Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου – και είναι η πιο κατάλληλη μέρα για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις για το όνομα: τέτοιες μέρες υπάρχουν μια φορά στα τόσα χρόνια και τίποτα δεν εγγυάται ότι εάν αυτή η ημέρα παρέλθει για το Μακεδονικό, θα υπάρξει στο μέλλον κι άλλη ευκαιρία. Τίποτα δεν το αποκλείει, ασφαλώς, αλλά και τίποτα δεν το εγγυάται.
Τώρα πια, μετά από 17 χρόνια, από εκείνη την ιστορική –λέγαμε τότε…- απόφαση του Δεκέμβρη του 91, που θα «κατοχύρωνε πλήρως» την Ελλάδα και διαπιστώσαμε αργότερα τι ακριβώς άξιζε…
…τώρα, με συσσωρευμένη πικρή εμπειρία, γνωρίζουμε τουλάχιστον τις προδιαγραφές μιας λύσης, για να έχει νόημα για την Ελλάδα να την αποδεχθεί και για την κυβέρνησή της (αλλά και ενδεχομένως κόμματα της αντιπολίτευσης) να αναλάβουν το πολιτικό κόστος που μετά βεβαιότητος θα συνεπάγεται η αποδοχή, όπως ατυχώς πιστοποιούν και οι τελευταίες σφυγμομετρήσεις.
Ποιες είναι αυτές οι προδιαγραφές; Μάλλον απλό. Να είναι μια πραγματική λύση και να είναι ένας πραγματικός συμβιβασμός. Λύση σημαίνει να λειτουργεί. Και η τελική ονομασία και η τεχνική της επεξεργασία να είναι τέτοια που να μην περιπέσει σε λίγο σε αχρησία και επιστρέψουμε στη σημερινή «προτέρα κατάσταση», δηλαδή στο «Μακεδονία». Και συμβιβασμός σημαίνει να μην κοροϊδευόμαστε: να είναι εμφανές ότι όπως η Ελλάδα έχει (με αργοπορία χαρακτηριστική για την οποία καταβάλλει βαρύτατο τίμημα, αλλά πάντως ΈΧΕΙ) μετακινηθεί από την αρχική άρνηση να συζητήσει οτιδήποτε με τον όρο «Μακεδονία», έτσι και οι γείτονες και συνεταίροι (γιατί τέτοιοι είναι και μάλιστα με μειοψηφικό πακέτο) πρέπει να είναι φανερό σε όλους ότι έχουν κάνει ένα βήμα πέρα από το «Δημοκρατία της Μακεδονίας» και ότι (συναινούν ή πειθαναγκάζονται μάλλον αδιάφορο, αλλά πάντως) προχωρούν σε έναν αμοιβαία έντιμο συμβιβασμό.
Γιατί είναι τόσο σημαντικό – θα ρωτήσει ίσως η μειοψηφία των δημοσκοπήσεων; Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε με μια λύση-πρόσχημα, που στην ουσία θα κατοχυρώνει τη σημερινή κατάσταση, που από πρακτική άποψη δεν μας έκανε και τη ζωή δύσκολη; Η απάντηση δεν έχει σχέση με τα ζητήματα της καθημερινότητας – αυτά τα έχει λύσει, όπως παραδοσιακά συμβαίνει επί αιώνες στα Βαλκάνια, το εμπόριο. Το ζήτημα είναι το μήνυμα. Και το μήνυμα δεν μπορεί να είναι ότι η Ελλάδα, χώρα πολύ ισχυρότερη και σταθερότερη, χάνει κατά κράτος σε ένα θέμα που έστω χειρίστηκε με το χειρότερο τρόπο. Και ακόμη: ότι δεν μπορεί να δώσει την εικόνα ότι μπορεί να αποδέχεται και να προσυπογράφει μια διπλωματική ήττα χωρίς να έχει την ανάγκη να το κάνει. Γιατί εάν τα Σκόπια όντως δεν είναι απειλή, το μήνυμα της υπόθεσης μπορεί να γίνει. Και να το παρερμηνεύσουν άλλοι, ισχυρότεροι.
Όσο για τη λύση, αυτή έχει βρεθεί από το 1993, την έλεγαν «πακέτο Πινέιρο» και εάν μας την έδιναν σήμερα θα γινόταν όχι συλλαλητήριο αλλά εθνικό πάρτυ. Αυτό που στην πραγματικότητα ζητάμε από τη διπλωματία είναι να γίνει μια μηχανή του πολιτικού χρόνου και, όπως συμβαίνει με τις δίσεκτες μέρες σαν τη σημερινή 29η, να πηδήξει μερικές τετραετίες. Αλλά προς τα πίσω…
Friday, February 29, 2008
Thursday, February 28, 2008
Secret combination
Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου – και κέρδισε γιατί έπιασε το κρυφό μας νόημα. Περί αυτού πρόκειται και δεν το είχαμε καταλάβει. Τώρα το μάθαμε εμείς, θα το μάθει και σύμπασα η Ευρώπη μέσω της Eurovision.
Πρώτα από όλα της άξιζε να κερδίσει και να μας εκπροσωπήσει, αφού κατάφερε να κρατήσει secret το δικό της combination ακόμη και από το Δημοσιογράφο –προφανώς με Δ κεφαλαίο-, δεν της είχε ράμματα για την παρτιτούρα της, δεν είχε βρει το βρώμικο παρελθόν της, δεν είχε καν ηχογραφήσει φιλικά τις πρόβες. Πρόκειται για τη μέγιστη επιτυχία στη χώρα – ρωτήστε και τον Κουκοδήμο…
Και πέρα από αυτό όμως, έχει βρει τις δύο λέξεις που αποτυπώνουν καλύτερα την καθημερινή μας πραγματικότητα. Μέτρα και κατάλαβε: πώς βρήκε ο άλλος Δημοσιογράφος 5,5 εκατομμύρια μετρητά; Το είπε καθαρά στον ανακριτή: είχε χρηματοκιβώτιο με secret combination στη σαλοτραπεζαρία και φύλαγε μέσα πάντοτε μερικά ψιλά για τσιγάρα, εφημερίδες και λοιπά. Και πώς κατάφερε να βρει το DVD; Το έβαλε το χαζοπούλι, που νόμιζε ότι είναι εξυπνοπούλι, σε ένα μηχάνημα που του υπέδειξε και το οποίο ξεκλείδωσε ό,τι secret combination είχε η κασέτα και έκανε μια ωραία κόπια, προς πάσαν χρήσιν, νόμιμη βεβαίως γιατί το δικό μας secret είναι η απόλυτη τήρησις της νομιμότητος… Πρόκειται για την περίπτωση του «always and forever» - πάντα και για πάντα, τι είχες Γιάννη τι είχα πάντα. Δεν προκρίθηκε – στη Eurovision εννοώ…
Πού τα έμαθα όλα αυτά; Τα διάβασα σε comments, σχόλια πα’να’πει, στο press.gr των αποκαλυπτικών για τα πάντα πλην του ονόματός τους. Αυτοί κι αν είχαν secret combination στους λογαριασμούς τους (ηλεκτρονικούς και παρολίγον και τραπεζικούς): ως καλοί bloggers είχαν account στο Αφγανιστάν, στο Τατζικιστάν, στο Εκβιαστάν και στο Λαμογιστάν. Εδώ η περίπτωση είναι σαν το άλλο τραγούδι που ατύχησε: σκυλάδικο με αγγλικό στίχο στο ρεφρέν, ελληνικό στο κουπλέ και ολίγη από ποπ, συνολικώς τουρκομπαρόκ. Λένε πως είναι blogger: είναι σαν να τους έχουν βαφτίσει Χρυσάνθη-Παγώνα και να θέλουν να μας πείσουν πως το ονοματάκι τους είναι Χρύσπα…
Αλλά εμείς, τόση καλομοιριά πώς την αντέχουμε; Αυτός είναι ο δικός μας secret combination.
