Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου – και οι συνθήκες είναι σαν αντιγραφή όσων συνέβησαν εις Παρισίους. Μια συντηρητική πρόταση κερδίζει ισχυρή εκλογική πλειοψηφία. Η αξιωματική αντιπολίτευση, ένα σοσιαλιστικό κόμμα, δεν καταρρέει από πλευράς λαϊκής απήχησης, αλλά συγκλονίζεται από το γεγονός άλλης μιας ήττας. Εμφανίζονται διαλυτικές τάσεις. Η κυβέρνηση, του Σαρκοζί εννοώ, είναι πανίσχυρη όχι τόσο λόγω της εντολής που έλαβε όσο κυρίως ως αντανάκλαση της πολιτικής αδυναμίας της αντιπολίτευσης να συγκροτηθεί και να εμφανιστεί ως αξιόπιστη εναλλακτική, βυθισμένη σε ενδοκομματικές συζητήσεις και διχαστικές συγκρούσεις.
Θα τελειώσουν εδώ οι αναλογίες; Ο Σαρκοζί αξιοποιεί την πολιτική του ηγεμονία, γνωρίζοντας πως αυτές οι φάσεις δεν έχουν ούτε σαφή ημερομηνία λήξης, ούτε εγγυημένη διάρκεια. Προωθεί αμέσως τα πιο αιχμηρά και τα πιο επίμαχα σημεία της πολιτικής του ατζέντας. Θα γίνει το ίδιο και εδώ;
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η δεύτερη θητεία Καραμανλή ξεκινάει με μια μεγάλη ευκαιρία. Οι εκτιμήσεις περί κυβέρνησης 152 εδρών εμφανίζονται στον διεθνή τύπο κυρίως λόγω άγνοιας των εσωτερικών συνθηκών. Λόγω εντοπιότητας, γνωρίζουμε ότι από πολιτική άποψη η κυβέρνηση είναι ακλόνητη και ο πρωθυπουργός της στο απόγειο της εσωκομματικής του απήχησης – ιδιαίτερα μετά την εκλογική νίκη σε συνθήκες που θα μπορούσαν να προδιαγράφουν μια πολύ πιο δυσάρεστη κάλπη. Τώρα, λοιπόν, δεν υπάρχει άλλοθι, δεν υπάρχει πρόσχημα για να μην προχωρήσουν οι υπεσχημένες μεταρρυθμίσεις. Υπάρχει για τον κ. Καραμανλή μια δυσκολία. Μπορεί η αξιωματική αντιπολίτευση να είναι βαρύτατα εξασθενημένη και ακίνδυνη. Όμως για τέτοιου τύπου μεταρρυθμίσεις, όπως π.χ. το ασφαλιστικό, μια ενοποιημένη αντιπολίτευση όσο επιβάλλει όρους διαπραγμάτευσης άλλο τόσο παρέχει και μια σοβαρή πιθανότητα συναίνεσης.
Τέτοια συναίνεση η κυβέρνηση δύσκολα θα βρει πια. Απέναντί της θα έχει την Αριστερά. Μια Αριστερά ενισχυμένη εκλογικά, αναπτερωμένη ιδεολογικά, να προβάλλει ως μείζων πολιτική δύναμη ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα και μάλιστα στην πρωτεύουσα, όπου βέβαια θα παιχτούν τα πάντα για τις μεταρρυθμίσεις. Επιπλέον, η Αριστερά έχει υποσχεθεί στο εκλογικό της ακροατήριο κοινωνικούς αγώνες και έτσι το διεύρυνε σημαντικά. Κι όχι μόνον αυτό: οι δύο βασικοί πόλοι της έχουν πίεση ο ένας από τον άλλο να μην υστερήσει σε αγωνιστικότητα και συγκρουσιακό πνεύμα, αφού κάθε υστέρηση θα καταστεί αυτομάτως αναγνώριση της ηγεμονικής παρουσίας του άλλου στο χώρο. Συνέβη στο ΚΚΕ στην περίπτωση του άρθρου 16 και δεν θα είναι εύκολο να ξανασυμβεί, ούτε στον Περισσό ούτε στην Κουμουνδούρου.
