Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου – της Σοφίας, της Πίστεως και της Ελπίδος – μια γιορτή σαν σχόλιο του εκλογικού αποτελέσματος.
Η επόμενη μέρα είναι μια καινούργια μέρα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, τίποτα δεν είναι όπως την Παρασκευή. Και το εκλογικό σώμα έχει επιβάλει τη συνειδητοποίηση των βαθύτατων εσωτερικών αλλαγών που αρνήθηκαν προκαταβολικά να εισπράξουν τα κόμματα εξουσίας – αλλά η κατανομή του λογαριασμού είναι πολύ διαφορετική. Δεν έχουμε μόνο μια καινούργια Βουλή, έχουμε μια νέα πολιτική πραγματικότητα. Η χθεσινή Κυριακή διαμόρφωσε το πολιτικό τοπίο με το οποίο είναι πιθανό να ζήσουμε σε βάθος χρόνου.
Για τη Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή είναι μια πρόσκληση και μια πρόκληση. Πρόσκληση σε εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που έχει εξαγγείλει ως άξονα της πολιτικής της ατζέντας. Το εκλογικό σώμα του έδωσε ξανά αυτό που ζήτησε: εμπιστοσύνη και εξουσία. Αλλά έστειλε ταυτόχρονα και ένα ισχυρό μήνυμα πως αυτή η εμπιστοσύνη τελεί υπό προθεσμία και υπό αίρεση, επιβάλλοντάς του μια δύσκολη κοινοβουλευτική συνθήκη των 152 ή 153 εδρών – με κριτικές δυνάμεις πια τόσο προς τα αριστερά όσο και προς τα δεξιά του. Έχει πολιτικό χρόνο, δεν έχει περίοδο χάριτος. Είναι αναμφισβήτητα πανίσχυρος στο χώρο του, ξέρει πως οι πολίτες όσο εύκολα δίνουν ευκαιρίες, τόσο εύκολα τιμωρούν.
Τιμωρούν. Η λέξη είναι λίγη για αυτό που συνέβη στο ΠΑΣΟΚ. Μετά το 2004, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είχε συζητήσει ούτε γιατί έχασε, ούτε τη φύση της ήττας του – εάν ήταν συγκυριακή ή στρατηγική. Πίστεψε πολύ στη συγκολλητική δύναμη της εξουσίας ή της προοπτικής εξουσίας, αλλά η εξουσία συγκινεί όλο και λιγότερο, όλο και λιγότερους. Το ζήτημα της ηγεσίας είναι, ίσως, το έλασσον μπροστά στη βαθιά κρίση πολιτικής ταυτότητας που ζει και θα ζήσει το ΠΑΣΟΚ.
Οι πολιτικοί συσχετισμοί βρίσκονται περίπου εκεί που ήσαν το 1977, με αντίστροφη τάση. Σε ένα χαμόγελο της Ιστορίας, ο Κώστας Καραμανλής παίρνει ακριβώς το ποσοστό που είχε αποσπάσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στην επανεκλογή του. Αλλά στην άλλη πλευρά, το ζήτημα είναι πανομοιότυπο και ανεστραμμένο. Εάν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να είναι ο συνεκτικός πόλος εξουσίας της κεντροαριστεράς. Τότε η απάντηση ήταν ένα ηχηρό ναι, κυρίως από νέους και μικροαστούς – και έφτιαξε ένα ρεύμα εξουσίας για ένα τέταρτο του αιώνα. Σήμερα η απάντηση είναι μια βαθιά δυσπιστία και άρνηση, κυρίως από νέους και μικροαστούς – όσο για το ρεύμα θα χρειαστεί να περιμένουμε λίγο ακόμη.
Υπάρχει και κάτι ακόμη, όχι χωρίς σημασία. Η εκλογική ήττα σηματοδοτεί και το τέλος του πολιτικού κύκλου μιας γενιάς στελεχών που ξεκίνησαν από τη «γενιά του πολυτεχνείου», σφράγισαν την κυβερνητική διαδρομή του ΠΑΣΟΚ και την πολιτική ζωή της χώρας για τρεις δεκαετίες.
Η Αριστερά έχει τη μεγάλη της ευκαιρία. Την ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από φορέας μιας γνήσιας και ειλικρινούς αμφισβήτησης. Ότι μπορεί να διατυπώσει μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση. Και, με τις συνθήκες που διαμορφώνονται στο ΠΑΣΟΚ, αναδύεται πολύ πρώιμα άλλη μια πρόκληση για την Αριστερά. Η πρόκληση να συμμετάσχει, με τους καλύτερους δυνατούς γι’αυτήν όρους, στη διαδικασία διαμόρφωσης μιας πρότασης εξουσίας στο μέλλον.
Και, τέλος, υπάρχει για πρώτη φορά μετά το 1977 ένας φορέας δεξιότερα της Ν.Δ. Δεν είναι η Εθνική Παράταξη, βέβαια, με τις νωπές τότε ιστορικές αναφορές της. Είναι, όμως, ένας πόλος που θα επιχειρεί σταθερά να αντλεί δυσαρέσκεια και κυβερνητική φθορά. Ο επαναπατρισμός από εκεί είναι ευκολότερος, όσο ευκολότερη όμως είναι και η μετανάστευση. Ο ΛΑΟΣ δεν θα είναι χωρίς ρόλο.
Monday, September 17, 2007
Friday, September 14, 2007
Του σταυρού...
Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου – τι να κάνουμε, και τα ημερολόγια κάνουν λάθη, του Σταυρού δεν είναι σήμερα, είναι μεθαύριο. Απλώς τότε δεν γιορτάζουν όλοι…
Τώρα που της μένουν λίγες ώρες ακόμη, μπορούμε να κάνουμε ένα μικρό απολογισμό αυτής της σύντομης, περίεργης και αδιάγνωστης προεκλογικής περιόδου. Σε άλλα έμοιαζε και σε άλλα ήταν εντελώς διαφορετική από όσα ξέραμε στο παρελθόν και είχαμε ως δεδομένα.
Οι προεκλογικές εκστρατείες δεν είχαν καμμία, μα καμμία σχέση με το παρελθόν. Θυμάμαι παλιά που λέγαμε «πας, αδελφέ μου, στην Ευρώπη και μαθαίνεις ότι γίνονται εκλογές από μερικά πλακάτ στους δρόμους». Ε, έτσι και ακόμη πιο ήσυχα. Ήρθαν και οι φωτιές και σκέπασαν τα πάντα – λίγες αφίσες, λίγες συγκεντρώσεις, τηλεόραση υπό τους περιορισμούς μιας αυστηρής νομοθεσίας, δημοσκοπήσεις απαγορευμένες επί δύο εβδομάδες. Και μαζί ένα κλίμα βαθιάς δυσπιστίας τους πολίτες και τους εκλογείς, μια ατμόσφαιρα δυσφορίας και εσωστρέφειας της κοινωνίας, με τα κόμματα να δυσκολεύονται να κάνουν ανοίγματα στους ανθρώπους και όταν κάνουν να βρίσκουν πόρτες κλειστές, όπως οι δημοσκόποι άκουσαν τόσες και τόσες φορές το τηλέφωνο να κλείνει με ένα βαρύ γκραπ! μόλις δήλωναν την ταυτότητά τους. Έτσι διαμορφώθηκε μια εκλογή βουβή, ένα πηχτό στρώμα απογοήτευσης και αδιαφορίας στη βάση της κοινωνίας. Κανείς δεν ξέρει εάν αυτό το στρώμα θα αναδυθεί μεθαύριο ως ανοχή ή αποχή, απάθεια ή οργή, αποστροφή ή ανατροπή, ρεύμα ή διάχυση, παράταση ή απόσταση.