Πρώτα από όλα της άξιζε να κερδίσει και να μας εκπροσωπήσει, αφού κατάφερε να κρατήσει secret το δικό της combination ακόμη και από το Δημοσιογράφο –προφανώς με Δ κεφαλαίο-, δεν της είχε ράμματα για την παρτιτούρα της, δεν είχε βρει το βρώμικο παρελθόν της, δεν είχε καν ηχογραφήσει φιλικά τις πρόβες. Πρόκειται για τη μέγιστη επιτυχία στη χώρα – ρωτήστε και τον Κουκοδήμο…
Και πέρα από αυτό όμως, έχει βρει τις δύο λέξεις που αποτυπώνουν καλύτερα την καθημερινή μας πραγματικότητα. Μέτρα και κατάλαβε: πώς βρήκε ο άλλος Δημοσιογράφος 5,5 εκατομμύρια μετρητά; Το είπε καθαρά στον ανακριτή: είχε χρηματοκιβώτιο με secret combination στη σαλοτραπεζαρία και φύλαγε μέσα πάντοτε μερικά ψιλά για τσιγάρα, εφημερίδες και λοιπά. Και πώς κατάφερε να βρει το DVD; Το έβαλε το χαζοπούλι, που νόμιζε ότι είναι εξυπνοπούλι, σε ένα μηχάνημα που του υπέδειξε και το οποίο ξεκλείδωσε ό,τι secret combination είχε η κασέτα και έκανε μια ωραία κόπια, προς πάσαν χρήσιν, νόμιμη βεβαίως γιατί το δικό μας secret είναι η απόλυτη τήρησις της νομιμότητος… Πρόκειται για την περίπτωση του «always and forever» - πάντα και για πάντα, τι είχες Γιάννη τι είχα πάντα. Δεν προκρίθηκε – στη Eurovision εννοώ…
Πού τα έμαθα όλα αυτά; Τα διάβασα σε comments, σχόλια πα’να’πει, στο press.gr των αποκαλυπτικών για τα πάντα πλην του ονόματός τους. Αυτοί κι αν είχαν secret combination στους λογαριασμούς τους (ηλεκτρονικούς και παρολίγον και τραπεζικούς): ως καλοί bloggers είχαν account στο Αφγανιστάν, στο Τατζικιστάν, στο Εκβιαστάν και στο Λαμογιστάν. Εδώ η περίπτωση είναι σαν το άλλο τραγούδι που ατύχησε: σκυλάδικο με αγγλικό στίχο στο ρεφρέν, ελληνικό στο κουπλέ και ολίγη από ποπ, συνολικώς τουρκομπαρόκ. Λένε πως είναι blogger: είναι σαν να τους έχουν βαφτίσει Χρυσάνθη-Παγώνα και να θέλουν να μας πείσουν πως το ονοματάκι τους είναι Χρύσπα…
Αλλά εμείς, τόση καλομοιριά πώς την αντέχουμε; Αυτός είναι ο δικός μας secret combination.
Wednesday, February 27, 2008
ΕΚΤΑΚΤΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ: BLOGGING ή BLACKMAILING;
Μετά τα τελευταία γεγονότα, το blogging κινδυνεύει να αποκτήσει στη συνείδηση της κοινής γνώμης, που παραμένει στη συντριπτική πλειοψηφία της ηλεκτρονικά αναλφάβητη, την εικόνα ενός πεδίου εξαχρείωσης και ασυδοσίας.
Κάθε είδους άσχετοι και ειδικοί επί παντός μιλούν για μια υπόθεση που συμπλέκει μπλόγκινγκ και εκβιασμούς σαν να είναι μια φυσική συνύπαρξη, ένα αναπότρεπτο χαρακτηριστικό του διαδικτύου η ανωνυμία, η συκοφαντία και η ανευθυνότητα. Κινδυνεύει, έτσι, το μοναδικό πεδίο έκφρασης γνώμης που δεν υπόκειται σε περιορισμούς οικονομικών δυνατοτήτων.
Δεν έχω πρόχειρη σκέψη ή λύση για το πώς θα μπορούσαν να αντιδράσουν όσοι ασχολούνται με κέφι, ή και πάθος, με το διαδίκτυο και την ηλεκτρονική διακίνηση ιδεών. Εάν όμως κάποιος έχει μια πρόταση, μια πρωτοβουλία ή μια έμπνευση για το πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί η αντίδραση, θα τον παρακαλούσα να τη διακινήσει και από αυτό εδώ το μπλογκ, που είναι από τα λιγότερο φιλόδοξα, όχι τα πιο δημοφιλή, αλλά προσβλέπει στην ισοτιμία και την ελευθερία που εξασφαλίζει η ηλεκτρονική πρόσβαση στο δημοκρατικό δικαίωμα της γνώμης και αισθάνεται την απειλή του εξευτελισμού του μοναδικού κοινωνικά προσβάσιμου προπύργιου ελευθεροτυπίας.
Κάθε είδους άσχετοι και ειδικοί επί παντός μιλούν για μια υπόθεση που συμπλέκει μπλόγκινγκ και εκβιασμούς σαν να είναι μια φυσική συνύπαρξη, ένα αναπότρεπτο χαρακτηριστικό του διαδικτύου η ανωνυμία, η συκοφαντία και η ανευθυνότητα. Κινδυνεύει, έτσι, το μοναδικό πεδίο έκφρασης γνώμης που δεν υπόκειται σε περιορισμούς οικονομικών δυνατοτήτων.