Επομένως, η κυβέρνηση μπορεί να μην τρέμει μπαίνοντας στη Βουλή, αλλά στους δρόμους δεν θα κάνει αμέριμνους περιπάτους. Υπάρχει διέξοδος; Ασφαλώς, αλλά με κόστος για την κυβέρνηση. Και η διέξοδος είναι να εμπιστευθεί και να δώσει κεντρική θέση στο διάλογο για λύσεις σε θέματα όπως το ασφαλιστικό στους κοινωνικούς εταίρους. Στην ουσία: να μην επιδιώξει τόσο να λύσει εκείνη το Ασφαλιστικό, αλλά να θέσει ένα πλαίσιο και από εκεί και πέρα να αφήσει τους εταίρους να διαπραγματευθούν, να εγγυηθεί τη διαδικασία (πολύ της μόδας έκφραση των ημερών) και να εφαρμόσει ό,τι συμφωνηθεί. Το κόστος είναι ότι έτσι θα εκχωρήσει ένα σοβαρό πολιτικό προνόμιο και θα κάνει τους κοινωνικούς εταίρους συμμέτοχους στην άσκηση της εξουσίας – αλλά το πιθανό κέρδος αξίζει μια τέτοια μικρή θυσία.
Thursday, September 20, 2007
Wednesday, September 19, 2007
Διλήμματα ήττας, προβλήματα νίκης
Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου – και στις αρχές του καλοκαιριού, ο Κώστας Σημίτης, που εξελίχθηκε χθες σε επίμαχο πρόσωπο για το ΠΑΣΟΚ, σε μια μάλλον παράδοξη αναβίωση της ιστορικότητας του κόμματος, είχε γράψει ένα άρθρο στο περιοδικό Μεταρρύθμιση. Σας διαβάζω ένα απόσπασμα:
«Πολιτική, δεν είναι ένα συνονθύλευμα υποσχέσεων με μόνο γνώμονα την δημιουργία εντυπώσεων για την αναρρίχηση στην εξουσία. Δεν είναι ένας γυμνός τακτικισμός με οδηγό το τι λένε οι δημοσκοπήσεις προκειμένου να διατηρηθούμε στην εξουσία. Πολιτική, είναι το σχέδιο για το πώς θέλουμε να διαμορφώσουμε την κοινωνία στην οποία ζούμε.»
Αυτή η διαπίστωση έχει μια άμεση στρατηγική συνέπεια, που –νομίζω- είναι στη βάση της κρίσης που περνά σήμερα το ΠΑΣΟΚ. Γράφει στο ίδιο άρθρο: «Η πολυσυλλεκτική τακτική, που μερικοί θεωρούν ως ορθή, έχει εξαντλήσει τα όριά της.» Περί αυτού πρόκειται. Το ΠΑΣΟΚ έχει να αποφασίσει, με τη βαριά σκιά της ήττας (αλλά πάντοτε και παντού τέτοιες μεγάλες αποφάσεις στη σκιά μιας εκλογικής ήττας παίρνονται…)
…έχει να αποφασίσει, λοιπόν, ποιά θα είναι η φυσιογνωμία του στο μέλλον. Πρώτο ερώτημα: μπορεί να επιβιώσει ο πολυσυλλεκτικός του χαρακτήρας μέσα στις νέες συνθήκες, τις οποίες ευνόησε επιπλέον ο εκλογικός νόμος που το ίδιο έφτιαξε; Αν φτιάχνει ένα νόμο που ευνοεί τις συμμαχίες κομμάτων σημαίνει πως βλέπει τον εαυτό του ως πυρήνα ενός ευρύτερου κεντροαριστερού συνασπισμού – αλλά χωρίς να έχει αναλάβει κάποια πρωτοβουλία σε αυτή την κατεύθυνση. Την πρωτοβουλία την ανέλαβε ένα πλήθος ψηφοφόρων του με τη μετακίνησή του προς τους πιθανούς μελλοντικούς εταίρους σε ένα τέτοιο σχήμα.
