Tuesday, October 30, 2007

Ζήσε το μύθο σου στο Δημόσιο

Τρίτη 30 Οκτωβρίου – και αν θέλει κανείς να καταλάβει την παθολογία της ελληνικής πολιτικής, του ελληνικού κράτους, της ελληνικής κοινωνίας, αν θέλει να πέσει σε βαριά κατάθλιψη, που να προέρχεται όμως από την συνείδηση της πραγματικότητας, ας διαβάσει σήμερα το πρωτοσέλιδο θέμα του Ελεύθερου Τύπου.

Το περιγράφω συνοπτικά. Ποιο είναι σήμερα το όνειρο του Έλληνα έφηβου; Η πατρίδα – όπως ήταν ας πούμε στο Μακεδονικό Αγώνα; Η ελευθερία – όπως ήταν ας πούμε στην Αντίσταση ή στη χούντα; Η δημοκρατία – όπως ήταν ας πούμε στην ταραγμένη δεκαετία του 60; Η πρόοδος – όπως ήταν ας πούμε στη μεταπολίτευση; Ή έστω, έστω ονειρεύονται οι νέοι τρυφηλή ζωή, καλοπέραση και οικονομική πρόοδο και επαγγελματική άνοδο – όπως έγινε ας πούμε από τη δεκαετία του 80 και ύστερα;

Όχι. Δεν θέλουν κάτι καλύτερο. Δεν βλέπουν τη ζωή τους σαν άσκηση επιτυχίας. Δεν αναζητούν προκλήσεις. Οι νέοι δεν ελπίζουν, οι νέοι φοβούνται. Φοβούνται το αύριο. Θέλουν βόλεμα. Βόλεμα και περιχαράκωση. Βλέπουν μπροστά τους το χαντάκι, το κοινωνικό, επαγγελματικό και οικονομικό περιθώριο και το μόνο για το οποίο αγωνιούν είναι να μην είναι εκείνοι που θα πέσουν μέσα. Και το βόλεμα στην Ελλάδα έχει όνομα: οι νέοι θέλουν διορισμό. Θέλουν Δημόσιο.

Μπορούμε να αισθανόμαστε υπερήφανοι. Έχουμε εντελώς ευνουχίσει τις προσδοκίες μιας γενιάς. Χειρότερα: όχι τις προσδοκίες από εμάς, ή από την κοινωνία. Τις προσδοκίες από τον εαυτό της. Η νέα γενιά έχει υποστεί λοβοτομή ελπίδων. Ένας στους δέκα, διαβάζω, έστω και κατά μικρή υπερβολή, θέλει να γίνει αστυνομικός. Δεν είναι ήρωάς του ο Ηρακλής Πουαρώ, ούτε ο αστυνόμος Μπέκας. Δεν διαβάζει με μανία Πατρίσια Χάισμιθ και P.D. James. Δεν ονειρεύεται (στη λιγότερο παιδαριώδη από όσο φαίνεται στην ηθική της φράση) να «πιάσει τους κακούς». Δεν θέλει να εξαφανίσει το έγκλημα και να φέρει τους υπεύθυνους να λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη.

Όχι – και το ξέρουμε όλοι. Ο ήρως και το πρότυπο του νεαρού λυκειόπαιδα που δηλώνει τη Σχολή της Αστυνομίας στις πανελλήνιες είναι ο αγνός αστυνομικός της υπαίθρου, που αράζει όλη μέρα στο τμήμα και έχει και δυο χωραφάκια ελιές και πορτοκάλια και είναι και συνεταίρος με τον ξάδερφό του σε επιχείρηση εστίασης (για να μην πω νυχτερινής διασκέδασης), η οποία κατά σατανική σύμπτωση διαθέτει καλύτερη αστυνομική προστασία από τις άλλες στην ίδια περιοχή. Το πρότυπό του είναι ο αραχτός σωματοφύλακας, υποτίθεται, του βουλευτή που εκτελεί μεν συνήθως χρέη ορντινάντσας, αλλά έχει λίγη δουλειά και πολύ χρόνο και κάποια πρόσθετη αμοιβή και πουλάει και ύφος σε φίλους και γνωστούς καθότι έχει τα «κονέ» και ενίοτε πουλάει και τις γνωριμίες – αυτές κυριολεκτικώς και όχι μεταφορικά. Κάπως υποτιμητικό η ορντινάντσα, αλλά ζούμε σε δύσκολους καιρούς.