Δεν έχω πρόχειρη σκέψη ή λύση για το πώς θα μπορούσαν να αντιδράσουν όσοι ασχολούνται με κέφι, ή και πάθος, με το διαδίκτυο και την ηλεκτρονική διακίνηση ιδεών. Εάν όμως κάποιος έχει μια πρόταση, μια πρωτοβουλία ή μια έμπνευση για το πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί η αντίδραση, θα τον παρακαλούσα να τη διακινήσει και από αυτό εδώ το μπλογκ, που είναι από τα λιγότερο φιλόδοξα, όχι τα πιο δημοφιλή, αλλά προσβλέπει στην ισοτιμία και την ελευθερία που εξασφαλίζει η ηλεκτρονική πρόσβαση στο δημοκρατικό δικαίωμα της γνώμης και αισθάνεται την απειλή του εξευτελισμού του μοναδικού κοινωνικά προσβάσιμου προπύργιου ελευθεροτυπίας.
Ποιός αποφασίζει;
Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου – και για τέταρτη φορά χτες συνδικαλιστές της ΔΕΗ εμπόδισαν τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Κανένας δεν συγκινήθηκε, η κυβέρνηση δεν είπε κιχ, η αντιπολίτευση ήταν εκεί μαζί τους, δεν τρέχει κάστανο… Αυτή είναι η φυσιολογική κατάσταση των πραγμάτων. Ως εκ τούτου έχουμε κάνει λάθος στη διατύπωση: δεν πρόκειται περί εταιρείας. Πρόκειται περί ενός παλαιού κομματικού και συνδικαλιστικού φέουδου, το οποίο έχει μετατραπεί σε κάτι ενδιάμεσο και απροσδιόριστο, που δεν ανήκει σε κανέναν, ένα no man’s land, όπου συγκρούονται σε μια μάχη οπισθοφυλακών οι παλαιοί συνιδιοκτήτες, κόμματα και συνδικάτα. Ασφαλώς με τους όρους αυτούς δεν πρόκειται για «εταιρεία».
Αλλά η ΔΕΗ είναι η μεγαλύτερη ελληνική επιχείρηση. Και οι στρατηγικές της αποφάσεις είναι μείζον πολιτικό ζήτημα. Αλλά ούτε η κυβέρνηση, ούτε η αντιπολίτευση (και εννοώ κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης) δεν έχει διάθεση να θέσει ενώπιον των πολιτών ένα απλό, σαφές και πραγματικό δίλημμα. Η ενέργεια είναι μια ζωτική ανάγκη. Θα χρειαστούμε και θα χρειαζόμαστε όλο και περισσότερη. Η ενέργεια είναι επίσης βρώμικη στις ποσότητες που τη χρειαζόμαστε – οι εναλλακτικές μορφές είναι άριστες και πρέπει να ενισχυθούν, αλλά από τεχνολογική άποψη δεν είμαστε ακόμη στη φάση της απεξάρτησης από τα ρυπογόνα καύσιμα.
Οι πολίτες, αφού θέλουν να αποφασίζουν, και καλώς διεκδικούν αυτό το δικαίωμα, μπορούν να έχουν και λόγο και την ωριμότητα να κρίνουν. Η ενέργεια τα επόμενα χρόνια, με τα σημερινά δεδομένα, θα είναι ή πιο βρώμικη και πιο φτηνή ή πιο καθαρή και πιο ακριβή. Δεν μπορούμε να δούμε την απλή αυτή αλήθεια; Και να πάρουν τότε όλοι θέση, με ξεκάθαρο τρόπο. Έχω την εντύπωση πως, εάν ενημερωθούν και εάν ερωτηθούν, οι πολίτες στην πλειοψηφία τους θα κάνουν την πιο δύσκολη, την πιο τολμηρή και την πιο υπεύθυνη επιλογή. Έχω την εντύπωση πως εάν τεθούν μπροστά στο ερώτημα, θα αναδεχθούν το πρόσθετο κόστος.
Και τότε μια κυβέρνηση και ένα πολιτικό σύστημα θα μπορεί να πει πως πράγματι ακούει και συναποφασίζει με την περίφημη κοινωνία των πολιτών. Δεν θα χρειάζεται να απολογείται, ούτε να ζει με τη διαρκή υπόνοια πως οι αποφάσεις –όπως πολύ συχνά συνέβη στο παρελθόν- ήταν αποτέλεσμα κυβερνώσας και διακομματικής διαφθοράς και υστερόβουλων υπολογισμών. Μια διοίκηση, όποια και εάν είναι, δεν μπορεί να αναλάβει το βάρος μιας τέτοιας απόφασης. Δουλειά της διοίκησης είναι να αποφασίζει με εταιρικό κριτήριο. Η υπόθεση εδώ υπερβαίνει κατά πολύ την αρμοδιότητα και της ίδιας της ΔΕΗ. Δεν αφορά την επιχείρηση, αφορά τη χώρα και τις κεντρικές, στρατηγικές της επιλογές. Με το λιθάνθρακα ασφαλώς θα πληρώνουμε λιγότερο το ρεύμα – και εάν αυτό θέλουμε, αυτή είναι η λύση. Αλλά κανείς δεν μπορεί να στερήσει από την κοινωνία το δικαίωμα, εάν κρίνει έτσι, να επιλέξει κάτι ακριβότερο και καθαρότερο. Κανείς δεν μπορεί να στερήσει από τους πολίτες το δικαίωμα να πληρώσουν για να διαλέξουν και να διαλέξουν να πληρώσουν. Και ασφαλώς δεν μπορεί να αποφασίζουν οι συνδικαλιστές πώς θα επενδύσει η ΔΕΗ, όπως δεν μπορούν να αποφασίζουν οι μηχανοδηγοί, που απεργούν σήμερα, πού θα πηγαίνει και πότε το Μετρό…
Όσο για την ιδέα του κ. Αθανασόπουλου να συγκρίνει το διοξείδιο του άνθρακα από τις τσιμινιέρες του με το ανθρακικό στη γκαζόζα, από χημική άποψη μπορεί να έχει δίκιο, από πολιτική άποψη πάντως αποτελεί διεκδίκηση του δικαιώματος στην αυτογελοιοποίηση. Και μια φράση μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά, μέσα από την εικόνα στην κοινή γνώμη, μεγάλες αποφάσεις, οπότε καλύτερα να σκέπτεται πριν βουτήξει το καλαμάκι του στο μελάνι και πάρει το μικρόφωνο για να πει κάτι έξυπνο…
Αλλά η ΔΕΗ είναι η μεγαλύτερη ελληνική επιχείρηση. Και οι στρατηγικές της αποφάσεις είναι μείζον πολιτικό ζήτημα. Αλλά ούτε η κυβέρνηση, ούτε η αντιπολίτευση (και εννοώ κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης) δεν έχει διάθεση να θέσει ενώπιον των πολιτών ένα απλό, σαφές και πραγματικό δίλημμα. Η ενέργεια είναι μια ζωτική ανάγκη. Θα χρειαστούμε και θα χρειαζόμαστε όλο και περισσότερη. Η ενέργεια είναι επίσης βρώμικη στις ποσότητες που τη χρειαζόμαστε – οι εναλλακτικές μορφές είναι άριστες και πρέπει να ενισχυθούν, αλλά από τεχνολογική άποψη δεν είμαστε ακόμη στη φάση της απεξάρτησης από τα ρυπογόνα καύσιμα.