Η κεντρική επιλογή, λοιπόν, είναι εάν το ΠΑΣΟΚ βλέπει το μέλλον του πολιτικού σκηνικού με επιβίωση και επιβεβαίωση του δικομματισμού ή με ανατροπές και πέρασμα σε μια φάση διπολισμού. Εάν βλέπεις δικομματισμό, διαλέγεις αρχηγό με όρους μετωπικής σύγκρουσης. Εάν διπολισμό, διαλέγεις με όρους σύνθεσης και ανοίγματος – αφού βέβαια πρώτα διαλέξεις προς τα πού θα κάνεις το άνοιγμα. Σε κάθε περίπτωση, διαλέγεις αρχηγό με ατζέντα πολιτική. Αν μπορεί, όπως έγινε παλιότερα, να δημιουργήσει όρους διεξαγωγής της πολιτικής συζήτησης και των συγκρούσεων μέσα στο κομματικό πλαίσιο, τόσο το καλύτερο για ένα κόμμα – αλλά αυτό πια δεν είναι απαραίτητο.
Μια τέτοια επιλογή μπορεί να οδηγεί από το τέλος της πολυσυλλεκτικής πολιτικής, που έγραφε ο Σημίτης, στο τέλος των πολυσυλλεκτικών κομμάτων. Ακούω μια υπόκωφη ευφορία στην κυβερνητική παράταξη για το μεγάλο κλυδωνισμό που περνά ο μεγάλος αντίπαλος. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Η οριακή εξέλιξη είναι μια πολιτική σύγκρουση έως τη διάσπαση – για την ώρα μόνον σενάριο. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως η Ν.Δ., κερδισμένη των εκλογών, θα είχε ευκολότερο έργο μέσα σε συνθήκες διάλυσης του μεταπολιτευτικού πολιτικού μοντέλου. Όταν οι σφαίρες αρχίσουν να σφυρίζουν, κανείς δεν είναι ασφαλής, κανείς δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο – ούτε από τους πρωταγωνιστές, ούτε από τους θεατές.
Tuesday, September 18, 2007
Αρχηγός των ατάκτων;
Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου – και σε αυτές τις εκλογές η ήττα ήταν μεγαλύτερο πολιτικό γεγονός από τη νίκη.
Στο ΠΑΣΟΚ έκαναν ήδη μια διάγνωση, που δείχνει να επιβεβαιώνεται από δημοσκοπήσεις – σαν αυτές που βδελύσσονταν πριν από λίγες μέρες. Η διάγνωση είναι πως η ελληνική πολιτική ζωή έχει κάνει ένα άλμα προς το παρελθόν. Οι πολίτες δεν ψηφίζουν κόμματα, δεν ψηφίζουν πολιτικές προτάσεις, ψηφίζουν αποκλειστικά και μόνον ηγέτη. Ψηφίζουν κυβερνήτη – ο τελευταίος που είχαμε ήταν ο Καποδίστριας. Άκουγα, όχι χωρίς κάποια έκπληξη, έναν διάσημο σφυγμομέτρη να δηλώνει χτες το βράδυ πως ρωτούσαν τους εκλογείς τι θα ψηφίσουν κι εκείνοι δεν απαντούσαν Νέα Δημοκρατία, αλλά Καραμανλή. Καλωσήρθατε στη δεκαετία του 60.
