρρύθμιση. Αρκεί να μην χαλάσει η δική μου ζαχαρένια. Πρέπει να καταργηθούν τα προνόμια – όλων των άλλων. Είναι σκληρό αλλά για να πάει μπροστά η κοινωνία μας πρέπει να κάνουν όλοι θυσίες – όλοι οι άλλοι, εννοείται…

Είναι ο γενικός τρόπος σκέψης μας και θριαμβεύει στο ασφαλιστικό. Αυτές τις μέρες θα αντιδράσουν οι δημοσιογράφοι στις σχεδιαζόμενες αλλαγές. Είναι από τους προνομιούχους του συστήματος; Ασφαλώς. Είναι σωστό να υπερασπίζονται τα προνόμιά τους; Όχι – αλλά δεν τρελλάθηκαν και εντελώς. Υπάρχει κανείς που δεν το κάνει; Δεν είναι κι αυτό μέσα στο κοινωνικό παιχνίδι; Η κοινωνία είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση της ισορροπίας ισχύος ανάμεσα σε εκείνους που τη συγκροτούν.

Αλλά οι δημοσιογράφοι έχουν και μια πρόσθετη ηθική υποχρέωση. Δεν μπορεί να κάνουν τους κήρυκες του δικαίου και τους τιμητές της ηθικής και την επομένη να υπερασπίζονται λυσσαλέα μερικά προκλητικά άνισα προνόμια. Αλλά και δεν μπορεί να τους αδικήσει κανείς. Γιατί; Γιατί το πρόβλημα με το Ασφαλιστικό δεν είναι ότι η κοινωνία και τα μέλη της, ακόμη και οι δημοσιογράφοι, δεν έχουν συνειδητοποιήσει πως κάτι θα χάσουν ή πως χρειάζεται να γίνουν μερικές οδυνηρές αλλαγές ή πως δεν ξέρουν ότι όλοι θα βάλουν κάτι από την τσέπη τους για να πάρει μια παράταση (έκφραση της μόδας πολύ…) η ζωή του συστήματος και να πάρουν σύνταξη και οι νεότεροι.

Το πρόβλημα είναι αλλού. Το πρόβλημα είναι ότι οι πάντες έχουμε εκπαιδευτεί στο παζάρι πάνω στην εκχώρηση κεκτημένων ή την κτήση και άλλων και όχι στη διαπραγμάτευση με βάση την πραγματική ανάγκη που πρέπει να καλύψει το σύστημα. Και κυρίως, κανείς δεν έχει πεισθεί για τις καλές προθέσεις του άλλου. Οι δημοσιογράφοι ξέρουν πως έχουν κάτι παραπάνω. Και πάνε να τους το αρπάξουν. Και οι βουλευτές έχουν – και αυτοί θα αντιδράσουν όπως μπορούν. Και οι δικαστικοί έχουν – και ξέρουμε με ποιο εξωφρενικά προκλητικό τρόπο λειτουργούν εκμεταλλευόμενοι τα θεσμικά όρια του ρόλου που τους έχει αναγνωριστεί.

Όλοι αισθανόμαστε πως μετέχουμε σε ένα μεγάλο παζάρι, για να μην πω πως είμαστε τα πρόβατα του Πολύφημου. Κάποια παχιά θα τα αρπάξει και θα τα καταβροχθίσει, κάποια άλλα, έτσι στα τυφλά, χωρίς λογική, αλλά επειδή θα κρυφτούν, θα την γλιτώσουν.

Το ζήτημα δεν αφορά το κόστος αλλά την κατανομή του. Η κοινωνία ξέρει ότι θα πληρώσει, αλλά κανείς δεν μπορεί να ανεχθεί την ιδέα ότι θα υπάρξει κάποιος που δεν θα πληρώσει, ή θα πληρώσει λιγότερο. Γι’αυτό και ετούτο που συζητείται δεν είναι η λύση του ασφαλιστικού. Είναι ένα ακόμη μπάλωμα, μια ακόμη ελληνική πατέντα. Λίγο από εδώ, λίγο από εκεί – να μη γίνει πολλή φασαρία. Αλλά φασαρία θα γίνει. Και θα είναι κρίμα για άλλη μια φορά και το πολιτικό κόστος να χρεωθεί και μεταρρύθμιση να μην γίνει. Και μπορεί να γίνει – αρκεί κάποιος να εγγυηθεί πειστικά το αίσθημα δικαίου. Μετά όλοι θα πληρώσουν και κανείς δεν θα τολμήσει να διαμαρτυρηθεί.