Οι πολίτες, αφού θέλουν να αποφασίζουν, και καλώς διεκδικούν αυτό το δικαίωμα, μπορούν να έχουν και λόγο και την ωριμότητα να κρίνουν. Η ενέργεια τα επόμενα χρόνια, με τα σημερινά δεδομένα, θα είναι ή πιο βρώμικη και πιο φτηνή ή πιο καθαρή και πιο ακριβή. Δεν μπορούμε να δούμε την απλή αυτή αλήθεια; Και να πάρουν τότε όλοι θέση, με ξεκάθαρο τρόπο. Έχω την εντύπωση πως, εάν ενημερωθούν και εάν ερωτηθούν, οι πολίτες στην πλειοψηφία τους θα κάνουν την πιο δύσκολη, την πιο τολμηρή και την πιο υπεύθυνη επιλογή. Έχω την εντύπωση πως εάν τεθούν μπροστά στο ερώτημα, θα αναδεχθούν το πρόσθετο κόστος.
Και τότε μια κυβέρνηση και ένα πολιτικό σύστημα θα μπορεί να πει πως πράγματι ακούει και συναποφασίζει με την περίφημη κοινωνία των πολιτών. Δεν θα χρειάζεται να απολογείται, ούτε να ζει με τη διαρκή υπόνοια πως οι αποφάσεις –όπως πολύ συχνά συνέβη στο παρελθόν- ήταν αποτέλεσμα κυβερνώσας και διακομματικής διαφθοράς και υστερόβουλων υπολογισμών. Μια διοίκηση, όποια και εάν είναι, δεν μπορεί να αναλάβει το βάρος μιας τέτοιας απόφασης. Δουλειά της διοίκησης είναι να αποφασίζει με εταιρικό κριτήριο. Η υπόθεση εδώ υπερβαίνει κατά πολύ την αρμοδιότητα και της ίδιας της ΔΕΗ. Δεν αφορά την επιχείρηση, αφορά τη χώρα και τις κεντρικές, στρατηγικές της επιλογές. Με το λιθάνθρακα ασφαλώς θα πληρώνουμε λιγότερο το ρεύμα – και εάν αυτό θέλουμε, αυτή είναι η λύση. Αλλά κανείς δεν μπορεί να στερήσει από την κοινωνία το δικαίωμα, εάν κρίνει έτσι, να επιλέξει κάτι ακριβότερο και καθαρότερο. Κανείς δεν μπορεί να στερήσει από τους πολίτες το δικαίωμα να πληρώσουν για να διαλέξουν και να διαλέξουν να πληρώσουν. Και ασφαλώς δεν μπορεί να αποφασίζουν οι συνδικαλιστές πώς θα επενδύσει η ΔΕΗ, όπως δεν μπορούν να αποφασίζουν οι μηχανοδηγοί, που απεργούν σήμερα, πού θα πηγαίνει και πότε το Μετρό…
Όσο για την ιδέα του κ. Αθανασόπουλου να συγκρίνει το διοξείδιο του άνθρακα από τις τσιμινιέρες του με το ανθρακικό στη γκαζόζα, από χημική άποψη μπορεί να έχει δίκιο, από πολιτική άποψη πάντως αποτελεί διεκδίκηση του δικαιώματος στην αυτογελοιοποίηση. Και μια φράση μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά, μέσα από την εικόνα στην κοινή γνώμη, μεγάλες αποφάσεις, οπότε καλύτερα να σκέπτεται πριν βουτήξει το καλαμάκι του στο μελάνι και πάρει το μικρόφωνο για να πει κάτι έξυπνο…
Tuesday, February 26, 2008
Ιστολόγιο ή εκβιαστολόγιο;
Τρίτη 26 Φεβρουαρίου – και, καλώς ή κακώς, οκτώ στους δέκα Έλληνες άκουσαν για πρώτη φορά στη ζωή τους τη λέξη blog το τελευταίο διήμερο από τις ειδήσεις. Και συνεπέραναν ότι ιστολόγιο ίσον εκβιαστολόγιο.
Δεν είναι έτσι. Πρώτα από όλα, κάθε νέο μέσο περνά τις ασθένειες της παιδικής του ηλικίας. Συνέβη με τις εφημερίδες, συνέβη με τα ηλεκτρονικά μέσα (το ραδιόφωνο, ας πούμε ένα κλασικό παράδειγμα, συνέβαλε τα μέγιστα στην άνοδο του ναζισμού), συμβαίνει τώρα με τα μέσα της αμφίδρομης και επιλεκτικής επικοινωνίας. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Για τις περισσότερες παθογένειες που ξεπηδούν αυτές τις μέρες και στην Ελλάδα, με τη γνωστή χαρακτηριστική καθυστέρηση, η ευθύνη δεν ανήκει ούτε στο μέσο και τη φύση του (θα ήταν καθαρή κοινοτοπία να επισημάνουμε πως το Ίντερνετ από μόνο του δεν είναι ούτε καλό, ούτε κακό), όπως δεν ανήκουν και στους χρήστες του συγκεκριμένου μέσου. Πρόκειται για μεταφορά παθογένειας από το κατεστημένο της ενημέρωσης.
Είναι η πολλοστή φορά το τελευταίο διάστημα που αναγκαζόμαστε να μιλήσουμε για τη δουλειά μας και αυτό από μόνο του είναι ανησυχητικό. Είναι όμως εξίσου αναγκαίο.
Τρία σημεία. Πρώτον: η διακίνηση της πληροφορίας στο διαδίκτυο είναι πράγματι ανεξέλεγκτη. Αλλά, όπως πληροφορήθηκαν μερικοί μαθητευόμενοι μάγοι, λιγότερο ανεξέλεγκτη από όσο νομίζουν και ελπίζουν οι κακοποιοί που πέρασαν γρήγορα στην ηλεκτρονική φάση απολύτως παραδοσιακών κακουργημάτων.
Δεύτερον: Η ανωνυμία είναι διαφορετική στο διαδίκτυο και διαφορετική στα άλλα μέσα ενημέρωσης. Αυτό συμβαίνει επειδή τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, εφημερίδες και άλλα έντυπα έχουν δηλωμένη βάση και δηλωμένη σύνταξη. Μπορεί τα κείμενα να φέρουν ή να μην φέρουν υπογραφή (υπάρχουν περιοδικά κύρους και παγκόσμιας εμβέλειας όπως ο Εκόνομιστ που δεν έχουν καμμία υπογραφή συντάκτη), αλλά η ευθύνη της δημοσίευσης ανήκει στη διεύθυνση. Για να έχει αξιοπιστία μια πληροφορία, χρειάζεται να υπάρχει ανάληψη της τελικής ευθύνης γι’αυτήν – τα υπόλοιπα είναι άνευ δημόσιας σημασίας και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται.