Στο ΠΑΣΟΚ κρίνουν πως η απάντησή τους σε αυτό πρέπει να είναι η επιλογή ενός δυνητικού κυβερνήτη. Είναι μια σκληρά συστημική επιλογή, σε μια στιγμή που η εκλογική τους ήττα απηχεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την αμφισβήτηση του συστήματος. Δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα γιατί μετά από μακρά διακυβέρνηση από το κόμμα του ΠΑΣΟΚ, οι πολίτες εμφανίζονται εκπαιδευμένοι στην επιλογή όχι μεταξύ πλατφόρμας, προγράμματος ή ιδεολογίας, αλλά στην επιλογή ένταξης σε ένα σύστημα εξουσίας. Δεν αναρωτιούνται, δηλαδή, σε αυτή τη συγκυρία κατά πόσον η ήττα οφείλεται –πέρα από το αναμφισβήτητο έλλειμμα ηγεσίας- και στην παγιωμένη εικόνα των πολιτών ότι το κόμμα τους έχει εκφυλιστεί σε μηχανισμό εξουσίας και μάλιστα με μεγάλες αντιστάσεις στην ανανέωση, στο άνοιγμα στην κοινωνία. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η γνώμη του Διονύση Σαββόπουλου, η απάντησή του στο «γιατί έχασε ο Γιώργος»: «όταν ακουμπάς πολλές ελπίδες –εννοούσε για ανανέωση- και αυτές διαψεύδονται, τότε τιμωρείς άσχημα».
Πολύ απλό, πολύ καθαρό. Αλλά η απάντηση σε αυτό το βαθύτατα πολιτικό ερώτημα δεν μπορεί παρά να έρθει από μια πολιτική συζήτηση – που δεν αποκλείει, αλλά ούτε και περιορίζεται, σε μια αλλαγή ηγεσίας. Ο κ. Παπανδρέου δεν μπόρεσε –ακούω- να εκφράσει… τι; Τι ακριβώς θέλησε να εκφράσει το ΠΑΣΟΚ τα τελευταία τριάμισυ χρόνια και δεν τα κατάφερε ο κ. Παπανδρέου; Νομίζω ότι η βαρύτατη ευθύνη του είναι ακριβώς ότι προσωποποίησε, δικαίως ή αδίκως, εκών ή άκων, δεν έχει διαφορά, και εξέφρασε τελικά την επιθυμία του ΠΑΣΟΚ να επιστρέψει στην εξουσία. Με ποιους; Με τους ίδιους. Και εκείνο που κυρίως αποδοκιμάστηκε: για ποιους; Για τους ίδιους.
Υπάρχει ένα τμήμα του ΠΑΣΟΚ που έζησε γνήσια και την προσδοκία και την απογοήτευση του εγχειρήματος της ανακαίνισης μιας κεντροαριστερής πρότασης. Υπάρχει ένα άλλο τμήμα βυθισμένο σε έναν παθολογικό κυβερνητισμό. Οι πολίτες στις οθόνες τους εισέπρατταν συχνά την εικόνα ανθρώπων που πίστευαν ότι η υπουργική Μερσεντές απλώς είχε υποστεί τετραετή βλάβη και αυτός ήταν ο μόνος λόγος που δεν εμφανιζόταν καθ’εκάστην στην πόρτα τους. Περίμεναν πως η φυσική τάξη των πραγμάτων –το «φυσικό κόμμα της εξουσίας» κατά την καταπληκτική διατύπωση που άκουσα- θα αποκαθίστατο χωρίς άλλο, τη ηγεσία του Γιώργου. Το χειρότερο για το Γιώργο είναι ότι το πίστεψε και ο ίδιος – και τώρα κανείς ας μην δυσανασχετήσει για το λογαριασμό.
Ακούω επίσης από χθες ότι το ΠΑΣΟΚ ζει μέρες της σύγκρουσης Σημίτη-Τσοχατζόπουλου. Αντιθέτως. Το ΠΑΣΟΚ ζει την απουσία μιας τέτοιας βαθιάς ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Η συζήτηση μπορεί να γίνει πριν από την επιλογή αρχηγού ή μετά την επιλογή και με ευθύνη του. Αλλά δεν μπορεί αυτή τη φορά να αναβληθεί πάλι με το άλλοθι εκλογικών αναγκών.