Σε άλλα, πάλι, ζήσαμε το παρελθόν μας. Μπορώ να συγκαταλέξω στα θετικά αυτής της προεκλογικής περιόδου ότι είναι πια μια σταθερά του πολιτικού ελέγχου η αναζήτηση μιας στοιχειώδους δημοσιονομικής συνέπειας. Δεν υπήρξε περίπτωση που να ανακοινώθηκε μέτρο, υπόσχεση, «θα» για παροχές, αυξήσεις ή απαλλαγές και να μην πιέστηκε αμέσως ο εξαγγέλλων να πει «πού θα βρει τα χρήματα» και με τι θα τα αντικαταστήσει. Μπορώ να συγκαταλέξω ανάμεσα στα άκρως απογοητευτικά αυτής της προεκλογικής περιόδου τον πενιχρό αριθμό και το πενιχρό επίπεδο των απαντήσεων που δόθηκαν. Η παροχολογία διαμόρφωσε εκλογική δυναμική. Πρώτα μοιράζονταν σπίτια –κατοικίες ο ένας, δώσε και εξοχικά ο άλλος. Μετά μοιράζονταν αφορολόγητα – χωρίς όριο έως τον ουρανό ο ένας, διπλασιασμό ορίου ο άλλος. Τέλος, πάρε κόσμε και συντάξεις, εθνική σύνταξη με ΕΚΑΣ από τη μία, πάρε κι εσύ νοικοκυρά από την άλλη. Επίσης δεν θα αυξηθεί ο ΦΠΑ ή πάντως δεν είναι στις προθέσεις και μια εθνική συμφωνία, η μόνη που πετύχαμε, ότι το ασφαλιστικό θα λυθεί χωρίς να αυξηθούν οι εισφορές, ούτε τα όρια ηλικίας, ούτε να μειωθούν οι συντάξεις. Αγαπητέ μου Ντέηβιντ Κόπερφιλντ έχεις σίγουρο υπουργείο. Προφανώς υπάρχουν, λοιπόν, εκείνοι που ζητούν σοβαρότητα και επιβάλλουν τη λογική του ελέγχου, υπάρχουν κι εκείνοι που επιμένουν στις παροχές και βλέπουμε. Κρίθηκε από τα επιτελεία ότι οι περισσότεροι αναποφάσιστοι ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.
Και τέλος ποτέ άλλοτε δεν ζήσαμε μια τόσο σύντομη προεκλογική περίοδο με τέτοια συμπύκνωση γεγονότων και πολιτικού χρόνου. Από την πρώτη εβδομάδα, με την έκθεση Ζορμπα, μέχρι την ασύλληπτη καταστροφή των πυρκαγιών, δεν θυμάμαι στο παρελθόν γεγονότα τέτοιας εμβέλειας να συμβαίνουν σε εκλογικό χρόνο. Πώς αφομοιώθηκαν, πώς και πόσο επηρέασαν, ποιος ευνοήθηκε από τα συμβάντα και τη διαχείρισή τους; Το ρολόι χτυπάει ήδη αμείλικτα…
Τώρα που της μένουν λίγες ώρες ακόμη, μπορούμε να κάνουμε ένα μικρό απολογισμό αυτής της σύντομης, περίεργης και αδιάγνωστης προεκλογικής περιόδου. Σε άλλα έμοιαζε και σε άλλα ήταν εντελώς διαφορετική από όσα ξέραμε στο παρελθόν και είχαμε ως δεδομένα.
Οι προεκλογικές εκστρατείες δεν είχαν καμμία, μα καμμία σχέση με το παρελθόν. Θυμάμαι παλιά που λέγαμε «πας, αδελφέ μου, στην Ευρώπη και μαθαίνεις ότι γίνονται εκλογές από μερικά πλακάτ στους δρόμους». Ε, έτσι και ακόμη πιο ήσυχα. Ήρθαν και οι φωτιές και σκέπασαν τα πάντα – λίγες αφίσες, λίγες συγκεντρώσεις, τηλεόραση υπό τους περιορισμούς μιας αυστηρής νομοθεσίας, δημοσκοπήσεις απαγορευμένες επί δύο εβδομάδες. Και μαζί ένα κλίμα βαθιάς δυσπιστίας τους πολίτες και τους εκλογείς, μια ατμόσφαιρα δυσφορίας και εσωστρέφειας της κοινωνίας, με τα κόμματα να δυσκολεύονται να κάνουν ανοίγματα στους ανθρώπους και όταν κάνουν να βρίσκουν πόρτες κλειστές, όπως οι δημοσκόποι άκουσαν τόσες και τόσες φορές το τηλέφωνο να κλείνει με ένα βαρύ γκραπ! μόλις δήλωναν την ταυτότητά τους. Έτσι διαμορφώθηκε μια εκλογή βουβή, ένα πηχτό στρώμα απογοήτευσης και αδιαφορίας στη βάση της κοινωνίας. Κανείς δεν ξέρει εάν αυτό το στρώμα θα αναδυθεί μεθαύριο ως ανοχή ή αποχή, απάθεια ή οργή, αποστροφή ή ανατροπή, ρεύμα ή διάχυση, παράταση ή απόσταση.
Σε άλλα, πάλι, ζήσαμε το παρελθόν μας. Μπορώ να συγκαταλέξω στα θετικά αυτής της προεκλογικής περιόδου ότι είναι πια μια σταθερά του πολιτικού ελέγχου η αναζήτηση μιας στοιχειώδους δημοσιονομικής συνέπειας. Δεν υπήρξε περίπτωση που να ανακοινώθηκε μέτρο, υπόσχεση, «θα» για παροχές, αυξήσεις ή απαλλαγές και να μην πιέστηκε αμέσως ο εξαγγέλλων να πει «πού θα βρει τα χρήματα» και με τι θα τα αντικαταστήσει. Μπορώ να συγκαταλέξω ανάμεσα στα άκρως απογοητευτικά αυτής της προεκλογικής περιόδου τον πενιχρό αριθμό και το πενιχρό επίπεδο των απαντήσεων που δόθηκαν. Η παροχολογία διαμόρφωσε εκλογική δυναμική. Πρώτα μοιράζονταν σπίτια –κατοικίες ο ένας, δώσε και εξοχικά ο άλλος. Μετά μοιράζονταν αφορολόγητα – χωρίς όριο έως τον ουρανό ο ένας, διπλασιασμό ορίου ο άλλος. Τέλος, πάρε κόσμε και συντάξεις, εθνική σύνταξη με ΕΚΑΣ από τη μία, πάρε κι εσύ νοικοκυρά από την άλλη. Επίσης δεν θα αυξηθεί ο ΦΠΑ ή πάντως δεν είναι στις προθέσεις και μια εθνική συμφωνία, η μόνη που πετύχαμε, ότι το ασφαλιστικό θα λυθεί χωρίς να αυξηθούν οι εισφορές, ούτε τα όρια ηλικίας, ούτε να μειωθούν οι συντάξεις. Αγαπητέ μου Ντέηβιντ Κόπερφιλντ έχεις σίγουρο υπουργείο. Προφανώς υπάρχουν, λοιπόν, εκείνοι που ζητούν σοβαρότητα και επιβάλλουν τη λογική του ελέγχου, υπάρχουν κι εκείνοι που επιμένουν στις παροχές και βλέπουμε. Κρίθηκε από τα επιτελεία ότι οι περισσότεροι αναποφάσιστοι ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.
Και τέλος ποτέ άλλοτε δεν ζήσαμε μια τόσο σύντομη προεκλογική περίοδο με τέτοια συμπύκνωση γεγονότων και πολιτικού χρόνου. Από την πρώτη εβδομάδα, με την έκθεση Ζορμπα, μέχρι την ασύλληπτη καταστροφή των πυρκαγιών, δεν θυμάμαι στο παρελθόν γεγονότα τέτοιας εμβέλειας να συμβαίνουν σε εκλογικό χρόνο. Πώς αφομοιώθηκαν, πώς και πόσο επηρέασαν, ποιος ευνοήθηκε από τα συμβάντα και τη διαχείρισή τους; Το ρολόι χτυπάει ήδη αμείλικτα…
Ψηφοφόροι χωρίς εξαρτήσεις
Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου – μία και μία για προεκλογική εκστρατεία και τώρα που φτάνουμε ασθμαίνοντες στο νήμα ώρα να δούμε πού θα κριθεί η νίκη είτε είναι καθαρή, είτε με φωτο-φίνις.