Ζούμε; Όχι. Ζούμε σε καιρούς πολύ πιο εύκολους από εκείνους που έθρεψαν τα όνειρα για προηγούμενες γενιές. Αλλά η γενική επικράτηση της λογικής του Δημοσίου, του βολέματος, της υποσκέλισης των αρίστων από τους πονηρούς και των ικανών από τους διασυνδεδεμένους έχει οδηγήσει (και γράφεται με αριθμούς πια) σε μια εντελώς παραλυτική για τη χώρα και εντελώς θλιβερή για τους νέους αντίληψη ζωής.

Υπάρχει λύση; Οι αντιλήψεις αργούν να αλλάξουν. Αλλά τουλάχιστον μπορούμε να κάνουμε κάτι για να μην καταδικάζουμε όσους δεν μπαίνουν στο συρμό του βολέματος, να κάνουμε κάτι για να έχουν τύχη όσοι δεν απορρίπτουν το στοιχειώδες ρίσκο της ζωής, αυτό που απαιτείται για να έχεις ένα όνειρο και να το κυνηγάς έστω στα 17 σου.

Monday, October 29, 2007

Έν, δυο, προο...σχή!

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου – και τώρα που τελείωσαν οι εορτές και οι επέτειοι και παρήλασε υπερηφάνως η μαθητιώσα νεολαία και οι αντεγκλήσεις περιορίστηκαν στην απολύτως αναγκαία κάλυψη τηλεοπτικού χρόνου (μην ξοδευόμαστε κιόλας…), τώρα μπορούμε να το πούμε σχεδόν ανερυθρίαστα πια – αυτές οι ελληνικές παρελάσεις δεν είναι τόσο κακές όσο φαίνονται…

Άκουγα αυτές τις μέρες το βασικό επιχείρημα των πολεμίων τους. Ότι, δηλαδή, η παρέλαση είναι κατάλοιπο στρατοκρατικό και ημιφασιστικό. Ότι διαπνέεται από μιλιταριστικό πνεύμα και σιδηρά πειθαρχία, που παραπέμπει σε απολυταρχικές αντιλήψεις. Θα μπορούσα θεωρητικώς να συμφωνήσω. Αλλά αναρωτιέμαι και θα ήθελα να ρωτήσω κι όσους αναπτύσσουν αυτό το επιχείρημα. Έχουν πάει; Αλήθεια, έχουν πάει σχετικά πρόσφατα σε αυτές τις τρομερές παρελάσεις των βλαστών του έθνους; Έχουν βρεθεί τέτοια χρονιάρα μέρα στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής, ή του Χαλανδρίου, ή υποθέτω σε οποιαδήποτε άλλη πλατεία ανά τους δήμους και τις κοινότητες της εορτάζουσας χώρας;

Επειδή έτυχε να το υποστώ, έχει ταλαιπωρία, έχει ορθοστασία, αλλά στρατοκρατία δεν έχει. Αν πάτε στις 25 Μαρτίου, μην περιμένετε χαλύβδινη πειθαρχία, μην φέρετε στο μυαλό σας την ΕΟΝ και το Μεταξά. Θα δείτε πιθανότερο όχι να παρελαύνουν, αλλά να σέρνονται κάτι χαβαλέδες, βαριεστημένοι και αγουροξυπνημένοι γόνοι του πιο παχύσαρκου λαού της ενωμένης Ευρώπης.

Ωραίοι τύποι. Ούτε βλοσυρό βλέμμα, ούτε αγριάδα. Και οι θεατές καμμία ιμπεριαλιστική διάθεση δεν τους συνέχει. Υπερήφανες μικροαστές μαμάδες είναι, που δίνουν άγριες εντολές στον ταλαιπωρημένο σύζυγο μην τυχόν και χάσει το πλάνο καθώς κουβαλάει καραβοτσακισμένος από το ξενύχτι της προηγούμενης την καινούργια ψηφιακή βιντεοκάμερα. Η μάρκα της ημέρας δεν είναι η Κρουπ, αλλά η Σόνυ.