Business as usual

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου – και είναι πραγματικά καταπληκτικό. Κάνουμε σαν να μην τρέχει τίποτα. Τίποτα δεν συνέβη, τίποτα δεν ακούσαμε, τίποτα δεν είδαμε – business as usual.

Είναι πραγματικά ασύλληπτη η αμεριμνησία με την οποία συνεχίζουμε όλοι μαζί και ο καθένας μας χωριστά μετά από ό,τι ζήσαμε το περυσινό καλοκαίρι. Αλλά εάν κανείς άνοιγε ένα παράθυρο στην Ελλάδα και έβλεπε από το Σεπτέμβρη μέχρι σήμερα, τι άραγε θα τον έπειθε πως κάτι πραγματικά σημαντικό συνέβη, κάτι που άλλαξε τη ζωή μας; Το μόνο είναι που δεν απορούμε πια όταν έρχεται μια πλημμύρα, όταν βουλιάζει ένα χωριό στη λάσπη, όταν κατεβαίνει μισό βουνό στον κάμπο. «Αναμενόμενο», λέμε, «μετά τις φωτιές».

Αύριο κατατίθεται ο νέος προϋπολογισμός. Ένας προϋπολογισμός σαν όλους τους άλλους. Με λίγο μικρότερο ή λίγο μεγαλύτερο έλλειμμα, με λίγο περισσότερη ή λίγο λιγότερη γενναιοδωρία, με προβλέψεις για το πετρέλαιο, το δολλάριο, χωρίς αύξηση του ΦΠΑ. Όλα ωραία. Ένας προϋπολογισμός, πάντως, στην ίδια λογική με τους προηγούμενους. Το κράτος υπήρξε γενναιόδωρο, δεν λέω, βοηθούσης και της κάλπης που συνέπεσε. Οι άνθρωποι στην Ηλεία και την Εύβοια πήραν χρήματα – και θα πάρουν κι άλλα. Θα τους φτιάξουμε τα σπίτια με δημόσια δαπάνη. Και κατασκευάζονται και αντιπλημμυρικά σε εκείνες τις περιοχές, άλλα καλύτερα άλλα πιο πρόχειρα. Και θα φυτευτούν ίσως και δέντρα.

Αλλά η λογική μας δεν άλλαξε. Λειτουργούμε πάντα σαν να μην κάηκε η Πελοπόννησος, σαν να μην έγινε στάχτη η μισή Ελλάδα, σαν να μην ξέρουμε ότι τέτοια μας περιμένουν και τα επόμενα χρόνια. Λίγο παραπάνω χρήμα εδώ ή εκεί, αυτό δεν είναι αλλαγή. Υποθέτω ότι μετά από μια τέτοια προειδοποίηση, έπρεπε να είχαμε πάρει το μήνυμα κάπως πιο βαθιά. Έπρεπε τώρα που είμαστε σε μάλλον καλή φάση από οικονομική άποψη να μεταβάλουμε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε τις προτεραιότητές μας.