Στο ΠΑΣΟΚ έκαναν ήδη μια διάγνωση, που δείχνει να επιβεβαιώνεται από δημοσκοπήσεις – σαν αυτές που βδελύσσονταν πριν από λίγες μέρες. Η διάγνωση είναι πως η ελληνική πολιτική ζωή έχει κάνει ένα άλμα προς το παρελθόν. Οι πολίτες δεν ψηφίζουν κόμματα, δεν ψηφίζουν πολιτικές προτάσεις, ψηφίζουν αποκλειστικά και μόνον ηγέτη. Ψηφίζουν κυβερνήτη – ο τελευταίος που είχαμε ήταν ο Καποδίστριας. Άκουγα, όχι χωρίς κάποια έκπληξη, έναν διάσημο σφυγμομέτρη να δηλώνει χτες το βράδυ πως ρωτούσαν τους εκλογείς τι θα ψηφίσουν κι εκείνοι δεν απαντούσαν Νέα Δημοκρατία, αλλά Καραμανλή. Καλωσήρθατε στη δεκαετία του 60.
Στο ΠΑΣΟΚ κρίνουν πως η απάντησή τους σε αυτό πρέπει να είναι η επιλογή ενός δυνητικού κυβερνήτη. Είναι μια σκληρά συστημική επιλογή, σε μια στιγμή που η εκλογική τους ήττα απηχεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την αμφισβήτηση του συστήματος. Δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα γιατί μετά από μακρά διακυβέρνηση από το κόμμα του ΠΑΣΟΚ, οι πολίτες εμφανίζονται εκπαιδευμένοι στην επιλογή όχι μεταξύ πλατφόρμας, προγράμματος ή ιδεολογίας, αλλά στην επιλογή ένταξης σε ένα σύστημα εξουσίας. Δεν αναρωτιούνται, δηλαδή, σε αυτή τη συγκυρία κατά πόσον η ήττα οφείλεται –πέρα από το αναμφισβήτητο έλλειμμα ηγεσίας- και στην παγιωμένη εικόνα των πολιτών ότι το κόμμα τους έχει εκφυλιστεί σε μηχανισμό εξουσίας και μάλιστα με μεγάλες αντιστάσεις στην ανανέωση, στο άνοιγμα στην κοινωνία. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η γνώμη του Διονύση Σαββόπουλου, η απάντησή του στο «γιατί έχασε ο Γιώργος»: «όταν ακουμπάς πολλές ελπίδες –εννοούσε για ανανέωση- και αυτές διαψεύδονται, τότε τιμωρείς άσχημα».
Πολύ απλό, πολύ καθαρό. Αλλά η απάντηση σε αυτό το βαθύτατα πολιτικό ερώτημα δεν μπορεί παρά να έρθει από μια πολιτική συζήτηση – που δεν αποκλείει, αλλά ούτε και περιορίζεται, σε μια αλλαγή ηγεσίας. Ο κ. Παπανδρέου δεν μπόρεσε –ακούω- να εκφράσει… τι; Τι ακριβώς θέλησε να εκφράσει το ΠΑΣΟΚ τα τελευταία τριάμισυ χρόνια και δεν τα κατάφερε ο κ. Παπανδρέου; Νομίζω ότι η βαρύτατη ευθύνη του είναι ακριβώς ότι προσωποποίησε, δικαίως ή αδίκως, εκών ή άκων, δεν έχει διαφορά, και εξέφρασε τελικά την επιθυμία του ΠΑΣΟΚ να επιστρέψει στην εξουσία. Με ποιους; Με τους ίδιους. Και εκείνο που κυρίως αποδοκιμάστηκε: για ποιους; Για τους ίδιους.