Μετά εμφανίζεται το άγημα. Με χαρούμενο ύφος, μαλλί της μόδας και φλυαρώντας ακατάσχετα, οι παρελαύνοντες περνούν μπροστά από το δήμαρχο, τη μαμά, τη γιαγιά και τη θεία – χαιρετώντας στην εντολή «γέλα, σε παίρνει ο μπαμπάς». Το μόνο που ανεβάζει το εθνικό φρόνημα είναι αυτές οι ωραίες γκρίζες φουστίτσες που δεν έχουν χώρο ούτε για το στρίφωμα και δείχνουν ό,τι ωραιότερο έχει να επιδείξει το έθνος μας. Για όποιον πιστεύει στα άγρια, φαντάζομαι θα άρκεσε το γεγονός ότι δίπλα στην κόρη του σκληρότερου των σκληρών, του Παναγιώτη Ψωμιάδη, παρέλασε στη μεγάλη εκδήλωση της Θεσσαλονίκης και το μικρό κοριτσάκι του – tres elegante, λεβεντιά και ομορφούλα, αλλά δεν νομίζω ότι τρόμαξε κανείς από τους εχθρούς. Αντιθέτως, πέρασε ωραία όλη η οικογένεια.

Μετά σκάνε φιλάκι στο μάγουλο του ροδαλού παραστάτη και πάνε όλοι στην πλησιέστερη χασαποταβέρνα για να ολοκληρωθεί ο εορτασμός της εθνικής επετείου.

Μην ανησυχείτε. Δεν υπάρχει λογική στρατού στις παρελάσεις μας. Μια μικροαστική photo opportunity είναι. Κι αφού δεν είναι μιλιταίρ, αλλά ρεμπέτ ασκέρ – μπορούμε χωρίς τύψεις να είμαστε υπέρ.

Εκλογές τώρα - πέρασαν ήδη 40 μέρες...

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου – και θα το έχουν πια όλοι διαπιστώσει. Για να υπάρχει μια κυβέρνηση, δεν αρκεί να μην υπάρχει αντιπολίτευση.

Έχουν περάσει μόλις 40 μέρες από τις 16 Σεπτεμβρίου που οι πολίτες κλήθηκαν στην κάλπη και αποφάσισαν να δώσουν μια καθαρή εκλογική διαφορά στο ήδη κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Ο κ. Καραμανλής βγήκε ενισχυμένος και κομματικά και προσωπικά από αυτές τις κάλπες. Είχε κερδίσει μια δεύτερη συνεχή εκλογική αναμέτρηση. Είχε επικρατήσει μέσα σε εξαιρετικά αντίξοη συγκυρία – με 70 νεκρούς και την Ελλάδα να καίγεται μέσα στην προεκλογική περίοδο. Άφηνε πίσω του μια τριετία ισχυρών κλυδωνισμών από υποθέσεις που κλονίζουν βαριά τις κυβερνήσεις – από τις υποκλοπές μέχρι τα ομόλογα. Και έβλεπε τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν ότι η ψήφος στη Ν.Δ. ήταν σε μεγάλο βαθμό ψήφος στο πρόσωπό του ως αξιόπιστου πρωθυπουργού, παρά στο κόμμα του ως πλέον αξιόπιστου πολιτικού φορέα.

Κι αμέσως μετά, όπως ήταν μάλλον αναμενόμενο μετά από τέτοια ήττα, ο κ. Καραμανλής είδε επίσης το ΠΑΣΟΚ, την αξιωματική αντιπολίτευση, να βυθίζεται σε μια κρίση στα όρια του διχασμού.

Ο διχασμός είναι φυσικό επακόλουθο μιας ήττας. Είναι όμως τα διαλυτικά φαινόμενα φυσικό επακόλουθο μιας νίκης; Με όλα αυτά τα δεδομένα θα περίμενε κανείς πως ο κ. Καραμανλής θα είχε την άνεση μιας κοινοβουλευτικής αυτοκρατορίας. Πως θα είχε το απόλυτο πολιτικό μονοπώλιοτην ηγεμονία στο πολιτικό σκηνικό. Και πως θα μπορούσε αμέσως και γρήγορα να προωθήσει την ατζέντα του, αυτήν που είχε προβάλει ζητώντας την ανανέωση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Δηλαδή τις περίφημες μεταρρυθμίσεις.

Μετά από σαράντα μέρες αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας, ο κυρίαρχος του παιχνιδιού βλέπει όχι να χάνει, βέβαια, αλλά να μην μπορεί καν να παίξει. Η κοινή γνώμη, η ίδια που το βράδυ των εκλογών πίστεψε πως όλα είχαν τελειώσει από πολιτική άποψη και μάλιστα για πολλά χρόνια, τώρα περισσότερο απορεί, παρά αλλάζει γνώμη. Αλλά το βέβαιο είναι πως έχει κατασταλάξει για την ισχύ της παντοδύναμης κυβέρνησης.