Τι ακριβώς έχουμε πρώτο στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων; Είναι το περιβάλλον; Μπορούμε ακόμη να δίνουμε μάχη μήπως και σταματήσουν να δουλεύουν τα λατομεία που θεωρητικώς είναι κλειστά είκοσι χρόνια τώρα; Εάν τώρα δεν κάνουμε μια πραγματικά γιγαντιαία, και εδώ μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «εθνική», προσπάθεια για να σώσουμε ό,τι μπορούμε, προβλέποντας από τώρα και διαθέτοντας εγκαίρως χρήματα και ανθρώπινους πόρους – πότε άραγε θα ξυπνήσουμε; Στις επόμενες πυρκαγιές; Πόσο μεγάλες και καταστροφικές πρέπει να είναι για να μας αφυπνίσουν; Δεν είναι θέμα βοήθειας προς πληγέντες, που θα είναι όλο και περισσότεροι, ακόμη από φέτος το χειμώνα. Είναι θέμα μιας νέας αντίληψης για τις προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας στο άμεσο μέλλον – ίσως πιο άμεσο από όσο μπορούμε να φανταστούμε, ο κ. Αλογοσκούφης, εγώ κι εσείς, που όλοι συνεχίζουμε την καθημερινότητά μας με μια παράλογη προσδοκία πως αυτό που φαίνεται αναπόφευκτο για κάποιο παράδοξο λόγο δεν θα συμβεί ποτέ. Κι ας μας συνέβη ήδη…

Friday, November 16, 2007

Κράτος και δημιουργία

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου – και διάβαζα χτες την Athens Voice. Τα free press της Αθήνας είναι από τα καλύτερα, αν όχι τα καλύτερα της Ευρώπης – και υποθέτω αυτό δεν είναι γκρίζα διαφήμιση, αφού μοιράζονται δωρεάν.

Διάβαζα το κύριο άρθρο της – ένα από τα πιο μακροσκελή κείμενα που δημοσιεύονται σε εφημερίδα, γιατί ο πολιτικός τύπος δεν δημοσιεύει μεγάλα κείμενα επειδή θέλει να είναι πιο κοντά στο σύγχρονο lifestyle. Τα έχει κάπως μπερδέψει αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το θέμα του άρθρου είναι ο βαθύς, αθεράπευτος κρατισμός και η σχέση του με την καθημερινότητά μας. Ο πολιτικός τύπος δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τέτοια θέματα, γιατί έχουμε πολύ δουλειά να μετράμε παπανδρεϊκούς και βενιζελικούς, καραμανλικούς και μητσοτακικούς, ρεύμα και ανανεωτικούς και πάει λέγοντας. Τα έχουμε κάπως μπερδέψει αλλά κι αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Τελοσπάντων το άρθρο είναι δωρεάν για όποιον ενδιαφέρεται. Ακριβώς δίπλα είχε το σύντομο βιογραφικό ενός νεαρού που πρώτη φορά άκουγα το όνομά του –Βασίλης Μητσιόπουλος- και είχε σχεδιάσει το εξώφυλλο. Είναι 27 ετών και σπούδασε ντηζάιν και επικοινωνία στην Αγγλία – φυσικά… Και μου ήρθε μια περίεργη σκέψη. Στην Ελλάδα το ντηζάιν βρίσκεται σε έκρηξη δημιουργικότητας. Πριν από λίγο καιρό οργανώθηκε ένας περίπατος στου Ψυρρή και το Γκάζι – μια διαδρομή κατά την οποία μπορούσε κανείς να περιδιαβάσει αυτή την έκρηξη της δημιουργίας που συνδυάζει τον καλλιτεχνικό και τον εφαρμοσμένο χαρακτήρα, που αναζητεί την αισθητική στην καθημερινότητα. Αν πήγατε, υποθέτω θα μείνατε κατάπληκτοι. Από το επίπεδο της δουλειάς (καλύτερο από το μέσο ευρωπαϊκό), από τις ηλικίες (βία 30), από την πρωτοποριακή αναζήτηση παράλληλα και ταυτόχρονα με το βιοπορισμό – γιατί ντηζάιν χωρίς πελάτη δεν υπάρχει.