Τρίτο – και νομίζω σημαντικότερο: πληροφορίες σε ποσότητα και ποιότητα αξιοποιήσιμη έχουν οι δημοσιογράφοι. Ούτε άλλοι μπλόγκερ, ούτε ο κάθε ερασιτέχνης, που μπορεί να βγάλει μια μεγάλη είδηση, αλλά δεν μπορεί να τροφοδοτεί το κοινό με ειδήσεις. Και υπάρχει τα τελευταία χρόνια μια φάμπρικα που δείχνει την έκπτωση του επαγγέλματος, αυτή που κυρίως πρέπει να μας απασχολεί. Η φάμπρικα αυτή στηρίζεται στην ιδέα της απόδοσης. Αφού αποδίδουμε μια είδηση σε άλλη πηγή, νίπτουμε τα χείρας μας και ευθύνην ουκ έχομεν. Την αποτυπώνει η απίστευτη φράση "το λέει το ρεπορτάζ" - όχι ο ρεπόρτερ (γιατί άραγε υπάρχει;) αλλά το ανώνυμο, απροσδιόριστο και βολικά ανεύθυνο "ρεπορτάζ". Η αυτοκατάργηση του δημοσιογράφου γίνεται
Δεν είναι έτσι. Πρώτα από όλα, κάθε νέο μέσο περνά τις ασθένειες της παιδικής του ηλικίας. Συνέβη με τις εφημερίδες, συνέβη με τα ηλεκτρονικά μέσα (το ραδιόφωνο, ας πούμε ένα κλασικό παράδειγμα, συνέβαλε τα μέγιστα στην άνοδο του ναζισμού), συμβαίνει τώρα με τα μέσα της αμφίδρομης και επιλεκτικής επικοινωνίας. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Για τις περισσότερες παθογένειες που ξεπηδούν αυτές τις μέρες και στην Ελλάδα, με τη γνωστή χαρακτηριστική καθυστέρηση, η ευθύνη δεν ανήκει ούτε στο μέσο και τη φύση του (θα ήταν καθαρή κοινοτοπία να επισημάνουμε πως το Ίντερνετ από μόνο του δεν είναι ούτε καλό, ούτε κακό), όπως δεν ανήκουν και στους χρήστες του συγκεκριμένου μέσου. Πρόκειται για μεταφορά παθογένειας από το κατεστημένο της ενημέρωσης.
Είναι η πολλοστή φορά το τελευταίο διάστημα που αναγκαζόμαστε να μιλήσουμε για τη δουλειά μας και αυτό από μόνο του είναι ανησυχητικό. Είναι όμως εξίσου αναγκαίο.
Τρία σημεία. Πρώτον: η διακίνηση της πληροφορίας στο διαδίκτυο είναι πράγματι ανεξέλεγκτη. Αλλά, όπως πληροφορήθηκαν μερικοί μαθητευόμενοι μάγοι, λιγότερο ανεξέλεγκτη από όσο νομίζουν και ελπίζουν οι κακοποιοί που πέρασαν γρήγορα στην ηλεκτρονική φάση απολύτως παραδοσιακών κακουργημάτων.
Δεύτερον: Η ανωνυμία είναι διαφορετική στο διαδίκτυο και διαφορετική στα άλλα μέσα ενημέρωσης. Αυτό συμβαίνει επειδή τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, εφημερίδες και άλλα έντυπα έχουν δηλωμένη βάση και δηλωμένη σύνταξη. Μπορεί τα κείμενα να φέρουν ή να μην φέρουν υπογραφή (υπάρχουν περιοδικά κύρους και παγκόσμιας εμβέλειας όπως ο Εκόνομιστ που δεν έχουν καμμία υπογραφή συντάκτη), αλλά η ευθύνη της δημοσίευσης ανήκει στη διεύθυνση. Για να έχει αξιοπιστία μια πληροφορία, χρειάζεται να υπάρχει ανάληψη της τελικής ευθύνης γι’αυτήν – τα υπόλοιπα είναι άνευ δημόσιας σημασίας και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται.
Τρίτο – και νομίζω σημαντικότερο: πληροφορίες σε ποσότητα και ποιότητα αξιοποιήσιμη έχουν οι δημοσιογράφοι. Ούτε άλλοι μπλόγκερ, ούτε ο κάθε ερασιτέχνης, που μπορεί να βγάλει μια μεγάλη είδηση, αλλά δεν μπορεί να τροφοδοτεί το κοινό με ειδήσεις. Και υπάρχει τα τελευταία χρόνια μια φάμπρικα που δείχνει την έκπτωση του επαγγέλματος, αυτή που κυρίως πρέπει να μας απασχολεί. Η φάμπρικα αυτή στηρίζεται στην ιδέα της απόδοσης. Αφού αποδίδουμε μια είδηση σε άλλη πηγή, νίπτουμε τα χείρας μας και ευθύνην ουκ έχομεν. Την αποτυπώνει η απίστευτη φράση "το λέει το ρεπορτάζ" - όχι ο ρεπόρτερ (γιατί άραγε υπάρχει;) αλλά το ανώνυμο, απροσδιόριστο και βολικά ανεύθυνο "ρεπορτάζ". Η αυτοκατάργηση του δημοσιογράφου γίνεται
Ε, αυτή η φάμπρικα πρέπει να κοπεί με αρμοδιότητα των επαγγελματιών δημοσιογράφων. Γιατί είτε αφήνει να περάσουν ως ειδήσεις, επενδεδυμένα το κύρος του μέσου που τις αναδημοσιεύσει, κάθε είδους φληναφήματα, είτε γιατί υποδεικνύει μια εύκολη παρακαμπτήριο σε κάθε είδους αλιτήριους εκβιαστές: γράφουμε κάτι σε ένα ανώνυμο μπλογκ και μετά το αναδημοσιεύουμε ως πληροφορία, όχι δική μας, προς Θεού, αλλά κατ’ επίκληση του μπλογκ.
Γι’ αυτό, πέρα από τις νομοθετικές ρυθμίσεις που ανακοίνωσε η κυβέρνηση και οι οποίες στο χώρο του διαδικτύου έχουν ελάχιστη αποτελεσματικότητα, πέρα από τα όσα ανήκουν ήδη στην αρμοδιότητα της δικαιοσύνης, η Ένωση Συντακτών έχει και λόγο και υποχρέωση να ασχοληθεί με την υπόθεση του press.gr και των άλλων blogspot ή wordpress ή ό,τι άλλο φανταστείτε και, επίσης, να βρει τρόπους να εντάξει τους επαγγελματίες δημοσιογράφους του Ίντερνετ στους κόλπους της, και για λόγους διαχωρισμού από τους υπόλοιπους.