Υπάρχει άραγε σήμερα κανείς που να πιστεύει πως αυτό το σχήμα, κυβερνητικό και κοινοβουλευτικό, μπορεί να γίνει φορέας μεταρρυθμιστικής ατζέντας; Υπάρχει κανείς που να πιστεύει πως η κυβέρνηση η οποία δεν μπορεί να περάσει μια, έστω παράτυπη, ρύθμιση που αφορά τους συνεργάτες του Μεγάρου Μαξίμου θα ζητήσει και θα πείσει τους βουλευτές της να ψηφίσουν νομοσχέδια που έχουν βαρύτατο πολιτικό κόστος, όπως ας πούμε ακόμη και το πιο λάιτ ασφαλιστικό; Υπάρχει κανείς που να πιστεύει πως αυτή η κυβέρνηση μπορεί, αν το επιλέξει, να προχωρήσει –για παράδειγμα- στην πραγματική αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ, ή στην πραγματική απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, με ό,τι θα σημαίνει για τη ΔΕΗ ως εταιρεία;

Είναι φανερό πως η κυβερνητική συνθήκη δεν είναι ικανή. Δεν φταίνε οι 152 – είναι ένα πρόβλημα, αλλά όχι το μόνο. Είναι κυρίως που οι 152 αυτοί βουλευτές δεν έχουν μια κοινή εσωτερική συνεκτική ύλη, δεν είναι στρατευμένοι σε μια πολιτική ατζέντα πέρα από την επανεκλογή – των ιδίων πρώτα και μετά και του κόμματος. Έκαστος για τον εαυτό του – ο υπουργός άνετος, ο υφυπουργός με την ελπίδα, ο επίδοξος ήσυχος και οι υπόλοιποι desperados στο εντευκτήριο της Βουλής. Πόσο άραγε μπορεί να απέχει μέσα σε αυτό το κλίμα άλλη μια προσφυγή στην ανάγκη να δώσει λύση ο λαός;

Thursday, October 25, 2007

Θέμα timing

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου – και ήταν μόνο 60 μέρες. Όμως από τις 6 Ιανουαρίου έως τις 6 Μαρτίου του 2004 σπάρθηκαν πολλοί από τους ανέμους που θερίζει σήμερα το ΠΑΣΟΚ σαν θύελλες.

Στο ΠΑΣΟΚ αυτές τις μέρες η λογική είναι εν σπάνει, στη διατίμηση. Αν πίστευε κανείς πως ο Κώστας Σημίτης, από φύση και από θέση, θα μπορούσε να μείνει έξω από το χορό του παραλόγου, που απειλεί να εξελιχθεί σε χορό του Ζαλόγγου, τώρα διαψεύσθηκε.

Πήγε, όπως όλοι πια ξέρουν, στο LSE και μίλησε για το ΠΑΣΟΚ. Απίθανο; Ένας πρώην πρωθυπουργός, ένα κεφάλαιο της παράταξης, βλέπει όσα γίνονται στην Αθήνα και αποφασίζει, μετά την Κοινοβουλευτική Ομάδα, να μην πάει στο Εθνικό Συμβούλιο. Ορθώς, ορθότατα – θα γινόταν απλώς το έλα να δεις… Και μετά πάει στο Λονδίνο για να διατυπώσει ενστάσεις για τα θεσμικά ζητήματα του κόμματός του. Φταίω εγώ που δεν καταλαβαίνω;

Τι είπε ο κ. Σημίτης; Ότι δεν πρέπει να ψηφίζουν για αρχηγό του ΠΑΣΟΚ εκτός από τα μέλη, οι φίλοι, και ενδεχομένως όχι μόνο οι φίλοι, αλλά και οι οχτροί και οι αδιάφοροι που δεν έχουν τι να κάνουν εκείνη την ώρα και οι χαβαλέδες και ο κάθε πικραμένος. Ορθώς, ορθότατα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που με αυτή την ιδέα της επιλογής ηγέτη παράταξης από ένα βαθιά απολίτικο σώμα εκλογέων διαφωνεί εκτός του γενάρχη των εκσυγχρονιστών και σύσσωμη η αριστερά του ΠΑΣΟΚ, ας το πώ έτσι για να συνεννοούμεθα, σε όλες τις εκδοχές της.