Υπάρχουν κάποια τμήματα του εκλογικού σώματος που η ψήφος τους θα έχει ένα αυξημένο ειδικό βάρος σε αυτές τις περίεργες, ασυνήθιστες και φορτισμένες κάλπες. Πρώτα από όλους είναι οι νέοι ψηφοφόροι. Όχι μόνο γιατί προσέρχονται για πρώτη φορά πίσω από το παραβάν, κανείς δεν έχει μετρήσει την εκλογική τους συμπεριφορά, δεν περιλαμβάνονται στα δείγματα και επομένως δεν μπορούν να γίνουν συγκρίσεις. Ο αστάθμητος παράγοντας αφορά εξίσου το πνεύμα των νέων ψηφοφόρων και τις συνθήκες μέσα στις οποίες παίρνουν το βάπτισμα της κάλπης. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα γενικής αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος, που δεν αφορά πια μόνο την κατεστημένη, και συχνά παθολογική, σχέση του με την εξουσία, αλλά και τις ικανότητές του στην ίδια την άσκησή της, κανείς δεν ξέρει εάν αυτοί οι νέοι θα επιλέξουν κυρίως μια από τις βασικές εναλλακτικές προτάσεις εξουσίας, ή εάν θα ενισχύσουν τις φυγόκεντρες τάσεις του δικομματισμού, ή πάλι εάν θα προτιμήσουν μια καθαρή ψήφο διαμαρτυρίας, του τύπου του λευκού, του άκυρου, των κομμάτων της εκκεντρικότητας ή πάλι νέτα-σκέτα την αδιάφορη ή τη συνειδητή αποχή. Η στάση τους είναι τόσο σημαντική όσο και αδιευκρίνιστη ακόμη τρία 24ωρα πριν από την Κυριακή των εκλογών.
Η δεύτερη ομάδα ψηφοφόρων είναι οι κατεξοχήν ακροατές μας. Οι πολίτες των αστικών κέντρων και ιδιαίτερα της Αθήνας. Οι προηγούμενες εκλογές είχαν κριθεί κατεξοχήν στην περιφέρεια, από όπου η γενική τάση είχε μεταδοθεί στην πρωτεύουσα. Αυτή τη φορά όλοι γνωρίζουν και όλοι αναγνωρίζουν πως ισχυρή τάση, σαφές πολιτικό ρεύμα, δεν υπάρχει. Επομένως, πολλά θα καθορίσει η επιβίωση αυτής της ασάφειας και μέσα στο διαφανές κουτί, εάν δηλαδή η ψήφος αυτή θα διαχυθεί με ένα γενικά ισόρροπο τρόπο, ή εάν θα υπάρξουν την τελευταία στιγμή δυναμικές που θα κάνουν την πλάστιγγα να γείρει αποφασιστικά στη μία ή την άλλη πλευρά. Από τις εκλογές του 2000 είχαμε να περιμένουμε με τόσο ενδιαφέρον τις ομιλίες των αρχηγών στην πρωτεύουσα, ενώ οι σχετικά χαμηλές εκλογικές θερμοκρασίες είναι άλλη μια παράμετρος που η επίπτωσή της δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί.
Και τέλος, υπάρχει άλλη μια ομάδα ψηφοφόρων που δεν νομίζω ότι έχει ακόμη επαρκώς διαγνωστεί. Είναι, ας το πούμε με μια περίφραση, οι ψηφοφόροι μειωμένης εξάρτησης από το κομματικό σύστημα. Ο κομματισμός, το είπε τις προάλλες και ο Γιώργος Σουφλιάς, παραμένει η βασική γάγγραινα του μεταπολιτευτικού μοντέλου διοίκησης της χώρας. Αλλά τα πράγματα δεν μένουν στάσιμα, δεν είμαστε μια νησίδα στις παγκόσμιες εξελίξεις. Οι ρυθμοί της οικονομίας προπορεύονται σημαντικά εκείνων της πολιτικής. Το άνοιγμα της οικονομίας, όμως, έχει σαφές κοινωνικό και πολιτικό αποτέλεσμα. Με πολύ βραδύ τρόπο, όμως και η εσωτερική αγορά αναγκαστικά απελευθερώνεται σταδιακά σε ένα βαθμό από την έκταση της εξάρτησής της από το δημόσιο, άρα από το πολιτικό σύστημα. Πολύ ισχυρότερη είναι η ίδια δυναμική για όσες επιχειρήσεις ή επαγγελματίες έχουν ανοιχτεί στην ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια. Για ένα όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων, το αποτέλεσμα των εκλογών δεν έχει ευθεία συνάρτηση με την επαγγελματική τους διαδρομή και την εισοδηματική τους κατάσταση. Επιχειρηματίες της ανοιχτής αγοράς, αλλά και οι εργαζόμενοί τους, ελεύθεροι επαγγελματίες, μεσαία και ανώτερα στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων, ελληνικών και ξένων, ένα πολύ δυναμικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αφενός ασφυκτικά στην πρόσληψη της πραγματικής κατάστασης της χώρας και αφετέρου δεν εξαρτάται άμεσα από αυτήν. Πώς θα ψηφίσουν; Τι θέλουν για τη χώρα; Πώς βλέπουν τους εαυτούς τους μέσα στο σύστημα; Τι ελπίζουν και έχουν μια ξεκάθαρη προτίμηση ανάμεσα σε εναλλακτικές λύσεις που δεν τους προσέφεραν κάποια ειδική πρόταση; Να ένας ακόμη άγνωστος στην εκλογική εξίσωση. Όχι μόνο την κυριακάτικη αλλά, ακόμη περισσότερο, σε εκείνες που θα ακολουθήσουν.
Υπάρχουν κάποια τμήματα του εκλογικού σώματος που η ψήφος τους θα έχει ένα αυξημένο ειδικό βάρος σε αυτές τις περίεργες, ασυνήθιστες και φορτισμένες κάλπες. Πρώτα από όλους είναι οι νέοι ψηφοφόροι. Όχι μόνο γιατί προσέρχονται για πρώτη φορά πίσω από το παραβάν, κανείς δεν έχει μετρήσει την εκλογική τους συμπεριφορά, δεν περιλαμβάνονται στα δείγματα και επομένως δεν μπορούν να γίνουν συγκρίσεις. Ο αστάθμητος παράγοντας αφορά εξίσου το πνεύμα των νέων ψηφοφόρων και τις συνθήκες μέσα στις οποίες παίρνουν το βάπτισμα της κάλπης. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα γενικής αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος, που δεν αφορά πια μόνο την κατεστημένη, και συχνά παθολογική, σχέση του με την εξουσία, αλλά και τις ικανότητές του στην ίδια την άσκησή της, κανείς δεν ξέρει εάν αυτοί οι νέοι θα επιλέξουν κυρίως μια από τις βασικές εναλλακτικές προτάσεις εξουσίας, ή εάν θα ενισχύσουν τις φυγόκεντρες τάσεις του δικομματισμού, ή πάλι εάν θα προτιμήσουν μια καθαρή ψήφο διαμαρτυρίας, του τύπου του λευκού, του άκυρου, των κομμάτων της εκκεντρικότητας ή πάλι νέτα-σκέτα την αδιάφορη ή τη συνειδητή αποχή. Η στάση τους είναι τόσο σημαντική όσο και αδιευκρίνιστη ακόμη τρία 24ωρα πριν από την Κυριακή των εκλογών.
Η δεύτερη ομάδα ψηφοφόρων είναι οι κατεξοχήν ακροατές μας. Οι πολίτες των αστικών κέντρων και ιδιαίτερα της Αθήνας. Οι προηγούμενες εκλογές είχαν κριθεί κατεξοχήν στην περιφέρεια, από όπου η γενική τάση είχε μεταδοθεί στην πρωτεύουσα. Αυτή τη φορά όλοι γνωρίζουν και όλοι αναγνωρίζουν πως ισχυρή τάση, σαφές πολιτικό ρεύμα, δεν υπάρχει. Επομένως, πολλά θα καθορίσει η επιβίωση αυτής της ασάφειας και μέσα στο διαφανές κουτί, εάν δηλαδή η ψήφος αυτή θα διαχυθεί με ένα γενικά ισόρροπο τρόπο, ή εάν θα υπάρξουν την τελευταία στιγμή δυναμικές που θα κάνουν την πλάστιγγα να γείρει αποφασιστικά στη μία ή την άλλη πλευρά. Από τις εκλογές του 2000 είχαμε να περιμένουμε με τόσο ενδιαφέρον τις ομιλίες των αρχηγών στην πρωτεύουσα, ενώ οι σχετικά χαμηλές εκλογικές θερμοκρασίες είναι άλλη μια παράμετρος που η επίπτωσή της δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί.