Υπάρχει ένα τμήμα του ΠΑΣΟΚ που έζησε γνήσια και την προσδοκία και την απογοήτευση του εγχειρήματος της ανακαίνισης μιας κεντροαριστερής πρότασης. Υπάρχει ένα άλλο τμήμα βυθισμένο σε έναν παθολογικό κυβερνητισμό. Οι πολίτες στις οθόνες τους εισέπρατταν συχνά την εικόνα ανθρώπων που πίστευαν ότι η υπουργική Μερσεντές απλώς είχε υποστεί τετραετή βλάβη και αυτός ήταν ο μόνος λόγος που δεν εμφανιζόταν καθ’εκάστην στην πόρτα τους. Περίμεναν πως η φυσική τάξη των πραγμάτων –το «φυσικό κόμμα της εξουσίας» κατά την καταπληκτική διατύπωση που άκουσα- θα αποκαθίστατο χωρίς άλλο, τη ηγεσία του Γιώργου. Το χειρότερο για το Γιώργο είναι ότι το πίστεψε και ο ίδιος – και τώρα κανείς ας μην δυσανασχετήσει για το λογαριασμό.
Ακούω επίσης από χθες ότι το ΠΑΣΟΚ ζει μέρες της σύγκρουσης Σημίτη-Τσοχατζόπουλου. Αντιθέτως. Το ΠΑΣΟΚ ζει την απουσία μιας τέτοιας βαθιάς ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Η συζήτηση μπορεί να γίνει πριν από την επιλογή αρχηγού ή μετά την επιλογή και με ευθύνη του. Αλλά δεν μπορεί αυτή τη φορά να αναβληθεί πάλι με το άλλοθι εκλογικών αναγκών.
Monday, September 17, 2007
Σήμερα είναι μια άλλη μέρα
Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου – της Σοφίας, της Πίστεως και της Ελπίδος – μια γιορτή σαν σχόλιο του εκλογικού αποτελέσματος.
Η επόμενη μέρα είναι μια καινούργια μέρα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, τίποτα δεν είναι όπως την Παρασκευή. Και το εκλογικό σώμα έχει επιβάλει τη συνειδητοποίηση των βαθύτατων εσωτερικών αλλαγών που αρνήθηκαν προκαταβολικά να εισπράξουν τα κόμματα εξουσίας – αλλά η κατανομή του λογαριασμού είναι πολύ διαφορετική. Δεν έχουμε μόνο μια καινούργια Βουλή, έχουμε μια νέα πολιτική πραγματικότητα. Η χθεσινή Κυριακή διαμόρφωσε το πολιτικό τοπίο με το οποίο είναι πιθανό να ζήσουμε σε βάθος χρόνου.
Για τη Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή είναι μια πρόσκληση και μια πρόκληση. Πρόσκληση σε εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που έχει εξαγγείλει ως άξονα της πολιτικής της ατζέντας. Το εκλογικό σώμα του έδωσε ξανά αυτό που ζήτησε: εμπιστοσύνη και εξουσία. Αλλά έστειλε ταυτόχρονα και ένα ισχυρό μήνυμα πως αυτή η εμπιστοσύνη τελεί υπό προθεσμία και υπό αίρεση, επιβάλλοντάς του μια δύσκολη κοινοβουλευτική συνθήκη των 152 ή 153 εδρών – με κριτικές δυνάμεις πια τόσο προς τα αριστερά όσο και προς τα δεξιά του. Έχει πολιτικό χρόνο, δεν έχει περίοδο χάριτος. Είναι αναμφισβήτητα πανίσχυρος στο χώρο του, ξέρει πως οι πολίτες όσο εύκολα δίνουν ευκαιρίες, τόσο εύκολα τιμωρούν.