Αλλά αφού διαφωνεί ο κ. Σημίτης, είναι εύλογο να διατυπώσει κανείς το ερώτημα πότε ακριβώς καταστάλαξε σε αυτή τη διαφωνία. Όταν γεννήθηκε η ιδέα και εφαρμόστηκε για πρώτη φορά ήταν πρωθυπουργός και αποχωρών πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Είχε δηλαδή εκτεταμένη δυνατότητα επηρεασμού των πραγμάτων στην κατεύθυνση που θεωρούσε ορθή για το κόμμα του και τη χώρα. Δεν το έκανε. Γιατί; Ας πούμε για να μην δημιουργήσει προβλήματα στον τότε διάδοχό του. Δεν είναι καλό για την υστεροφημία του να αποδεικνύεται πως έβαλε το καλό του κόμματος στη συγκυρία πάνω από το μακροπρόθεσμο καλό του κόμματος και της χώρας, αλλά ήταν περίεργη εποχή. Θυμίζω επίσης ότι είχε γίνει πολύ περίεργη η εποχή γιατί η ηγεσία άλλαζε χέρια με δική του συμφωνία και συναίνεση, με ένα εντελώς εξωθεσμικό τρόπο, για τον οποίο χρεώνονται και θα χρεώνονται και οι δύο πρωταγωνιστές του. Αρκεί να σκεφθεί κανείς τι θα είχε να πει ο κ. Σημίτης αν είχε γίνει με ανάλογο τρόπο η διαδοχή του Ανδρέα Παπανδρέου…

Αλλά ας δεχτώ την πίεση της συγκυρίας. Ο κ. Σημίτης διαφωνεί (ξαναλέω: ορθώς, ορθότατα…) με τη διαδικασία εκλογής προέδρου. Δεν το λέει στη βράση. Δεν το λέει όμως ούτε στο συνέδριο που ακολούθησε και ψήφισε ομόφωνα το καταστατικό. Ας είμαστε συγκαταβατικοί. Πάλι, αν διαφωνούσε με το διάδοχό του, στο πρώτο συνέδριο μετά από βαριές εκλογικές ήττες, πάλι θα έβλεπαν σπορά ζιζανίων οι όχι λίγοι καλοθελητές. Δεν είπε λοιπόν τίποτα.

Εντάξει, τότε δεν είπε. Τώρα γιατί το λέει; Γιατί πρέπει αυτή η καλά κρυμμένη τόσο καιρό διαφωνία να διατυπωθεί στη μέση της καταστατικής διαδικασίας, όταν τα πράγματα έχουν δρομολογηθεί, όταν μάλιστα η διαδικασία είναι η μόνη συμφωνία, ο μόνος κοινός τόπος σε ένα κόμμα στα πρόθυρα του διχασμού; Τι ακριβώς εξυπηρετεί; Και πολύ περισσότερο, όταν είναι δεδομένο ότι ακολουθεί ένα συνέδριο όπου θα μπορούσαν όλα αυτά να συζητηθούν, ανοιχτά, ψύχραιμα και προπάντων χωρίς υπόνοιες για θολές και αδιευκρίνιστες σκοπιμότητες, που πιθανότατα δεν υπάρχουν.

Και, πέρα από όλα αυτά, υπάρχει κάποιος λόγος για τον οποίο ο κ. Σημίτης υποθηκεύει, ή πάντως διακυβεύει, μια ήδη αμφισβητούμενη –και πολύ άδικα αμφισβητούμενη- υστεροφημία;

Wednesday, October 24, 2007

Annales

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου – και ας υποθέσουμε ότι, όπως κάνουμε εμείς με τις εφημερίδες του 19ου αιώνα, κάποιος ιστορικός στο μέλλον θα ανατρέχει στα ηλεκτρονικά πια αρχεία, που αυτά δεν σαπίζουν όπως επί χρόνια ήταν παρατημένα τα ελληνικά αρχεία και μόλις τελευταία άρχισε να υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον για την τύχη τους…

…ας υποθέσουμε όμως ότι κάποιος ημιπαράφρων στο μέλλον (αν έχουμε επιτρέψει να υπάρξει μέλλον) θα εντρυφήσει –λέμε τώρα…- στο πώς ζούσαμε εμείς αυτούς τους γι άλλους χαλεπούς και γι ‘αλλους έξω καρδιά καιρούς. Θα πάρει, λοιπόν, τα στοιχεία και θα διαπιστώσει πως τον πραγματικό σφυγμό μας μπορεί να τον βρει παρακολουθώντας σε εικόνα τις εξελίξεις στην ευτυχισμένη χώρα, αυτό τον ευτυχισμένο Οκτώβρη του 2007. Κι ας πούμε πως αποφασίζει, έτσι στην τύχη, να διαλέξει μια ημέρα ως δείγμα τυπικό και αυτή η μέρα να είναι –σύμπτωση σατανική- η χθεσινή.