Γι’ αυτό, πέρα από τις νομοθετικές ρυθμίσεις που ανακοίνωσε η κυβέρνηση και οι οποίες στο χώρο του διαδικτύου έχουν ελάχιστη αποτελεσματικότητα, πέρα από τα όσα ανήκουν ήδη στην αρμοδιότητα της δικαιοσύνης, η Ένωση Συντακτών έχει και λόγο και υποχρέωση να ασχοληθεί με την υπόθεση του press.gr και των άλλων blogspot ή wordpress ή ό,τι άλλο φανταστείτε και, επίσης, να βρει τρόπους να εντάξει τους επαγγελματίες δημοσιογράφους του Ίντερνετ στους κόλπους της, και για λόγους διαχωρισμού από τους υπόλοιπους.
Blogging: η βαλκανική εκδοχή
Τρίτη 26 Φεβρουαρίου – και, καλώς ή κακώς, οκτώ στους δέκα Έλληνες άκουσαν για πρώτη φορά στη ζωή τους τη λέξη blog το τελευταίο διήμερο από τις ειδήσεις. Και συνεπέραναν ότι ιστολόγιο ίσον εκβιαστολόγιο.
Δεν είναι έτσι. Πρώτα από όλα, κάθε νέο μέσο περνά τις ασθένειες της παιδικής του ηλικίας. Συνέβη με τις εφημερίδες, συνέβη με τα ηλεκτρονικά μέσα (το ραδιόφωνο, ας πούμε ένα κλασικό παράδειγμα, συνέβαλε τα μέγιστα στην άνοδο του ναζισμού), συμβαίνει τώρα με τα μέσα της αμφίδρομης και επιλεκτικής επικοινωνίας. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Για τις περισσότερες παθογένειες που ξεπηδούν αυτές τις μέρες και στην Ελλάδα, με τη γνωστή χαρακτηριστική καθυστέρηση, η ευθύνη δεν ανήκει ούτε στο μέσο και τη φύση του (θα ήταν καθαρή κοινοτοπία να επισημάνουμε πως το Ίντερνετ από μόνο του δεν είναι ούτε καλό, ούτε κακό), όπως δεν ανήκουν και στους χρήστες του συγκεκριμένου μέσου. Πρόκειται για μεταφορά παθογένειας από το κατεστημένο της ενημέρωσης.
Είναι η πολλοστή φορά το τελευταίο διάστημα που αναγκαζόμαστε να μιλήσουμε για τη δουλειά μας και αυτό από μόνο του είναι ανησυχητικό. Είναι όμως εξίσου αναγκαίο.
Τρία σημεία. Πρώτον: η διακίνηση της πληροφορίας στο διαδίκτυο είναι πράγματι ανεξέλεγκτη. Αλλά, όπως πληροφορήθηκαν μερικοί μαθητευόμενοι μάγοι, λιγότερο ανεξέλεγκτη από όσο νομίζουν και ελπίζουν οι κακοποιοί που πέρασαν γρήγορα στην ηλεκτρονική φάση απολύτως παραδοσιακών κακουργημάτων.
Δεύτερον: Η ανωνυμία είναι διαφορετική στο διαδίκτυο και διαφορετική στα άλλα μέσα ενημέρωσης. Αυτό συμβαίνει επειδή τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, εφημερίδες και άλλα έντυπα έχουν δηλωμένη βάση και δηλωμένη σύνταξη. Μπορεί τα κείμενα να φέρουν ή να μην φέρουν υπογραφή (υπάρχουν περιοδικά κύρους και παγκόσμιας εμβέλειας όπως ο Εκόνομιστ που δεν έχουν καμμία υπογραφή συντάκτη), αλλά η ευθύνη της δημοσίευσης ανήκει στη διεύθυνση. Για να έχει αξιοπιστία μια πληροφορία, χρειάζεται να υπάρχει ανάληψη της τελικής ευθύνης γι’αυτήν – τα υπόλοιπα είναι άνευ δημόσιας σημασίας και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται.
Τρίτο – και νομίζω σημαντικότερο: πληροφορίες σε ποσότητα και ποιότητα αξιοποιήσιμη έχουν οι δημοσιογράφοι. Ούτε άλλοι μπλόγκερ, ούτε ο κάθε ερασιτέχνης, που μπορεί να βγάλει μια μεγάλη είδηση, αλλά δεν μπορεί να τροφοδοτεί το κοινό με ειδήσεις. Και υπάρχει τα τελευταία χρόνια μια φάμπρικα που δείχνει την έκπτωση του επαγγέλματος, αυτή που κυρίως πρέπει να μας απασχολεί. Η φάμπρικα αυτή στηρίζεται στην ιδέα της απόδοσης. Αφού αποδίδουμε μια είδηση σε άλλη πηγή, νίπτουμε τα χείρας μας και ευθύνην ουκ έχομεν. Την αποτυπώνει η απίστευτη φράση "το λέει το ρεπορτάζ" - όχι ο ρεπόρτερ (γιατί άραγε υπάρχει;) αλλά το ανώνυμο, απροσδιόριστο και βολικά ανεύθυνο "ρεπορτάζ". Η αυτοκατάργηση του δημοσιογράφου γίνεται πρακτική αποδεκτή από τους θεατές/ακροατές του και, εντελώς ασύλληπτο αυτό, από τους αρχισυντάκτες και το μέσο του.
Ε, αυτή η φάμπρικα πρέπει να κοπεί με αρμοδιότητα των επαγγελματιών δημοσιογράφων. Γιατί είτε αφήνει να περάσουν ως ειδήσεις, επενδεδυμένα το κύρος του μέσου που τις αναδημοσιεύσει, κάθε είδους φληναφήματα, είτε γιατί υποδεικνύει μια εύκολη παρακαμπτήριο σε κάθε είδους αλιτήριους εκβιαστές: γράφουμε κάτι σε ένα ανώνυμο μπλογκ και μετά το αναδημοσιεύουμε ως πληροφορία, όχι δική μας, προς Θεού, αλλά κατ’ επίκληση του μπλογκ.
Γι’ αυτό, πέρα από τις νομοθετικές ρυθμίσεις που ανακοίνωσε η κυβέρνηση και οι οποίες στο χώρο του διαδικτύου έχουν ελάχιστη αποτελεσματικότητα, πέρα από τα όσα ανήκουν ήδη στην αρμοδιότητα της δικαιοσύνης, η Ένωση Συντακτών έχει και λόγο και υποχρέωση να ασχοληθεί με την υπόθεση του press-gr και των άλλων blogspot ή wordpress ή ό,τι άλλο φανταστείτε και, επίσης, να βρει τρόπους να εντάξει τους επαγγελματίες δημοσιογράφους του Ίντερνετ στους κόλπους της, και για λόγους διαχωρισμού από τους υπόλοιπους.