Και τέλος, υπάρχει άλλη μια ομάδα ψηφοφόρων που δεν νομίζω ότι έχει ακόμη επαρκώς διαγνωστεί. Είναι, ας το πούμε με μια περίφραση, οι ψηφοφόροι μειωμένης εξάρτησης από το κομματικό σύστημα. Ο κομματισμός, το είπε τις προάλλες και ο Γιώργος Σουφλιάς, παραμένει η βασική γάγγραινα του μεταπολιτευτικού μοντέλου διοίκησης της χώρας. Αλλά τα πράγματα δεν μένουν στάσιμα, δεν είμαστε μια νησίδα στις παγκόσμιες εξελίξεις. Οι ρυθμοί της οικονομίας προπορεύονται σημαντικά εκείνων της πολιτικής. Το άνοιγμα της οικονομίας, όμως, έχει σαφές κοινωνικό και πολιτικό αποτέλεσμα. Με πολύ βραδύ τρόπο, όμως και η εσωτερική αγορά αναγκαστικά απελευθερώνεται σταδιακά σε ένα βαθμό από την έκταση της εξάρτησής της από το δημόσιο, άρα από το πολιτικό σύστημα. Πολύ ισχυρότερη είναι η ίδια δυναμική για όσες επιχειρήσεις ή επαγγελματίες έχουν ανοιχτεί στην ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια. Για ένα όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων, το αποτέλεσμα των εκλογών δεν έχει ευθεία συνάρτηση με την επαγγελματική τους διαδρομή και την εισοδηματική τους κατάσταση. Επιχειρηματίες της ανοιχτής αγοράς, αλλά και οι εργαζόμενοί τους, ελεύθεροι επαγγελματίες, μεσαία και ανώτερα στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων, ελληνικών και ξένων, ένα πολύ δυναμικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αφενός ασφυκτικά στην πρόσληψη της πραγματικής κατάστασης της χώρας και αφετέρου δεν εξαρτάται άμεσα από αυτήν. Πώς θα ψηφίσουν; Τι θέλουν για τη χώρα; Πώς βλέπουν τους εαυτούς τους μέσα στο σύστημα; Τι ελπίζουν και έχουν μια ξεκάθαρη προτίμηση ανάμεσα σε εναλλακτικές λύσεις που δεν τους προσέφεραν κάποια ειδική πρόταση; Να ένας ακόμη άγνωστος στην εκλογική εξίσωση. Όχι μόνο την κυριακάτικη αλλά, ακόμη περισσότερο, σε εκείνες που θα ακολουθήσουν.
Wednesday, September 12, 2007
Γκάλοπ: Μυστικά (και Ψέμματα)
Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου – και είναι νόμος: όσο πιο σκληρή, αυστηρή, περιοριστική και δεσμευτική είναι η απαγόρευση, τόσο πιο ανθούσα, ακριβή, περιζήτητη και εκτεταμένη είναι η μαύρη αγορά για το υπό απαγόρευση είδος. Συνέβαινε στην ποταπαγόρευση που απολαμβάνετε στα φιλμ νουάρ, συμβαίνει εξίσου και στην γκαλοποαπαγόρευση που απολαμβάνετε λάιβ αυτές τις μέρες.
Θα μπορούσε να είναι μαθηματικά προβλέψιμο, όταν ψηφίστηκε αυτός ο νομικός παραλογισμός με την εξυγιαντική πρόθεση. Τι λέει αυτός ο πρόσφατος νόμος για τις δημοσκοπήσεις; Ναι, μπορούν να διεξάγονται, μέχρι την τελευταία μέρα, μέχρι την τελευταία ώρα. Οι εταιρείες θα μπορούν να μετρούν, τα επιτελεία θα μπορούν να διαβάζουν τους αριθμούς, οι επιτελείς των μέσων ενημέρωσης επίσης, αλλά δεν θα κάνουν κιχ, δεν θα λένε λέξη, δεν θα διαρρέει τίποτα. Είναι σα να λες σε έναν αλκοολικό σε φάση αποτοξίνωσης ότι θα έχει ελεύθερη πρόσβαση στην κάβα, αλλά θα κοιτάζει μόνο τα ράφια και δεν θα πιει γουλιά.
Και φυσικά συνέβη το αναμενόμενο. Πάνω στην επιβεβλημένη σιωπή, ανθεί η φημολογία. Έχω, φυσικά, κι εγώ ένα σίγουρο, μου το είπε ένας δικός μου, κολλητός, αλλά με όρκισε να μην μου ξεφύγει ούτε φωνήεν. Το και το, σου λέω. Είναι από κυλιόμενη, από pre-exit-poll, είναι γκαραντί, το λένε τα κρυφά νούμερα, στο λέω επειδή σου έχω εμπιστοσύνη, αλλά δεν θα με δώσεις, εγώ δεν είπα τίποτα…
Πρόκειται βέβαια για έναν άθλιο ευτελισμό του δημόσιου βίου της χώρας. Πρώτα από όλα, γιατί εκείνοι που υποτίθεται πως εγγυώνται άκρα διαφάνεια και διεκδικούν αξιοπιστία ως αυριανοί κυβερνήτες της χώρας είναι ακριβώς εκείνοι που παίζουν το θλιβερό παιχνίδι της διαρροής και της ασύγγνωστης υστεροβουλίας. Το παιχνίδι της αναγνώρισης πως τίποτα δεν είναι αρκετά αδίστακτο μπροστά στην επιδίωξη της εξουσίας.
Δεύτερον, γιατί είναι εντελώς ανόητο να συζητάμε για δημοσκοπήσεις και σφυγμομετρήσεις δύο μέρες πριν από τις εκλογές. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφικό ενδιαφέρον – και με αυτή την λογική είναι απαξιωτικό και για τους επαγγελματίες της ενημέρωσης. Η ιδέα είναι απλή: η τάση της νίκης παρασέρνει ένα ποοσοστό του εκλογικού σώματος, αυτό πρέπει να οδηγηθεί στη μία κατεύθυνση ή την άλλη. Η χειραφέτηση της ενημέρωσης περνάει προφανώς μέσα από την άρνηση, κάποια στιγμή, της συμμετοχής σε τόσο ορατά παίγνια.
Και, τρίτον, γιατί η ιδέα και μόνο της ύπαρξης αλλά μη δημοσιοποίησης μετρήσεων παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της ισότητας. Στο μέτρο που η γνώση είναι δύναμη, ή η γνώση είναι κριτήριο, στο μέτρο δηλαδή που ισχύει ότι δικαιούται ο πολίτης να συμπεριλάβει στα κριτήριά του την εκτίμηση που θα έχει για το ποιος είναι πιθανότερο να κερδίσει στις εκλογές, είναι εντελώς παράλογο να επιτρέπουμε σε μικρές ομάδες πολιτών, και μάλιστα συγκροτημένων γύρω από ειδικές ενασχολήσεις, με ειδικό συμφέρον για το εκλογικό αποτέλεσμα, να επιτρέπουμε σε αυτούς λοιπόν να έχουν ένα πλεονέκτημα ενημέρωσης έναντι όλων των υπολοίπων. Εάν επρόκειτο να υπάρχει απαγόρευση, αυτή προφανώς θα αφορούσε τη διεξαγωγή μετρήσεων από ελληνικές τουλάχιστον εταιρείες, επί ποινή διαγραφής από τον σχετικό κατάλογο του ΕΣΡ.
Δεν ξέρω σε ποια έκταση θα αλλάξει η εκλογική νομοθεσία στο άμεσο μέλλον. Αλλά αυτή η ρύθμιση, αυτή η στρέβλωση, δεν μπορεί να ευτελίζει και στο μέλλον τη δουλειά μας και τους πόλους της, πολίτες, δημοσιογράφους και πολιτικούς.