Τι θα μάθει ο ιστορικός του μέλλοντος; Την αλήθεια. Θα μάθει ότι είχαν γίνει πολύ πρόσφατα εκλογές αλλά ένα μηνα μετά ήταν σχεδόν σαν να μην έγιναν. Θα μάθει ότι οι χαμένοι αρπάχτηκαν και σχεδόν έρχονταν στα χέρια – ενίοτε και κυριολεκτικώς, γιατί τα πολιτικά πάθη είχαν εξαφθεί. Θα μάθει ότι οι κερδισμένοι μαύροι που ήτανε διότι ακόμη δεν είχε εφευρεθεί η κυβέρνηση των 152 υπουργών – η μόνη που συγκροτεί συνεκτικές κοινοβουλευτικές ομάδες. Α, και ότι ο Ολυμπιακός θα έπαιζε με τη Ρεάλ…

Τι δεν θα μάθει ο χρονικογράφος του μέλλοντος; Δεν θα μάθει ποτέ ίσως ότι χτες το πρωί έβρεχε. Και ότι η διαδρομή –για παράδειγμα- από το Γέρακα στου Ρέντη μέσω των μεγάλων έργων (αυτά θα τα έχει πληροφορηθεί από τα στοιχεία για το δημόσιο χρέος και τις κοινοτικές εισροές) διαρκούσε εκείνη την ωραία μέρα κάπου 3,5 ώρες. Δεν θα μάθει ότι στη χώρα που μελετά ζούσαν άνθρωποι που προτιμούσαν να επενδύσουν 50.000 ευρώ για ένα αυτοκίνητο πολυτελείας που να σέρνεται στην άσφαλτο, παρά να έχουν πληρώσει ένα μέρος αυτών των χρημάτων στο κράτος τους και αυτό να έχει φτιάξει ένα δρόμο όπου τα αυτοκίνητα μεν να μην είναι τόσον μουράτα, αλλά πάντως να κινούνται. Δεν θα μάθει ποτέ ότι εκείνες τις ημέρες οι άνθρωποι έφταναν τα απογεύματα κατάκοποι από τη δεύτερη δουλειά τους (γιατί μία φυσικά δεν τους έφτανε) στο σούπερ-μάρκετ, για να διαπιστώσουν ότι σύντομα δεν θα τους φτάνει ούτε η δεύτερη δουλειά για να συντηρήσουν ένα τρόπο κατανάλωσης συνδυασμένο με ξένα λεφτά, που κάποτε αλίμονο σταματούν. Δεν θα μάθει ίσως ποτέ, εκτός εάν ανατρέξει σε στατιστικά στοιχεία, και πάντως όχι από τα αρχεία των δελτίων ειδήσεων, ότι εκείνες τις ημέρες η οικονομία πήγαινε καλά αλλά οι επιχειρήσεις έκλειναν και άνθρωποι έμεναν άνεργοι, ότι η ανταγωνιστικότητα έπεφτε, ότι η αποβιομηχάνιση συνεχιζόταν, ότι η επιχειρηματικότητα παρέμενε υπό διωγμό, ότι θεωρητικώς αναζητούσαν επενδύσεις και πρακτικώς δεν έκαναν τίποτα για να έρθουν και ότι η γραφειοκρατία και ο κρατισμός βασίλευαν εις βάρος και εις απόγνωση όσων είχαν την ατυχία να μείνουν έξω από τα κομματικά τείχη τους.

Τέτοια πρόσωπα της απρόσωπης καθημερινότητας ο ιστορικός του ηλεκτρονικού αρχείου δεν θα συναντήσει. Θα δει όμως πολλά άλλα. Θα δει ΠΑΣΟΚ και κυβερνοαντάρτες. Θα δει Σκανδαλίδη-Βενιζέλο και Παπανδρέου. Θα δει επίσης Ρουσσόπουλο να λέει «ουδέν σχόλιον» - θα νομίζει ότι χάλασε ο υπολογιστής. Θα δει Πολύδωρα – και φυσικά δεν θα καταλαβαίνει. Θα δει Θανάση Γιαννόπουλο, Θανάση Τσούρα και θα καταλάβει «ποιος Θανάσης;». Και επίσης Τώνια, και Καστανίδη, και Κουκουλόπουλο, και Καράογλου, και Τατούλη και Μανώλη και θα δει και τον (δεν θα το πιστέψετε αλλά ξεχνάω το όνομά του), ναι τον –ας με συγχωρήσουν και οι ακροατές και ο ιστορικός του μέλλοντος- αλλά δεν έχω ήδη από τώρα συγκρατήσει το όνομα του επικεφαλής της νομαρχιακής Κοζάνης…