Γιατί έχουμε τόσο καλό φρη πρες, τόσο καλό ντηζάιν, σε μια πόλη με τόσο άθλιες συνθήκες, που δεν μπορεί να αποφασίσει ποιος παρκάρει πού, ότι τα πεζοδρόμια δεν είναι πάρκινγκ, ούτε για αυτοκίνητα ούτε για σκουπίδια, όπου οι άνθρωποι επιμένουν να αγοράζουν πολυτελή αυτοκίνητα για να μένουν ακίνητα σε ατέλειωτες ουρές, μια πόλη όπου ένα ψιλόβροχο προκαλεί σε κυκλοφοριακές συνθήκες ό,τι ακριβώς αλλού ένας τυφώνας. Γιατί μια πόλη ανήσυχη όπου μπορεί και εκφράζεται αυτόνομα εξακολουθεί να χτίζει πολυκατοικίες με αντιπαροχή, γιατί ακόμη φτιάχνονται τα ιδιωτικά κτίρια χωρίς αρχιτέκτονα και τα δημόσια με την περίφημη μελετοκατασκευή, χωρίς διαγωνισμούς;

Νομίζω η απάντηση είναι στο κράτος. Δεν υπάρχει κρατική σχολή ντηζάιν. Κρίμα. Να φτιάξουμε. Οπότε οι φοιτητές της θα έκαναν καθιστική διαμαρτυρία στην Πανεπιστημίου για να διεκδικήσουν επαγγελματικά δικαιώματα. Δηλαδή να διορίζονται και να παίρνουν κατά προτεραιότητα τις κρατικές δουλειές. Και να μην τις κάνουν, φυσικά… Γιατί αν ήταν να τις κάνουν, γιατί να διοριστούν; Και να μην απορρίπτεται η δουλειά τους με τίποτα – όσο κακή κι αν είναι. Και να μην μπαίνουν προς Θεού άλλοι. Γιατί τότε θα υποβαθμιζόταν η δημόσια παιδεία.

Αλλά, ευτυχώς, κρατική σχολή ντηζάιν δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει κρατικό free press – ελπίζω να μην το ακούσει η ΕΡΤ και πάρει καμμιά ιδέα για επιδοτούμενο έντυπο που θα μοιράζει κι ένα ευρώ σε όποιον το αντέξει. Όχι ότι θα το άντεχε κανείς, αλλά θα διέλυε την αγορά. Γιατί η αγορά μπορεί να είναι πολύ κακό πράγμα, και να ανοίγει την κερκόπορτα στους ανέμους της παγκοσμιοποίησης και του κεφαλαίου – αλλά στο ντηζάιν σκίζει…

Θέλει το Γερμανό του

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου – και το ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει μια μεγάλη ευκαιρία με τη συζήτηση για το νέο εκλογικό νόμο. Έχει μια ευκαιρία να αποδείξει ότι συμβαδίζει με τις αναζητήσεις της χώρας και τις προσδοκίες για μια πραγματική προσαρμογή στη σύγχρονη ευρωπαϊκή προοπτική.

Θα ήταν άδικο και άτυχο να εκφυλιστεί αυτή η συζήτηση σε άλλη μια διαμάχη κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης για την πολιτική αξιοποίηση της συγκυρίας. Πολύ περισσότερο που στη συζήτηση έχει ουσιαστικά ήδη δηλώσει πως δεν μετέχει η Αριστερά, επιμένοντας στην παλιά, γνωστή και πάγια θέση της υπέρ της απλής –«απλή και άδολη» την έλεγαν παλιότερα- αναλογικής.

Αλλά η διεθνής εμπειρία κάτι μπορεί να μας λέει. Η απλή αναλογική με τη μορφή που την υποστηρίζει η ελληνική Αριστερά εφαρμόζεται σε μία και μόνη χώρα, από όσο γνωρίζω – το Ισραήλ. Δεν είναι τυχαίο πως πρόκειται για ένα απολύτως ομοιογενές εθνικά και θρησκευτικά κράτος (με αποκλεισμένους ένα εκατομμύριο Άραβες – αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Ένα κράτος φτιαγμένο για ένα λαό και μια θρησκεία. Τα εκλογικά συστήματα ενσωματώνουν τις ανάγκες των κρατών – το Ισραήλ έχει ενιαία εκλογική περιφέρεια για όλη τη χώρα. Μια λίστα από πάνω έως κάτω, που δείχνει πως πέρα και ανεξάρτητα από τις διαφορές τους, όλοι ανήκουν στην ίδια «ομάδα συμμετοχής». Η Αριστερά που επικροτεί και υπερασπίζεται την πολυπολιτισμικότητα θα διακρίνει ίσως κάποια στιγμή πως ίσως η απλή αναλογική να μην είναι σήμερα ούτε το μόνο, ούτε το καταλληλότερο σύστημα αντιπροσώπευσης μιας πολύχρωμης, αντιφατικής, όλο και πιο διαφορετικής στο εσωτερικό της κοινωνίας. Ή, πάντως, μπορεί κάποια στιγμή να αναγνωρίσει την αναγκαιότητα τουλάχιστον της συμμετοχής σε μια τέτοια συζήτηση.