Θα μπορούσε να είναι μαθηματικά προβλέψιμο, όταν ψηφίστηκε αυτός ο νομικός παραλογισμός με την εξυγιαντική πρόθεση. Τι λέει αυτός ο πρόσφατος νόμος για τις δημοσκοπήσεις; Ναι, μπορούν να διεξάγονται, μέχρι την τελευταία μέρα, μέχρι την τελευταία ώρα. Οι εταιρείες θα μπορούν να μετρούν, τα επιτελεία θα μπορούν να διαβάζουν τους αριθμούς, οι επιτελείς των μέσων ενημέρωσης επίσης, αλλά δεν θα κάνουν κιχ, δεν θα λένε λέξη, δεν θα διαρρέει τίποτα. Είναι σα να λες σε έναν αλκοολικό σε φάση αποτοξίνωσης ότι θα έχει ελεύθερη πρόσβαση στην κάβα, αλλά θα κοιτάζει μόνο τα ράφια και δεν θα πιει γουλιά.
Και φυσικά συνέβη το αναμενόμενο. Πάνω στην επιβεβλημένη σιωπή, ανθεί η φημολογία. Έχω, φυσικά, κι εγώ ένα σίγουρο, μου το είπε ένας δικός μου, κολλητός, αλλά με όρκισε να μην μου ξεφύγει ούτε φωνήεν. Το και το, σου λέω. Είναι από κυλιόμενη, από pre-exit-poll, είναι γκαραντί, το λένε τα κρυφά νούμερα, στο λέω επειδή σου έχω εμπιστοσύνη, αλλά δεν θα με δώσεις, εγώ δεν είπα τίποτα…
Πρόκειται βέβαια για έναν άθλιο ευτελισμό του δημόσιου βίου της χώρας. Πρώτα από όλα, γιατί εκείνοι που υποτίθεται πως εγγυώνται άκρα διαφάνεια και διεκδικούν αξιοπιστία ως αυριανοί κυβερνήτες της χώρας είναι ακριβώς εκείνοι που παίζουν το θλιβερό παιχνίδι της διαρροής και της ασύγγνωστης υστεροβουλίας. Το παιχνίδι της αναγνώρισης πως τίποτα δεν είναι αρκετά αδίστακτο μπροστά στην επιδίωξη της εξουσίας.
Δεύτερον, γιατί είναι εντελώς ανόητο να συζητάμε για δημοσκοπήσεις και σφυγμομετρήσεις δύο μέρες πριν από τις εκλογές. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφικό ενδιαφέρον – και με αυτή την λογική είναι απαξιωτικό και για τους επαγγελματίες της ενημέρωσης. Η ιδέα είναι απλή: η τάση της νίκης παρασέρνει ένα ποοσοστό του εκλογικού σώματος, αυτό πρέπει να οδηγηθεί στη μία κατεύθυνση ή την άλλη. Η χειραφέτηση της ενημέρωσης περνάει προφανώς μέσα από την άρνηση, κάποια στιγμή, της συμμετοχής σε τόσο ορατά παίγνια.
Και, τρίτον, γιατί η ιδέα και μόνο της ύπαρξης αλλά μη δημοσιοποίησης μετρήσεων παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της ισότητας. Στο μέτρο που η γνώση είναι δύναμη, ή η γνώση είναι κριτήριο, στο μέτρο δηλαδή που ισχύει ότι δικαιούται ο πολίτης να συμπεριλάβει στα κριτήριά του την εκτίμηση που θα έχει για το ποιος είναι πιθανότερο να κερδίσει στις εκλογές, είναι εντελώς παράλογο να επιτρέπουμε σε μικρές ομάδες πολιτών, και μάλιστα συγκροτημένων γύρω από ειδικές ενασχολήσεις, με ειδικό συμφέρον για το εκλογικό αποτέλεσμα, να επιτρέπουμε σε αυτούς λοιπόν να έχουν ένα πλεονέκτημα ενημέρωσης έναντι όλων των υπολοίπων. Εάν επρόκειτο να υπάρχει απαγόρευση, αυτή προφανώς θα αφορούσε τη διεξαγωγή μετρήσεων από ελληνικές τουλάχιστον εταιρείες, επί ποινή διαγραφής από τον σχετικό κατάλογο του ΕΣΡ.
Δεν ξέρω σε ποια έκταση θα αλλάξει η εκλογική νομοθεσία στο άμεσο μέλλον. Αλλά αυτή η ρύθμιση, αυτή η στρέβλωση, δεν μπορεί να ευτελίζει και στο μέλλον τη δουλειά μας και τους πόλους της, πολίτες, δημοσιογράφους και πολιτικούς.
Tuesday, September 11, 2007
Ήταν μια φορά ένα βιβλίο
Τρίτη 11η Σεπτεμβρίου – nine eleven, δηλαδή, και επομένως η ημέρα το καλεί για λίγη ιστορία. Τι ιστορία; Μα 6ης Δημοτικού, φυσικά, αφού σε λίγη ώρα μη ρωτάς, μικρούλη μου, για ποιόν χτυπάει το κουδούνι, χτυπάει για σένα…
Λοιπόν, ο κ. Καραμάνος, γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, το δήλωσε με κρυστάλλινη καθαρότητα: όλα τα βιβλία είναι έτοιμα προς διανομή ήδη σήμερα, εκλογές έχουμε δα κάνουμε μια προσπάθεια παραπάνω. Όλα εκτός από το βιβλίο Ιστορία της 6ης Δημοτικού, εκλογές έχουμε δα κάνουμε και μια ντρίμπλα παραπάνω. Γιατί;, ρώτησαν τον κ. Καραμάνο. Τους κοίταξε στα μάτια και τους είπε: μας καθυστέρησαν τα τυπογραφεία!
Καγχάσατε; Δεν είστε οι μόνοι. Ναι, το είπε στα σοβαρά ο άνθρωπος, ότι κόλλησε το άτιμο το βιβλίο στην εκτύπωση. Φταίει ο προμηθευτής χαρτιού, φταίει ο τυπογράφος, φταίει ο διορθωτής των δοκιμίων, φταίει ο βιβλιοδέτης, φταίνε οι μεταφορείς. Θέλαμε πολύ να μοιράσουμε το διορθωμένο –για την ακρίβεια: επισκευασμένο- βιβλίο, αλλά δεν τα καταφέραμε, τι κρίμα…
Προφανώς μας δουλεύει. Και μας δουλεύει γιατί δεν τολμά να πει μια αλήθεια, που στο κάτω-κάτω μάλλον θα τον συνέφερε. Ας την πούμε εμείς, λοιπόν, που δεν έχουμε την αγωνία της ψήφου και του σταυρού την Κυριακή. Συγκρατήστε τις αντιδράσεις σας, μην μας εντάξετε αμέσως στο Destroy Athens, αλλά ισχυρίζομαι ότι πολύ καλώς δεν μοιράζεται σήμερα στα σχολεία το επίμαχο βιβλίο. Και καλώς δεν μοιράζεται γιατί όλοι ξέρουμε ότι οι μαθητές μεν θα το έπαιρναν και θα το πέταγαν σε ένα ράφι του γραφείου τους, ενώ πολιτικοί κάθε είδους και ύφους, κάθε ποιότητας ή φυράματος, θα το ξεκοκκάλιζαν μέσα σε λίγες ώρες. Θα το ψείριζαν μέχρι το κόμμα, για να βρουν μια περίεργη λέξη που να έχει ξεμείνει από την αποστείρωση, μια φράση παρεξηγήσιμη ή με διπλή ανάγνωση, μια φωτογραφία που να προσβάλλει εσάς ή εμένα και τις προσωπικές μας μνήμες, κάτι τελοσπάντων το επίμεμπτο. Και αμέσως θα γινόταν το έλα να δεις. Θα έβγαιναν πύρινοι λόγοι στα μπαλκόνια, θα ξεσπούσαν εθνεγερτικές συζητήσεις στα κανάλια, θα έπαιρνε φωτιά η προεκλογική εκστρατεία, θα βλέπαμε συνθήματα, σημαίες, σποτ, πλακάτ, γκράφιτι και ό,τι άλλο φανταστεί αρρωστημένος νους. Θα περνούσαμε το υπόλοιπο ελάχιστο μιας ούτως ή άλλως ισχνής και αναιμικής, ανεπαρκούς και κολοβής προεκλογικής εκστρατείας να συζητάμε για το βιβλίο αντί για την ατζέντα αυτής της χώρας, που στριμώχνεται απελπισμένη σε μερικές μεσαίες παραγράφους των ομιλιών, αυτές που ποτέ δεν παίζουν στα κιου των καναλιών και των δελτίων.