Tuesday, October 23, 2007

Ασκήσεις γλωσσομάθειας

Τρίτη 23 Οκτωβρίου – και επειδή μοιάζουν χαμένοι στη μετάφραση, πολύ μου άρεσε αυτή η ιδέα του Θόδωρου Πάγκαλου να λες κάτι στα ελληνικά και μετά να το μεταφράζεις και σε δυο-τρεις γλώσσες, για όποιον τυχόν δεν είχε καταλάβει. Να διευκρινίσω ότι πολύ κακώς εξελήφθη η αυτόματη διερμηνεία ως έναρξη της συμμετοχής του, κάπως πρόωρα ίσως, στους εορτασμούς για την 28η Οκτωβρίου – ενώ στην πραγματικότητα είναι μια αξιόλογη συμβολή στην πολυπολιτισμικότητα. Άλλωστε, αφού δεν υπάρχει κανένα τηλεοπτικό κανάλι με ελληνικό όνομα, δεν είναι φυσικό να χρειάζεται και μια μεταφρασούλα στα πεταχτά;

Η κατάσταση στο ΠΑΣΟΚ είναι Porca miseria, που λένε και στα ιταλικά και νομίζω ότι οι σύντροφοι –ταβάριτς, που λένε και στα ρώσικα- δεν θα χρειαστούν μετάφραση για αυτό. Το ερώτημα δεν είναι πια εάν την επομένη της εκλογής αρχηγού (πώς το λένε γερμανικά και ιταλικά το εξήγησε ήδη ο Πάγκαλος), εάν λοιπόν την επομένη ο νικητής θα προχωρήσει σε προγραφές, proscriptions όπως τις έλεγε λατινιστί ο Σύλλας, που ανέγραφε τα ονόματα στην Αππία Οδό και τη Χαριλάου Τρικούπη προς γνώσιν και συμμόρφωσιν. Το ερώτημα είναι εάν, ακόμη και εάν το θέλουν, θα μπορούν να ζήσουν μαζί. Εάν δηλαδή θα υπάρχει για τους χαμένους αυτής της εκλογής η δυνατότητα της πολιτικής ύπαρξης μέσα στο ίδιο κόμμα, εάν θα έχουν ζωτικό χώρο – lebensraum, που έλεγαν και στα γερμανικά τη γνωστή αυτή εποχή των παρομοιώσεων. Ή, εάν όσοι μείνουν, θα έχουν να αντιμετωπίσουν ένα είδος πολιτικών διακρίσεων σε βάρος τους, για τις οποίες μπορώ να θυμηθώ αποκλειστικά τη μόνη γνωστή λέξη της αφρικανικής εκδοχής της ολλανδικής γλώσσας, δηλαδή το apartheid.

Αλλά ας υποθέσουμε ότι συμβαίνουν σε όλα τα κόμματα – ότι, δηλαδή cosi fan tutte, που λένε και στις ιλαρές στιγμές των ιταλικών λιμπρέττων. Η αγριότητα της σύγκρουσης και η χαμηλή της αισθητική, αυτή η ακραία πολιτική decadence, που λένε και στα γαλλικά, σε τι ακριβώς εξυπηρετεί; Τίνος το μέλλον διευκολύνει; Τι άλλο χρειάζεται για να κατανοήσουν ότι την επόμενη μέρα δεν θα ακουστούν buongiorno ή good morning αλλά bonjour tristesse, καλημέρα θλίψη που λένε και στα γαλλικά… Τι άλλο χρειάζεται για να καταλάβουν ότι με τους φύρερ, τους ντούτσε, τα φράγκα και τα λαμόγια (για τα οποία δεν έχω πρόχειρη λέξη σε άλλη γλώσσα) πλησιάζουν έναν ανεπίστρεπτο πάτο του βαρελιού, καζάν ντιπί, που λένε και οι Τούρκοι με πολύ πιο ευχάριστους συνειρμούς…

Αλλά, όπως έλεγε και ο Μπρεχτ, χωρίς καν να ξέρει πως έχουμε ακόμη τρεις εβδομάδες προθεσμία, τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα όσο φαίνονται. Μπορούν να γίνουν πολύ χειρότερα.

Monday, October 22, 2007

Ωραίος καιρός σήμερα...