Από την άλλη υπάρχουν τα δύο κόμματα εξουσίας – οι φορείς του δικομματισμού. Μειωμένος στα ποσοστά του στις εκλογές, αλλά πάντοτε ισχυρός, ο δικομματισμός έχει να απαντήσει στο ερώτημα εάν μπορεί να ανακαινιστεί ή θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει το αίτημα του διπολισμού – δηλαδή ενός συστήματος με περισσότερους κομματικούς φορείς και μικρότερα μεγάλα κόμματα, με ακόμη μικρότερα που θα είναι φυσικοί, αλλά όχι αναγκαστικοί, σύμμαχοι και κυβερνητικοί εταίροι τους. Συμβαίνει στη Γερμανία και δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα συζητάμε το γερμανικό μοντέλο.

Το γερμανικό μοντέλο, φυσικά, απαιτεί κάποια γερμανική διοικητική πειθαρχία. Μια αντιστοίχιση με την κρατική δομή. Θα παραήταν βαλκανική εκδοχή να παραστήσουμε ότι μπορεί να έχουμε γερμανικό μοντέλο για τις εκλογές, αλλά να αρνηθούμε ότι συμβαδίζει αναγκαστικά με τον Καποδίστρια 2. Και, αφού αυτό είναι σχεδόν υποχρεωτικό, είναι προφανώς μια μεγάλη ευκαιρία για την μείζονα διοικητική αναδιάρθρωση, την πραγματική αποκέντρωση που προϋποθέτει μεγέθυνση των περιφερειών, ώστε να λειτουργεί πραγματικά μια κρατική δομή σε περιφερειακό επίπεδο, και απάλειψη νομαρχών, επάρχων και τα ρέστα, δηλαδή των μηχανισμών, εκτός από τα άλλα, με τον οποίο διαχέεται η κρατική διαφθορά από το κέντρο στην περιφέρεια και εισάγεται ο τοπικισμός και το παζάρι με τα κάθε είδους συμφέροντα των τοπικών κοινωνιών προς την κεντρική διοίκηση.

Γερμανικό μοντέλο χρειάζεται μερικές γερμανικές αποφάσεις.

Wednesday, November 14, 2007

Αναζητώντας τα όρια της πρόκλησης

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου – και σε φάση αποτοξίνωσης από την υπερκατανάλωση εγχώριων πολιτικών αναλύσεων, έρριξα μια ματιά χτες στη Χέραλντ Τρίμπιουν για να δούμε και τι γίνεται πέρα από το μικρόκοσμό μας. Και το πρώτο θέμα της μου έκανε πραγματικά τεράστια εντύπωση. Η είδηση έγινε φυσικά παντού γνωστή. Ένας Άραβας με έναν ουρανοξύστη πετροδολλάρια για προσωπική περιουσία αποφάσισε ότι θέλει κάτι άνετο για να πετάγεται από το Ντουμπάι ή το Κατάρ μέχρι το Λονδίνο για ψώνια και για κανένα ουίσκι που απαγορεύεται στα πάτρια. Σκέφθηκε, λοιπόν, ότι αυτά τα Gulfstream, τα Embraer και τα Falcon δεν είναι άσχημα αλλά είναι κάπως στενά. Το C-130 είναι «άβολο και θορυβώδες», όπως ορισμένοι θα θυμούνται από παλιότερα. Παράγγειλε, λοιπόν, στην Airbus κάτι πιο ευρύχωρο – ένα Α380. Είναι το καινούργιο μοντέλο της, το περίφημο διώροφο αεροπλάνο που θα μπορεί να μεταφέρει μέχρι και 850 επιβάτες. Ο σεϊχης θα το έχει για τον ίδιο και την οικογένεια – που πόσο μεγάλο να είναι το χαρέμι…