Τιμωρούν. Η λέξη είναι λίγη για αυτό που συνέβη στο ΠΑΣΟΚ. Μετά το 2004, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είχε συζητήσει ούτε γιατί έχασε, ούτε τη φύση της ήττας του – εάν ήταν συγκυριακή ή στρατηγική. Πίστεψε πολύ στη συγκολλητική δύναμη της εξουσίας ή της προοπτικής εξουσίας, αλλά η εξουσία συγκινεί όλο και λιγότερο, όλο και λιγότερους. Το ζήτημα της ηγεσίας είναι, ίσως, το έλασσον μπροστά στη βαθιά κρίση πολιτικής ταυτότητας που ζει και θα ζήσει το ΠΑΣΟΚ.
Οι πολιτικοί συσχετισμοί βρίσκονται περίπου εκεί που ήσαν το 1977, με αντίστροφη τάση. Σε ένα χαμόγελο της Ιστορίας, ο Κώστας Καραμανλής παίρνει ακριβώς το ποσοστό που είχε αποσπάσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στην επανεκλογή του. Αλλά στην άλλη πλευρά, το ζήτημα είναι πανομοιότυπο και ανεστραμμένο. Εάν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να είναι ο συνεκτικός πόλος εξουσίας της κεντροαριστεράς. Τότε η απάντηση ήταν ένα ηχηρό ναι, κυρίως από νέους και μικροαστούς – και έφτιαξε ένα ρεύμα εξουσίας για ένα τέταρτο του αιώνα. Σήμερα η απάντηση είναι μια βαθιά δυσπιστία και άρνηση, κυρίως από νέους και μικροαστούς – όσο για το ρεύμα θα χρειαστεί να περιμένουμε λίγο ακόμη.
Υπάρχει και κάτι ακόμη, όχι χωρίς σημασία. Η εκλογική ήττα σηματοδοτεί και το τέλος του πολιτικού κύκλου μιας γενιάς στελεχών που ξεκίνησαν από τη «γενιά του πολυτεχνείου», σφράγισαν την κυβερνητική διαδρομή του ΠΑΣΟΚ και την πολιτική ζωή της χώρας για τρεις δεκαετίες.
Η Αριστερά έχει τη μεγάλη της ευκαιρία. Την ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από φορέας μιας γνήσιας και ειλικρινούς αμφισβήτησης. Ότι μπορεί να διατυπώσει μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση. Και, με τις συνθήκες που διαμορφώνονται στο ΠΑΣΟΚ, αναδύεται πολύ πρώιμα άλλη μια πρόκληση για την Αριστερά. Η πρόκληση να συμμετάσχει, με τους καλύτερους δυνατούς γι’αυτήν όρους, στη διαδικασία διαμόρφωσης μιας πρότασης εξουσίας στο μέλλον.
Και, τέλος, υπάρχει για πρώτη φορά μετά το 1977 ένας φορέας δεξιότερα της Ν.Δ. Δεν είναι η Εθνική Παράταξη, βέβαια, με τις νωπές τότε ιστορικές αναφορές της. Είναι, όμως, ένας πόλος που θα επιχειρεί σταθερά να αντλεί δυσαρέσκεια και κυβερνητική φθορά. Ο επαναπατρισμός από εκεί είναι ευκολότερος, όσο ευκολότερη όμως είναι και η μετανάστευση. Ο ΛΑΟΣ δεν θα είναι χωρίς ρόλο.
Η επόμενη μέρα είναι μια καινούργια μέρα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, τίποτα δεν είναι όπως την Παρασκευή. Και το εκλογικό σώμα έχει επιβάλει τη συνειδητοποίηση των βαθύτατων εσωτερικών αλλαγών που αρνήθηκαν προκαταβολικά να εισπράξουν τα κόμματα εξουσίας – αλλά η κατανομή του λογαριασμού είναι πολύ διαφορετική. Δεν έχουμε μόνο μια καινούργια Βουλή, έχουμε μια νέα πολιτική πραγματικότητα. Η χθεσινή Κυριακή διαμόρφωσε το πολιτικό τοπίο με το οποίο είναι πιθανό να ζήσουμε σε βάθος χρόνου.