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου – και αυτό το Σαββατοκύριακο έτυχε να βρεθώ σε ένα διεθνές δημοσιογραφικό περιβάλλον, έξω από την ευτυχισμένη χώρα μας. Ήταν μια συνάντηση συναδέλφων από την Ευρώπη, την Αμερική και κυρίως από τα Βαλκάνια και τις ανατολικές χώρες. Ήταν εκεί σχεδόν όλοι: Αμερικανοί και Εγγλέζοι, αλλά προπάντων Ρώσοι και Ουκρανοί, Αλβανοί και Βούλγαροι, Σέρβοι και Κοσσοβάροι, Μολδαβοί και Ρουμάνοι, και, ας μην τους ξεχάσω, Έλληνες και Τούρκοι – ένα δείγμα εκάστου.

Στον καφέ κουβεντιάζαμε. Και όλοι, μα όλοι τους, χωρίς εξαίρεση έκαναν την ίδια ερώτηση, με τη βεβαιότητα ότι έχουμε περάσει πολλές μέρες της ζωής μας ταλαιπωρώντας την απάντηση: τι θα κάνει η Ελλάδα εάν η Τουρκία εισβάλει στο Ιράκ; Τι λέτε για το ενδεχόμενο μιας τέτοιας κίνηση; Θα αντιδράσετε; Θα τους υποστηρίξετε; Τους αναγνωρίζετε το δικαίωμα; Θα πρωταγωνιστήσει η Ελλάδα στις πιθανές αντιδράσεις ή θα κρατήσει χαμηλά το θερμόμετρο;

Η πρώτη μου διάθεση ήταν να απαντήσω «ωραίος καιρός σήμερα», αλλά έξω έριχνε πυκνό χιόνι. Τους έλεγα διάφορα ακατανόητα – για αυτούς, όχι για εμάς. Ότι, δηλαδή, σύμφωνα με την τελευταία ενημέρωση που είχα από την Αθήνα το επικρατούν ζήτημα δεν ήταν οι απασφαλισμένες κάννες των τουρκικών πυροβόλων στο Κιρκούκ αλλά ο απασφαλισμένος έκπτωτος Σαμουράι υπουργός Πολύδωρας. Τους εξήγησα, επίσης, ότι τα πολιτικά μας ενδιαφέροντα εσχάτως κινούνται μεταξύ Πολύδωρα και Φώφης – έπρεπε να έχει πάρει ο Βύρων υπουργικό θώκο; Έπρεπε να έχει ανακηρυχθεί η Φώφη υποψήφια, οπότε και το πολιτικό σκηνικό θα είχε πλήρως ανατραπεί και μπορεί να είχαμε άλλη κυβέρνηση στην Ελλάδα και μπορεί η Ελλάδα να είχε άλλη εξωτερική πολιτική και μπορεί τότε να είχαν ανατραπεί οι συσχετισμοί στην περιοχή και μπορεί ο κ. Μπουγιούκανιτ να το ξανασκεφτόταν εάν ήξερε πως θα είχε να κάνει με το Βύρωνα ή τη Φώφη αντί για κάτι Μπαρζανί και Ταλαμπανί…

Περιέργως, αυτοί που έδειξαν να το καταλαβαίνουν καλύτερα από τους άλλους ήταν οι Αμερικανοί. Έχουν άλλωστε αφομοιώσει την περίφημη φράση ότι κάθε πολιτική είναι τοπική – και το βλέπουν και τώρα που ετοιμάζονται κι αυτοί για εκλογές. Εντάξει, όλα κρίνονται σε τοπικό επίπεδο. Αλλά εμείς μάλλον το έχουμε παρακάνει με την τοπικότητα. Όπως γνωρίζετε, οι δημοσιογράφοι είναι άνθρωποι που δεν λυπούνται εύκολα. Η επόμενη ερώτηση ήταν πιο δύσκολη. Και καλά «εσύ, τι γράφεις για τη στάση της Ελλάδας στο Ιράκ; Τι θέση παίρνεις;» Το «τι θέση παίρνεις» το είχα ακούσει αρκετά τις τελευταίες μέρες στην Ελλάδα, αλλά ποτέ σε σχέση με το Ιράκ – κυρίως με έναν άλλο πόλεμο, εμφύλιο αυτόν… Και στο γιατί οι άλλοι δεν ασχολούνται, ενώ ίσως θα έπρεπε, είναι εύκολο να τους τα ρίξεις. Αλλά στο γιατί δεν έχεις ασχοληθεί ο ίδιος, ενώ ξέρεις πως είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από αυτά με τα οποία ασχολείσαι, πώς να το απαντήσεις; Ευτυχώς είχε σταματήσει το χιόνι – και τότε πράγματι απάντησα «ωραίος καιρός σήμερα»…