Μέχρις εδώ καλά. Υπάρχουν εκκεντρικοί και υπάρχουν και πολλά λεφτά. Αλλά στο άρθρο της Τρίμπιουν υπήρχε μια καταπληκτική φράση. Η πληροφορία πως η εταιρεία Αίρμπας «βλέπει να υπάρχει αγορά για ιδιωτικά Α380» - αεροπλάνο που κοστίζει 230 εκατομμύρια ευρώ, χώρια τα έξτρα που θα παραγγείλει ασφαλώς όποιος ακούσει το «με γεια σας». «Υπάρχει αγορά» δεν σημαίνει φυσικά ουρές. Σημαίνει όμως ότι ο σείχης δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση, και δεν είναι μόνο τα πετροδολλάρια.

Ένας αριθμός ανθρώπων συγκεντρώνει πια στα χέρια του πλούτο ιλιγγιώδη, που αρχίζει να δημιουργεί μια στρέβλωση παγκόσμιας κλίμακας. Η προκλητική συσσώρευση πλούτου συνδέεται ασφαλώς με την παγκοσμιοποίηση της επιχειρηματικότητας αλλά, ταυτόχρονα, και με την αδυναμία να ελεγχθεί η μετακίνηση των κεφαλαίων – άρα και να φορολογηθούν. Το προβάδισμα της οικονομίας στην παγκοσμιοποίηση έναντι της πολιτικής συνεργασίας ανοίγει ευκαιρίες όχι απλώς κέρδους, αλλά εκρηκτικής συγκέντρωσης πλούτου στα χέρια των ολίγων, των λιγότερων, των ολίγιστων.

Όχι πως δεν υπήρχαν πλούσιοι παλιότερα – την εποχή, ας πούμε, της γέννησης του εταιρικού φαινομένου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αναλογικούς όρους κανείς ποτέ δεν υπήρξε πλουσιότερος από τους Ροκφέλλερ. Αλλά το πράγμα πια αποκτά αφενός παγκόσμια διάσταση και αφετέρου επεκτείνεται σε μια ομάδα –και όχι σε περιπτώσεις- ανθρώπων που σε κάθε χώρα και πέρα από χώρες παίρνουν στα χέρια τους κεφάλαια που ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρξαν αντικείμενο διαχείρισης από άτομα χωρίς θεσμική και γεωγραφική αναφορά.

Ο όγκος του χρήματος και η κίνησή του, με τις ανατροπές παραδοσιακών καταστάσεων και τις κοινωνικές παρενέργειες, είναι το μεγάλο φαινόμενο της εποχής. Και, όπως αρχίζουμε να μαθαίνουμε από την αγορά, η Ελλάδα δεν είναι πια ούτε τόσο μικρή στην οικονομία της, ούτε τόσο προστατευμένη ώστε να αισθάνεται ότι τέτοια «πολυτελή» θέματα δεν την αφορούν.

Tuesday, November 13, 2007

Και τώρα τι...

Τρίτη 13 Νοεμβρίου – και μέσα στις συνθήκες της βαριάς εκλογικής ήττας, αυτό που συνέβη στο ΠΑΣΟΚ ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να του έχει συμβεί. Να εκλέξει αρχηγό με ευρεία λαϊκή νομιμοποίηση, να έχει επαρκή διαφορά ώστε να μην υπάρξουν αμφισβητήσεις, αλλά με το 55% να αποτρέπει αυτοκρατορικές τάσεις, να έχει διατηρήσει το επικοινωνιακό ενδιαφέρον και ταυτόχρονα η ετυμηγορία της βάσης να επουλώνει κάπως τις βαθιές πληγές των ημερών που προηγήθηκαν.