Θα περίμενα, λοιπόν, αντί φθηνών δικαιολογιών μια ρητή δήλωση και μια συμφωνία. Αφού στο πρόσφατο παρελθόν κάναμε ως μη έδει ένα βιβλίο σχολικό θέμα εθνικό, αφού βάλαμε τα σχολικά βιβλία στην πιο πολιτικάντικη εκδοχή του δημόσιου διαλόγου, τουλάχιστον τώρα θα μπορούσαμε να πούμε από κοινού και με θάρρος πως ό,τι έγινε φορτίζει αυτό το βιβλίο με ένα πολιτικό βάρος που δεν έχει, ούτε έπρεπε να είχε ποτέ αποκτήσει. Από τη στιγμή, όμως, που βγήκε από τη σχολική, την εκπαιδευτική διαδικασία και έγινε τμήμα της πολιτικής διαδικασίας, το κακό έχει συντελεστεί. Η επιστροφή του, αναγκαία, δεν μπορεί να γίνει σε προεκλογικές συνθήκες. Πολιτική ευθύνη είναι ό,τι συνέβη, πολιτική υπευθυνότητα θα ήταν να δηλωθεί ρητά πως δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτραπεί η επανάληψη όσων ζήσαμε, στις πλάτες των μαθητών και, φοβούμαι, στις πλάτες της Ιστορίας.
Αλλά αντ’αυτού μάθημα υποκρισίας. Το ότι δεν τολμάμε καν να πούμε το σωστό είναι άλλη μια υστέρηση μετά την αχαρακτήριστη αυτή καθυστέρηση του άθλιου τυπογράφου.
Λοιπόν, ο κ. Καραμάνος, γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, το δήλωσε με κρυστάλλινη καθαρότητα: όλα τα βιβλία είναι έτοιμα προς διανομή ήδη σήμερα, εκλογές έχουμε δα κάνουμε μια προσπάθεια παραπάνω. Όλα εκτός από το βιβλίο Ιστορία της 6ης Δημοτικού, εκλογές έχουμε δα κάνουμε και μια ντρίμπλα παραπάνω. Γιατί;, ρώτησαν τον κ. Καραμάνο. Τους κοίταξε στα μάτια και τους είπε: μας καθυστέρησαν τα τυπογραφεία!
Καγχάσατε; Δεν είστε οι μόνοι. Ναι, το είπε στα σοβαρά ο άνθρωπος, ότι κόλλησε το άτιμο το βιβλίο στην εκτύπωση. Φταίει ο προμηθευτής χαρτιού, φταίει ο τυπογράφος, φταίει ο διορθωτής των δοκιμίων, φταίει ο βιβλιοδέτης, φταίνε οι μεταφορείς. Θέλαμε πολύ να μοιράσουμε το διορθωμένο –για την ακρίβεια: επισκευασμένο- βιβλίο, αλλά δεν τα καταφέραμε, τι κρίμα…
Προφανώς μας δουλεύει. Και μας δουλεύει γιατί δεν τολμά να πει μια αλήθεια, που στο κάτω-κάτω μάλλον θα τον συνέφερε. Ας την πούμε εμείς, λοιπόν, που δεν έχουμε την αγωνία της ψήφου και του σταυρού την Κυριακή. Συγκρατήστε τις αντιδράσεις σας, μην μας εντάξετε αμέσως στο Destroy Athens, αλλά ισχυρίζομαι ότι πολύ καλώς δεν μοιράζεται σήμερα στα σχολεία το επίμαχο βιβλίο. Και καλώς δεν μοιράζεται γιατί όλοι ξέρουμε ότι οι μαθητές μεν θα το έπαιρναν και θα το πέταγαν σε ένα ράφι του γραφείου τους, ενώ πολιτικοί κάθε είδους και ύφους, κάθε ποιότητας ή φυράματος, θα το ξεκοκκάλιζαν μέσα σε λίγες ώρες. Θα το ψείριζαν μέχρι το κόμμα, για να βρουν μια περίεργη λέξη που να έχει ξεμείνει από την αποστείρωση, μια φράση παρεξηγήσιμη ή με διπλή ανάγνωση, μια φωτογραφία που να προσβάλλει εσάς ή εμένα και τις προσωπικές μας μνήμες, κάτι τελοσπάντων το επίμεμπτο. Και αμέσως θα γινόταν το έλα να δεις. Θα έβγαιναν πύρινοι λόγοι στα μπαλκόνια, θα ξεσπούσαν εθνεγερτικές συζητήσεις στα κανάλια, θα έπαιρνε φωτιά η προεκλογική εκστρατεία, θα βλέπαμε συνθήματα, σημαίες, σποτ, πλακάτ, γκράφιτι και ό,τι άλλο φανταστεί αρρωστημένος νους. Θα περνούσαμε το υπόλοιπο ελάχιστο μιας ούτως ή άλλως ισχνής και αναιμικής, ανεπαρκούς και κολοβής προεκλογικής εκστρατείας να συζητάμε για το βιβλίο αντί για την ατζέντα αυτής της χώρας, που στριμώχνεται απελπισμένη σε μερικές μεσαίες παραγράφους των ομιλιών, αυτές που ποτέ δεν παίζουν στα κιου των καναλιών και των δελτίων.
Θα περίμενα, λοιπόν, αντί φθηνών δικαιολογιών μια ρητή δήλωση και μια συμφωνία. Αφού στο πρόσφατο παρελθόν κάναμε ως μη έδει ένα βιβλίο σχολικό θέμα εθνικό, αφού βάλαμε τα σχολικά βιβλία στην πιο πολιτικάντικη εκδοχή του δημόσιου διαλόγου, τουλάχιστον τώρα θα μπορούσαμε να πούμε από κοινού και με θάρρος πως ό,τι έγινε φορτίζει αυτό το βιβλίο με ένα πολιτικό βάρος που δεν έχει, ούτε έπρεπε να είχε ποτέ αποκτήσει. Από τη στιγμή, όμως, που βγήκε από τη σχολική, την εκπαιδευτική διαδικασία και έγινε τμήμα της πολιτικής διαδικασίας, το κακό έχει συντελεστεί. Η επιστροφή του, αναγκαία, δεν μπορεί να γίνει σε προεκλογικές συνθήκες. Πολιτική ευθύνη είναι ό,τι συνέβη, πολιτική υπευθυνότητα θα ήταν να δηλωθεί ρητά πως δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτραπεί η επανάληψη όσων ζήσαμε, στις πλάτες των μαθητών και, φοβούμαι, στις πλάτες της Ιστορίας.
Αλλά αντ’αυτού μάθημα υποκρισίας. Το ότι δεν τολμάμε καν να πούμε το σωστό είναι άλλη μια υστέρηση μετά την αχαρακτήριστη αυτή καθυστέρηση του άθλιου τυπογράφου.
Monday, September 10, 2007
Εκλογές καθ'εκάστην
Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου – και, λοιπόν, βρέθηκε η λύση. Είναι απλή. Οι εκλογές να μην γίνονται κάθε τέσσερα, αλλά κάθε τρία χρόνια. Ή κάθε δύο. Ή κάθε τρεις και δύο. Εκλογές συχνά – αυτό είναι το όνειρό μας, πανάκεια για τα προβλήματά μας.