Δεν είναι έτσι. Πρώτα από όλα, κάθε νέο μέσο περνά τις ασθένειες της παιδικής του ηλικίας. Συνέβη με τις εφημερίδες, συνέβη με τα ηλεκτρονικά μέσα (το ραδιόφωνο, ας πούμε ένα κλασικό παράδειγμα, συνέβαλε τα μέγιστα στην άνοδο του ναζισμού), συμβαίνει τώρα με τα μέσα της αμφίδρομης και επιλεκτικής επικοινωνίας. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Για τις περισσότερες παθογένειες που ξεπηδούν αυτές τις μέρες και στην Ελλάδα, με τη γνωστή χαρακτηριστική καθυστέρηση, η ευθύνη δεν ανήκει ούτε στο μέσο και τη φύση του (θα ήταν καθαρή κοινοτοπία να επισημάνουμε πως το Ίντερνετ από μόνο του δεν είναι ούτε καλό, ούτε κακό), όπως δεν ανήκουν και στους χρήστες του συγκεκριμένου μέσου. Πρόκειται για μεταφορά παθογένειας από το κατεστημένο της ενημέρωσης.
Είναι η πολλοστή φορά το τελευταίο διάστημα που αναγκαζόμαστε να μιλήσουμε για τη δουλειά μας και αυτό από μόνο του είναι ανησυχητικό. Είναι όμως εξίσου αναγκαίο.
Τρία σημεία. Πρώτον: η διακίνηση της πληροφορίας στο διαδίκτυο είναι πράγματι ανεξέλεγκτη. Αλλά, όπως πληροφορήθηκαν μερικοί μαθητευόμενοι μάγοι, λιγότερο ανεξέλεγκτη από όσο νομίζουν και ελπίζουν οι κακοποιοί που πέρασαν γρήγορα στην ηλεκτρονική φάση απολύτως παραδοσιακών κακουργημάτων.
Δεύτερον: Η ανωνυμία είναι διαφορετική στο διαδίκτυο και διαφορετική στα άλλα μέσα ενημέρωσης. Αυτό συμβαίνει επειδή τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, εφημερίδες και άλλα έντυπα έχουν δηλωμένη βάση και δηλωμένη σύνταξη. Μπορεί τα κείμενα να φέρουν ή να μην φέρουν υπογραφή (υπάρχουν περιοδικά κύρους και παγκόσμιας εμβέλειας όπως ο Εκόνομιστ που δεν έχουν καμμία υπογραφή συντάκτη), αλλά η ευθύνη της δημοσίευσης ανήκει στη διεύθυνση. Για να έχει αξιοπιστία μια πληροφορία, χρειάζεται να υπάρχει ανάληψη της τελικής ευθύνης γι’αυτήν – τα υπόλοιπα είναι άνευ δημόσιας σημασίας και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται.
Τρίτο – και νομίζω σημαντικότερο: πληροφορίες σε ποσότητα και ποιότητα αξιοποιήσιμη έχουν οι δημοσιογράφοι. Ούτε άλλοι μπλόγκερ, ούτε ο κάθε ερασιτέχνης, που μπορεί να βγάλει μια μεγάλη είδηση, αλλά δεν μπορεί να τροφοδοτεί το κοινό με ειδήσεις. Και υπάρχει τα τελευταία χρόνια μια φάμπρικα που δείχνει την έκπτωση του επαγγέλματος, αυτή που κυρίως πρέπει να μας απασχολεί. Η φάμπρικα αυτή στηρίζεται στην ιδέα της απόδοσης. Αφού αποδίδουμε μια είδηση σε άλλη πηγή, νίπτουμε τα χείρας μας και ευθύνην ουκ έχομεν. Την αποτυπώνει η απίστευτη φράση "το λέει το ρεπορτάζ" - όχι ο ρεπόρτερ (γιατί άραγε υπάρχει;) αλλά το ανώνυμο, απροσδιόριστο και βολικά ανεύθυνο "ρεπορτάζ". Η αυτοκατάργηση του δημοσιογράφου γίνεται πρακτική αποδεκτή από τους θεατές/ακροατές του και, εντελώς ασύλληπτο αυτό, από τους αρχισυντάκτες και το μέσο του.
Ε, αυτή η φάμπρικα πρέπει να κοπεί με αρμοδιότητα των επαγγελματιών δημοσιογράφων. Γιατί είτε αφήνει να περάσουν ως ειδήσεις, επενδεδυμένα το κύρος του μέσου που τις αναδημοσιεύσει, κάθε είδους φληναφήματα, είτε γιατί υποδεικνύει μια εύκολη παρακαμπτήριο σε κάθε είδους αλιτήριους εκβιαστές: γράφουμε κάτι σε ένα ανώνυμο μπλογκ και μετά το αναδημοσιεύουμε ως πληροφορία, όχι δική μας, προς Θεού, αλλά κατ’ επίκληση του μπλογκ.
Γι’ αυτό, πέρα από τις νομοθετικές ρυθμίσεις που ανακοίνωσε η κυβέρνηση και οι οποίες στο χώρο του διαδικτύου έχουν ελάχιστη αποτελεσματικότητα, πέρα από τα όσα ανήκουν ήδη στην αρμοδιότητα της δικαιοσύνης, η Ένωση Συντακτών έχει και λόγο και υποχρέωση να ασχοληθεί με την υπόθεση του press-gr και των άλλων blogspot ή wordpress ή ό,τι άλλο φανταστείτε και, επίσης, να βρει τρόπους να εντάξει τους επαγγελματίες δημοσιογράφους του Ίντερνετ στους κόλπους της, και για λόγους διαχωρισμού από τους υπόλοιπους.
Monday, February 25, 2008
Βρες το σωστό σημείο
Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου – και ο δήμος Αθηναίων έχει ξεκινήσει μια εκστρατεία με ένα ωραίο, και πολύ χρήσιμο, σύνθημα: βρες το σωστό σημείο. Μπορεί να αξιοποιηθεί και από αρκετές άλλες απόψεις. Η κεντρική ιδέα είναι απλή: Όταν έχεις ένα σκουπίδι στα χέρια σου, μην το πετάς όπου να ‘ναι – κάπου κοντά έχει ένα κάδο απορριμμάτων. Η προσπάθεια που απαιτείται για να τον εντοπίσεις και να φτάσεις έως εκεί είναι μικρότερη σαφώς από εκείνη που θα χρειαστεί για να καθαρίσουμε τα λερωμένα, τα άπλυτα άμα τα πετάμε στη μέση του δρόμου.