Αλλά ποτέ δεν υπάρχουν μόνο καλά νέα. Η ευφορία της πρώτης ανάγνωσης του αποτελέσματος, ίσως και με ανακλαστικά ανακούφισης μπροστά στο τι θα μπορούσε να έχει συμβεί, έδινε σχεδόν την εντύπωση πως η ήττα είχε παραγραφεί. Η Κυριακή ήταν η καλύτερη μέρα του ΠΑΣΟΚ εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως οι καλές μέρες θα έρχονται η μία πίσω από την άλλη. Το απέδειξε ήδη η Δευτέρα. Το ναυάγιο της διαδικασίας έκδοσης των αποτελεσμάτων ξαναφέρνει στο προσκήνιο τις οργανωτικές αδυναμίες. Τα ποσοστά των δύο υποψηφίων καταλήγουν σε πιο εύλογους από ό,τι την πρώτη μέρα συσχετισμούς δυνάμεων που ακόμη δεν έχουν εκτιμηθεί. Και η υπόθεση του «ρεύματος» αναδεικνύει τα πολιτικά ζητήματα κατεύθυνσης, γραμμής, θέσεων που θα πρέπει να απαντήσει το ΠΑΣΟΚ. Με δυο λόγια: «καθαρή» ιδεολογία, «καθαρή» κοινωνική αναφορά και επιστροφή στις ρίζες ή αναζήτηση της πολυσυλλεκτικότητας σε μια κοινωνία που έχει πια μεγαλύτερες αποστάσεις στο εσωτερικό της και δοκιμάζει τα όρια της πολιτικής σύνθεσης;

Νομίζω ότι ο τελευταίος που ενδιαφέρεται αυτή τη στιγμή για το «ρεύμα» ή τη διακοπή της ηλεκτροδότησης Βενιζέλου είναι ο Γιώργος Παπανδρέου. Αυτός έχει άλλα διλήμματα. Του τίθεται όμως εκ των πραγμάτων το ζήτημα των προσωπικών στρατηγικών: θέλει ο Βενιζέλος να είναι ένας μικρός αρχηγός αφού δεν εξελέγη μεγάλος αρχηγός; Γιατί οι αντιδράσεις στο «ρεύμα» προέρχονται από στελέχη που κατεξοχήν οι θέσεις τους αντιστοιχίζονται προς την πιθανή του πολιτική στόχευση, αλλά η επιλογή τους υπήρξε διαφορετική στην προεδρική εκλογή; Δεν έχει σχέση με την αίσθησή τους πως εάν ένα –ας το πω έτσι, «λιγότερο αριστερό»- ρεύμα εκφραστεί αυτοτελώς, εκείνοι θα έχουν περιορισμένο πολιτικό χώρο στην πλειοψηφική πλευρά; Και πόσο άδικο είχε ο Θόδωρος Πάγκαλος όταν στο παρελθόν πρότεινε να μετασχηματιστεί το ΠΑΣΟΚ σε ένα κεντροευρωπαΪκού τύπου σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με θεσπισμένες και αναγνωρισμένες τάσεις, που ήδη μερικώς κατοχυρώνονται στο καταστατικό του;

Και, φυσικά, υπάρχει και το ζήτημα της αντιπολίτευσης – εκεί όπου δοκιμάζονται τα κόμματα και τα ρεύματα και οι ιδέες και τα στελέχη και –ασφαλώς- και οι κυβερνήσεις για όσους τυχόν την είχαν ξεχάσει…

Monday, November 12, 2007

Το τέλος του παιχνιδιού (και η αρχή ενός άλλου)

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου – και, πέρα από τα προφανή περί «καθαρής εντολής», υπάρχουν μερικά ακόμη πολύ ενδιαφέροντα πολιτικά συμπεράσματα από τη χθεσινή μέρα.