Άκουγα τις προάλλες μια εκλογική συζήτηση και –το πιστεύετε, δεν το πιστεύετε- η μείωση της περιοδικότητας των εκλογών προτάθηκε στα σοβαρά. Μη φανταστείτε από υποψήφιο δευτεράντζα από αυτούς που βγαίνουν στα μεσημεριανά ή σε κανένα περίεργο κανάλι στο απογευματινό tea time ανάμεσα σε δυο μυκονιάτικα πάρτυ. Όχι, καθόλου. Το είπε ο Θόδωρος Πάγκαλος και συμφωνώ απολύτως. Τον ρωτούσαν για την προκήρυξη των εκλογών πρόωρα και είπε κάτι απλό. Αφού έτσι κι αλλιώς ο εκάστοτε πρωθυπουργός τις προκηρύσσει όποτε θέλει, γιατί να τον βάζουμε να επικαλείται ψεύτικους λόγους; Αφού έτσι κι αλλιώς οι περισσότερες εκλογές γίνονται πρόωρα γιατί να μην κάνουμε το πρόωρα κανονικά. Ας κάνουμε, είπε ο Πάγκαλος, εκλογές κάθε τρία χρόνια.
Εκείνη τη στιγμή δεν εκτίμησα τη σημασία της ιδέας. Από τότε το ξανασκέφθηκα και πείστηκα. Φαντάσου, ας πούμε, οι πυρκαγιές στην Πελοπόννησο να είχαν ξεσπάσει πρόπερσι. Οι δυστυχείς συμπατριώτες μας ακόμη θα περίμεναν τις αποζημιώσεις – ρωτήστε και τους καμμένους της Κασσάνδρας. Θα τους την είχαν πέσει μερικές μέρες τα κανάλια και έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Θα τους είχαν υποσχεθεί πως «θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο» - και θα είχαν μείνει μόνον με το κόκκαλο – ρωτήστε και στη Ρικομέξ. Θα είχε καεί η Ολυμπία και θα είχε συγκροτηθεί ειδική επιτροπή με πλειάδα αρμοδίων παραγόντων, αλλά δεν θα είχε ακόμη συνεδριάσει, διότι θα υπήρχε πολύς χρόνος μέχρι την Ολυμπιάδα του Πεκίνου. Και δεν θα είχαν τους αρχηγούς σαν αποκλειστικές νοσοκόμες στα κεφάλια τους να τους τάζουν σπίτι ο ένας, εξοχικό ο άλλος και, όσο θα χτίζονται, χρήμα με ουρά να ρέει από τον Αλφειό.
Αλλά και πέραν των πυροπαθών, οι υπόλοιποι, οι απαθείς πάλι δεν θα περνούσαμε καλύτερα. Θα υπήρχε χρόνος, ας πούμε να αποτιμηθεί το κόστος των αποζημιώσεων. Θα ήταν μικρότερο υπέρ των πυροπλήκτων, αλλά τότε θα απαιτούνταν άμεσα φορολογικά μέτρα για να αποτραπεί δημοσιονομική εκτροπή. Ενώ τώρα… Δίνουμε αβέρτα, μειώνουμε και τους φόρους. Τα κόστη τα αντέχει ο προϋπολογισμός, φτάνουν τα λεφτά από την Ευρώπη λέει ο ένας, λεφτά υπάρχουν λέει ο άλλος και κανείς δεν ρωτά μωρέ πούν’τα και δεν τα είχα δει έως τώρα;
Ο Πάγκαλος, χρόνια στο κουρμπέτι, έχει απόλυτο δίκιο. Εκλογές κάθε τρία χρόνια. Εκλογές κάθε χρόνο. Εκλογές συνέχεια. Οι εκλογές θεραπεύουν πάσαν νόσον, στα μπαλκόνια ακούγεται η μελωδία της ευτυχίας. Μόνο ένα μικρό μειονέκτημα έχουν. Ότι διεξάγονται Κυριακή και υπάρχει, αλίμονο, και Δευτέρα.
Άκουγα τις προάλλες μια εκλογική συζήτηση και –το πιστεύετε, δεν το πιστεύετε- η μείωση της περιοδικότητας των εκλογών προτάθηκε στα σοβαρά. Μη φανταστείτε από υποψήφιο δευτεράντζα από αυτούς που βγαίνουν στα μεσημεριανά ή σε κανένα περίεργο κανάλι στο απογευματινό tea time ανάμεσα σε δυο μυκονιάτικα πάρτυ. Όχι, καθόλου. Το είπε ο Θόδωρος Πάγκαλος και συμφωνώ απολύτως. Τον ρωτούσαν για την προκήρυξη των εκλογών πρόωρα και είπε κάτι απλό. Αφού έτσι κι αλλιώς ο εκάστοτε πρωθυπουργός τις προκηρύσσει όποτε θέλει, γιατί να τον βάζουμε να επικαλείται ψεύτικους λόγους; Αφού έτσι κι αλλιώς οι περισσότερες εκλογές γίνονται πρόωρα γιατί να μην κάνουμε το πρόωρα κανονικά. Ας κάνουμε, είπε ο Πάγκαλος, εκλογές κάθε τρία χρόνια.
Εκείνη τη στιγμή δεν εκτίμησα τη σημασία της ιδέας. Από τότε το ξανασκέφθηκα και πείστηκα. Φαντάσου, ας πούμε, οι πυρκαγιές στην Πελοπόννησο να είχαν ξεσπάσει πρόπερσι. Οι δυστυχείς συμπατριώτες μας ακόμη θα περίμεναν τις αποζημιώσεις – ρωτήστε και τους καμμένους της Κασσάνδρας. Θα τους την είχαν πέσει μερικές μέρες τα κανάλια και έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Θα τους είχαν υποσχεθεί πως «θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο» - και θα είχαν μείνει μόνον με το κόκκαλο – ρωτήστε και στη Ρικομέξ. Θα είχε καεί η Ολυμπία και θα είχε συγκροτηθεί ειδική επιτροπή με πλειάδα αρμοδίων παραγόντων, αλλά δεν θα είχε ακόμη συνεδριάσει, διότι θα υπήρχε πολύς χρόνος μέχρι την Ολυμπιάδα του Πεκίνου. Και δεν θα είχαν τους αρχηγούς σαν αποκλειστικές νοσοκόμες στα κεφάλια τους να τους τάζουν σπίτι ο ένας, εξοχικό ο άλλος και, όσο θα χτίζονται, χρήμα με ουρά να ρέει από τον Αλφειό.
Αλλά και πέραν των πυροπαθών, οι υπόλοιποι, οι απαθείς πάλι δεν θα περνούσαμε καλύτερα. Θα υπήρχε χρόνος, ας πούμε να αποτιμηθεί το κόστος των αποζημιώσεων. Θα ήταν μικρότερο υπέρ των πυροπλήκτων, αλλά τότε θα απαιτούνταν άμεσα φορολογικά μέτρα για να αποτραπεί δημοσιονομική εκτροπή. Ενώ τώρα… Δίνουμε αβέρτα, μειώνουμε και τους φόρους. Τα κόστη τα αντέχει ο προϋπολογισμός, φτάνουν τα λεφτά από την Ευρώπη λέει ο ένας, λεφτά υπάρχουν λέει ο άλλος και κανείς δεν ρωτά μωρέ πούν’τα και δεν τα είχα δει έως τώρα;
Ο Πάγκαλος, χρόνια στο κουρμπέτι, έχει απόλυτο δίκιο. Εκλογές κάθε τρία χρόνια. Εκλογές κάθε χρόνο. Εκλογές συνέχεια. Οι εκλογές θεραπεύουν πάσαν νόσον, στα μπαλκόνια ακούγεται η μελωδία της ευτυχίας. Μόνο ένα μικρό μειονέκτημα έχουν. Ότι διεξάγονται Κυριακή και υπάρχει, αλίμονο, και Δευτέρα.
Debate no more
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου – και τώρα τι θα απογίνουμε χωρίς ντημπέητ; Το περιμέναμε στις οθόνες συναθροισμένοι. Και ήταν αυτό που είδατε αυτές τις δυόμισυ ώρες που –εκτός αν γελιέμαι πολύ άσχημα- δεν άλλαξαν τον κόσμο.