Κοίτα να δεις πόσο επίκαιρο έρχεται… Το σωστό σημείο μπορεί να είναι σωτήριο. Σκεφθείτε τον κ. Νικολουτσόπουλο που βρήκε το σωστό σημείο, στο Αιγινήτειο, όπως πιστοποιούν πραγματογνώμονες. Πού θα ήταν σήμερα εάν δεν το είχε εντοπίσει;
Ή, πάρτε παράδειγμα το Μακεδονικό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κρατάμε στα χέρια μας ένα απομεινάρι από το παρελθόν. Δεκαεφτά χρόνια, οι παλιές μας αμαρτίες και αβελτηρίες έχουν γίνει τυμπανιαίο πτώμα. Μυρίζει σε όλη τη γειτονιά – και μόνον εμείς επιμένουμε ότι πρόκειται για εκλεκτό άρωμα. Αφού, επιτέλους, αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι άλλο εκτός από το να υποδυόμαστε ότι δεν υπάρχει, το ζήτημα είναι να βρούμε το σωστό σημείο. Να μην το αφήσουμε να σαπίζει, να μην το πετάξουμε όπου τύχει, να μην το ρίξουμε στους απέναντι, αλλά δεν θα δεχτούμε κιόλας να το καταπιούμε. Το ενδιαφέρον είναι πως το σωστό σημείο υπάρχει και είναι η ώρα να βρεθεί…
Σκουπίδια από το παρελθόν είναι γεμάτη και η εσωτερική πολιτική. Όλοι ψάχνονται – αλλά έως τώρα η γενική αντίληψη είναι πως πρέπει να τα κρύψουμε, αλλά όχι να απαλλαγούμε από αυτά. Απλώς να μην φαίνονται, να τα σκουπίσουμε κάτω από το χαλί – που λένε και οι Εγγλέζοι.
Εδώ κι αν είναι κρίσιμο το σωστό σημείο. Πρέπει, ας πούμε, μια κυβερνητική πολιτική να είναι του δηλωμένου «μεσαίου χώρου» και ταυτοχρόνως αρκετά ισχυρή σε πιέσεις από την καρατζαφέρεια πτέρυγα. Το ερώτημα αρχίζει να γίνεται μεταφυσικό: υπάρχει άραγε τέτοιο σωστό σημείο;
Σε άλλες περιπτώσεις τα πράγματα είναι πιο απλά – τουλάχιστον στη θεωρία, γιατί στην πράξη αποδεικνύονται δυσχερέστατα. Χθες, τα μέλη και οι φίλοι του ΠΑΣΟΚ προσήλθαν (δεν θα έλεγα ακριβώς «μαζικά») στις κάλπες για να ψηφίσουν για το συνέδριό τους. Πού είναι το σωστό σημείο; Η κρατούσα αντίληψη είναι πως το σημείο βρίσκεται στα αριστερά. Εκεί, βέβαια, παρατηρείται πληθώρα χώρων υποδοχής ψήφων. Υπάρχουν κόκκινες καλποδόχοι, υπάρχουν πράσινες καλποδόχοι, υπάρχει και μια πολύχρωμη που μεγαλώνει και μαζεύει κόσμο.
Έτσι μένει ένας μεγάλος χώρος άδειος και έρημος κι όσοι θέλουν να μείνουν εκεί αισθάνονται σαν να είναι οι ίδιοι απορρίμματα μιας πολιτικής που απλώς δεν τους υπολογίζει.
Κοίτα να δεις πόσο επίκαιρο έρχεται… Το σωστό σημείο μπορεί να είναι σωτήριο. Σκεφθείτε τον κ. Νικολουτσόπουλο που βρήκε το σωστό σημείο, στο Αιγινήτειο, όπως πιστοποιούν πραγματογνώμονες. Πού θα ήταν σήμερα εάν δεν το είχε εντοπίσει;
Ή, πάρτε παράδειγμα το Μακεδονικό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κρατάμε στα χέρια μας ένα απομεινάρι από το παρελθόν. Δεκαεφτά χρόνια, οι παλιές μας αμαρτίες και αβελτηρίες έχουν γίνει τυμπανιαίο πτώμα. Μυρίζει σε όλη τη γειτονιά – και μόνον εμείς επιμένουμε ότι πρόκειται για εκλεκτό άρωμα. Αφού, επιτέλους, αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι άλλο εκτός από το να υποδυόμαστε ότι δεν υπάρχει, το ζήτημα είναι να βρούμε το σωστό σημείο. Να μην το αφήσουμε να σαπίζει, να μην το πετάξουμε όπου τύχει, να μην το ρίξουμε στους απέναντι, αλλά δεν θα δεχτούμε κιόλας να το καταπιούμε. Το ενδιαφέρον είναι πως το σωστό σημείο υπάρχει και είναι η ώρα να βρεθεί…
Σκουπίδια από το παρελθόν είναι γεμάτη και η εσωτερική πολιτική. Όλοι ψάχνονται – αλλά έως τώρα η γενική αντίληψη είναι πως πρέπει να τα κρύψουμε, αλλά όχι να απαλλαγούμε από αυτά. Απλώς να μην φαίνονται, να τα σκουπίσουμε κάτω από το χαλί – που λένε και οι Εγγλέζοι.
Εδώ κι αν είναι κρίσιμο το σωστό σημείο. Πρέπει, ας πούμε, μια κυβερνητική πολιτική να είναι του δηλωμένου «μεσαίου χώρου» και ταυτοχρόνως αρκετά ισχυρή σε πιέσεις από την καρατζαφέρεια πτέρυγα. Το ερώτημα αρχίζει να γίνεται μεταφυσικό: υπάρχει άραγε τέτοιο σωστό σημείο;
Σε άλλες περιπτώσεις τα πράγματα είναι πιο απλά – τουλάχιστον στη θεωρία, γιατί στην πράξη αποδεικνύονται δυσχερέστατα. Χθες, τα μέλη και οι φίλοι του ΠΑΣΟΚ προσήλθαν (δεν θα έλεγα ακριβώς «μαζικά») στις κάλπες για να ψηφίσουν για το συνέδριό τους. Πού είναι το σωστό σημείο; Η κρατούσα αντίληψη είναι πως το σημείο βρίσκεται στα αριστερά. Εκεί, βέβαια, παρατηρείται πληθώρα χώρων υποδοχής ψήφων. Υπάρχουν κόκκινες καλποδόχοι, υπάρχουν πράσινες καλποδόχοι, υπάρχει και μια πολύχρωμη που μεγαλώνει και μαζεύει κόσμο.
Έτσι μένει ένας μεγάλος χώρος άδειος και έρημος κι όσοι θέλουν να μείνουν εκεί αισθάνονται σαν να είναι οι ίδιοι απορρίμματα μιας πολιτικής που απλώς δεν τους υπολογίζει.
Subscribe to:
Posts (Atom)