Το πρώτο αφορά το ίδιο το ΠΑΣΟΚ ως φορέα. Το ΠΑΣΟΚ είναι το μεγάλο πολιτικό φαινόμενο της μεταπολίτευσης. Η έκταση της συμμετοχής σε μια εσωτερική εκλογική διαδικασία, στη χειρότερη στιγμή της διαδρομής του κόμματος, έδειξε προπάντων το κοινωνικό βάθος και τη διάρκεια του οργανισμού που κληροδότησε ο Ανδρέας Παπανδρέου στους επιγόνους του. Και ως προς τα δύο σκέλη: εξίσου δηλαδή την αντοχή της κοινωνικής αναφοράς αλλά και την αντοχή της ιδρυτικής παρουσίας του για ευρύτατα στρώματα της λαϊκής εκλογικής βάσης και μάλιστα για εκείνα που παραμένουν συσπειρωμένα γύρω του, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις του πολιτικού του κύκλου, ακόμη και ανεξάρτητα από τις πολιτικές πλατφόρμες που εκφράζουν οι διαφορετικές ηγετικές προτάσεις – το 96, το 2004, το 2007.

Το δεύτερο συμπέρασμα αφορά τη σχέση των Ελλήνων με την πολιτική. Αδιάφοροι, του «καναπέ», απολιτίκ – όσο και να περιγράφονται σε φάση απεξάρτησης από την παραδοσιακή πολιτική, οι Έλληνες παραμένουν συνδεδεμένοι με αυτήν περισσότερο από τους περισσότερους Ευρωπαίους. Και τους αρέσει να ψηφίζουν, να έχουν λόγο – δεν λέω «συμμετέχουν» γιατί ο όρος έχει μερικές παραπάνω απαιτήσεις που για την ώρα δεν έχουν εκπληρωθεί. Όταν τους δίνεις ψήφο, όταν τους δίνεις το δικαίωμα, το ασκούν – δεν αφήνουν άλλους να αποφασίσουν γι’ αυτούς. Από την άποψη αυτή, νομίζω, ότι σήμερα βρίσκονται σε φάση υποχώρησης οι εκτιμήσεις πως το πολιτικό σύστημα έχει εξαντλήσει τα όριά του και τα όρια της υπομονής του εκλογικού σώματος.

Ο κ. Παπανδρέου ασφαλώς έχει κάθε λόγο να αισθάνεται ικανοποιημένος και ενισχυμένος – και αυτό το χρωστά αφενός στη δική του στάση μέσα στη δίνη της εσωκομματικής κρίσης, την ώρα που παίχτηκε ταυτόχρονα το πολιτικό του μέλλον και η υστεροφημία του, και αφετέρου στους αντιπάλους του, ιδιαίτερα στον κ. Βενιζέλο. Όχι επειδή έχασαν – αλλά επειδή του έδωσαν την ευκαιρία να βγει νικητής από μια πραγματική πολιτική αναμέτρηση. Αρκεί να σκεφθεί κανείς πώς θα ήταν ο κ. Παπανδρέου εάν είχε υλοποιηθεί η πρόταση «επαναβεβαίωσης» της ηγεσίας του – κατά τη γνωστή φράση του το βράδυ των εκλογών. Ποια θα ήταν η συμμετοχή, ποιο θα ήταν το κοινωνικό ενδιαφέρον και –ακόμη σημαντικότερο- πόσο θα ήταν το πολιτικό κεφάλαιο που θα είχε συσσωρεύσει σε σύγκριση με τα αποθέματα που σχημάτισε από την ουσιαστική αναβάπτισή του σε μια ευρεία κοινωνική κάλπη. Έχοντας διατυπώσει ανοιχτή διαφωνία με το συγκεκριμένο τρόπο ανάδειξης προέδρου, δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει τη σημασία ενός ανοίγματος στην κοινωνία, ιδιαίτερα όταν αυτή δείχνει να εκτιμάει και να διψάει για ανοιχτή, διαφανή πρόσβαση στα κομματικά πράγματα.

Και, τέλος, επιτρέψτε μου να συγκαταλέγω στους κερδισμένους της χθεσινής μέρας τον κ. Καραμανλή. Είναι ο πρόσφατα εκλεγμένος ηγέτης της, με επίσης «καθαρή εντολή» και είναι μια ευκαιρία γι’αυτόν η σημερινή συνθήκη της επιστροφής στην πραγματική πολιτική, μακριά από το νοσηρό κλίμα της εσωστρέφειας. Οι όροι του παιχνιδιού έχουν ξεκαθαρίσει. Ωρα να παιχτεί…