Αλλά τουλάχιστον ντημπέητ τέλος. Δεν εννοώ τηλεοπτικές συζητήσεις πολιτικών αρχηγών. Αλλά αυτό το περίεργο ελληνικό τηλε-υβρίδιο, θνησιγενές που κατάφερε να επιβιώσει για τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, χάρη στο φόβο των κομματικών επιτελείων και την αδιαφορία τους για την ανάγκη των πολιτών για γνήσια συζήτηση και γνήσια πληροφόρηση,
Αυτό τουλάχιστον το υβρίδιο, που προσβάλλει τους αρχηγούς, εμφανίζοντάς τους ανίκανους να διεξαγάγουν ένα στοιχειώδη πολιτιισμένο διάλογο σαν αυτό που κάνουν όλοι οι άνθρωποι μεταξύ τους, που προσβάλλει τους ψηφοφόρους καλώντας τους να βολευτούν με ό,τι έχουν και να παρακολουθήσουν ημικατεψυγμένη κουβέντα, αν δεν θέλουν μόνο μπαλκόνι, σημαία και πλατεία…
Αυτό το μοντέλο πολιτικού διαλόγου στην τηλεόραση χτες το βράδυ πήρε τέλος. Δεν πήρε απλώς τέλος. Κατέρρευσε. Και κατέρρευσε στην ουσία του, κατέρρευσε από την αναγνώριση στην πράξη ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει. Ήταν ένα λάθος μήνυμα: τα πολιτικά κόμματα συμφώνησαν σε αποστείρωση της συζήτησης. Δεν ήταν ασφυκτική η διαδικασία. Ήταν ασηπτική. Μην τρέξει κάτι. Και το πρώτο που έτρεξε ήταν ότι, επειδή ο κορσές είχε γίνει πολύ στενός, έσπασε αμέσως. Κανείς δεν τήρησε τους όρους, όλοι επεδίωκαν εμφανώς όχι να τους τηρήσουν αλλά να τους παραβιάσουν – είπαν θα έχουμε λίγο χρόνο και έκλεβαν δευτερόλεπτα, είπαν θα έχουμε θεματικές ενότητες και απαντούσαν άλλα αντ’άλλων, είπαν «έτσι είναι αυτή η ζωή, το παιχνίδι το κάνουν τα κανάλια» και είχαν ένα δημοσιογραφικό έλεγχο καναλικού τύπου.
Αναρωτιέμαι σε τι ποσοστό οι πολίτες άκουσαν τα ερωτήματα που θα ήθελαν να θέσουν. Αναρωτιέμαι επίσης, επ’αυτού του ποσοστού, σε τι ποσοστό άκουσαν και απαντήσεις στα ερωτήματά τους. Αναρωτιέμαι αφού σε κανέναν δεν άρεσε τέτοια συζήτηση, γιατί συμφώνησαν οι ίδιοι έτσι να διεξαχθεί. Αναρωτιέμαι, τέλος, εάν οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να ανεχθούν επ’άπειρο την αναπαραγωγή ενός όχι τηλεοπτικού, αλλά βαθιά πολιτικού προτύπου, όπου ένα συγκεκριμένο πολιτικό φάσμα θεωρεί αυτονόητη για την αναπαραγωγή του την επιβολή των όρων αυτοσυντήρησης.
Το ντημπέητ, πέρα από το τεχνικο-οργανωτικό του ναυάγιο και τα σαφή δείγματα ερασιτεχνισμού στη σύλληψη και την εκτέλεση, εκτυλίχθηκε με τη μορφή που είχαν προαποφασίσει ότι θα έχει. Ήταν ένα ασφαλές στοίχημα. Παρόλα αυτά, και προφανώς χωρίς προγραμματική συζήτηση, αστείο πράγμα σε 90 δευτερόλεπτα και χωρίς να μπορεί να απευθυνθεί ο ένας στον άλλο, ακόμη κι έτσι το περιεχόμενο του ντημπέητ ήταν καλύτερο, δεν τολμώ να πω τη λέξη ουσιαστικότερο, αλλά πάντως εκφραστικότερο από ό,τι είχε σχεδιαστεί. Ακόμη και τα ασφαλή στοιχήματα, μάθαμε χτες το βράδυ, μπορούν να κερδηθούν ή, πάλι, να χαθούν.
Αλλά τουλάχιστον ντημπέητ τέλος. Δεν εννοώ τηλεοπτικές συζητήσεις πολιτικών αρχηγών. Αλλά αυτό το περίεργο ελληνικό τηλε-υβρίδιο, θνησιγενές που κατάφερε να επιβιώσει για τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, χάρη στο φόβο των κομματικών επιτελείων και την αδιαφορία τους για την ανάγκη των πολιτών για γνήσια συζήτηση και γνήσια πληροφόρηση,
Αυτό τουλάχιστον το υβρίδιο, που προσβάλλει τους αρχηγούς, εμφανίζοντάς τους ανίκανους να διεξαγάγουν ένα στοιχειώδη πολιτιισμένο διάλογο σαν αυτό που κάνουν όλοι οι άνθρωποι μεταξύ τους, που προσβάλλει τους ψηφοφόρους καλώντας τους να βολευτούν με ό,τι έχουν και να παρακολουθήσουν ημικατεψυγμένη κουβέντα, αν δεν θέλουν μόνο μπαλκόνι, σημαία και πλατεία…
Αυτό το μοντέλο πολιτικού διαλόγου στην τηλεόραση χτες το βράδυ πήρε τέλος. Δεν πήρε απλώς τέλος. Κατέρρευσε. Και κατέρρευσε στην ουσία του, κατέρρευσε από την αναγνώριση στην πράξη ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει. Ήταν ένα λάθος μήνυμα: τα πολιτικά κόμματα συμφώνησαν σε αποστείρωση της συζήτησης. Δεν ήταν ασφυκτική η διαδικασία. Ήταν ασηπτική. Μην τρέξει κάτι. Και το πρώτο που έτρεξε ήταν ότι, επειδή ο κορσές είχε γίνει πολύ στενός, έσπασε αμέσως. Κανείς δεν τήρησε τους όρους, όλοι επεδίωκαν εμφανώς όχι να τους τηρήσουν αλλά να τους παραβιάσουν – είπαν θα έχουμε λίγο χρόνο και έκλεβαν δευτερόλεπτα, είπαν θα έχουμε θεματικές ενότητες και απαντούσαν άλλα αντ’άλλων, είπαν «έτσι είναι αυτή η ζωή, το παιχνίδι το κάνουν τα κανάλια» και είχαν ένα δημοσιογραφικό έλεγχο καναλικού τύπου.
Αναρωτιέμαι σε τι ποσοστό οι πολίτες άκουσαν τα ερωτήματα που θα ήθελαν να θέσουν. Αναρωτιέμαι επίσης, επ’αυτού του ποσοστού, σε τι ποσοστό άκουσαν και απαντήσεις στα ερωτήματά τους. Αναρωτιέμαι αφού σε κανέναν δεν άρεσε τέτοια συζήτηση, γιατί συμφώνησαν οι ίδιοι έτσι να διεξαχθεί. Αναρωτιέμαι, τέλος, εάν οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να ανεχθούν επ’άπειρο την αναπαραγωγή ενός όχι τηλεοπτικού, αλλά βαθιά πολιτικού προτύπου, όπου ένα συγκεκριμένο πολιτικό φάσμα θεωρεί αυτονόητη για την αναπαραγωγή του την επιβολή των όρων αυτοσυντήρησης.
Το ντημπέητ, πέρα από το τεχνικο-οργανωτικό του ναυάγιο και τα σαφή δείγματα ερασιτεχνισμού στη σύλληψη και την εκτέλεση, εκτυλίχθηκε με τη μορφή που είχαν προαποφασίσει ότι θα έχει. Ήταν ένα ασφαλές στοίχημα. Παρόλα αυτά, και προφανώς χωρίς προγραμματική συζήτηση, αστείο πράγμα σε 90 δευτερόλεπτα και χωρίς να μπορεί να απευθυνθεί ο ένας στον άλλο, ακόμη κι έτσι το περιεχόμενο του ντημπέητ ήταν καλύτερο, δεν τολμώ να πω τη λέξη ουσιαστικότερο, αλλά πάντως εκφραστικότερο από ό,τι είχε σχεδιαστεί. Ακόμη και τα ασφαλή στοιχήματα, μάθαμε χτες το βράδυ, μπορούν να κερδηθούν ή, πάλι, να χαθούν.
Subscribe to:
Posts (Atom)