Για τη Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή είναι μια πρόσκληση και μια πρόκληση. Πρόσκληση σε εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που έχει εξαγγείλει ως άξονα της πολιτικής της ατζέντας. Το εκλογικό σώμα του έδωσε ξανά αυτό που ζήτησε: εμπιστοσύνη και εξουσία. Αλλά έστειλε ταυτόχρονα και ένα ισχυρό μήνυμα πως αυτή η εμπιστοσύνη τελεί υπό προθεσμία και υπό αίρεση, επιβάλλοντάς του μια δύσκολη κοινοβουλευτική συνθήκη των 152 ή 153 εδρών – με κριτικές δυνάμεις πια τόσο προς τα αριστερά όσο και προς τα δεξιά του. Έχει πολιτικό χρόνο, δεν έχει περίοδο χάριτος. Είναι αναμφισβήτητα πανίσχυρος στο χώρο του, ξέρει πως οι πολίτες όσο εύκολα δίνουν ευκαιρίες, τόσο εύκολα τιμωρούν.
Τιμωρούν. Η λέξη είναι λίγη για αυτό που συνέβη στο ΠΑΣΟΚ. Μετά το 2004, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είχε συζητήσει ούτε γιατί έχασε, ούτε τη φύση της ήττας του – εάν ήταν συγκυριακή ή στρατηγική. Πίστεψε πολύ στη συγκολλητική δύναμη της εξουσίας ή της προοπτικής εξουσίας, αλλά η εξουσία συγκινεί όλο και λιγότερο, όλο και λιγότερους. Το ζήτημα της ηγεσίας είναι, ίσως, το έλασσον μπροστά στη βαθιά κρίση πολιτικής ταυτότητας που ζει και θα ζήσει το ΠΑΣΟΚ.
Οι πολιτικοί συσχετισμοί βρίσκονται περίπου εκεί που ήσαν το 1977, με αντίστροφη τάση. Σε ένα χαμόγελο της Ιστορίας, ο Κώστας Καραμανλής παίρνει ακριβώς το ποσοστό που είχε αποσπάσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στην επανεκλογή του. Αλλά στην άλλη πλευρά, το ζήτημα είναι πανομοιότυπο και ανεστραμμένο. Εάν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να είναι ο συνεκτικός πόλος εξουσίας της κεντροαριστεράς. Τότε η απάντηση ήταν ένα ηχηρό ναι, κυρίως από νέους και μικροαστούς – και έφτιαξε ένα ρεύμα εξουσίας για ένα τέταρτο του αιώνα. Σήμερα η απάντηση είναι μια βαθιά δυσπιστία και άρνηση, κυρίως από νέους και μικροαστούς – όσο για το ρεύμα θα χρειαστεί να περιμένουμε λίγο ακόμη.
Υπάρχει και κάτι ακόμη, όχι χωρίς σημασία. Η εκλογική ήττα σηματοδοτεί και το τέλος του πολιτικού κύκλου μιας γενιάς στελεχών που ξεκίνησαν από τη «γενιά του πολυτεχνείου», σφράγισαν την κυβερνητική διαδρομή του ΠΑΣΟΚ και την πολιτική ζωή της χώρας για τρεις δεκαετίες.
Η Αριστερά έχει τη μεγάλη της ευκαιρία. Την ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από φορέας μιας γνήσιας και ειλικρινούς αμφισβήτησης. Ότι μπορεί να διατυπώσει μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση. Και, με τις συνθήκες που διαμορφώνονται στο ΠΑΣΟΚ, αναδύεται πολύ πρώιμα άλλη μια πρόκληση για την Αριστερά. Η πρόκληση να συμμετάσχει, με τους καλύτερους δυνατούς γι’αυτήν όρους, στη διαδικασία διαμόρφωσης μιας πρότασης εξουσίας στο μέλλον.
Και, τέλος, υπάρχει για πρώτη φορά μετά το 1977 ένας φορέας δεξιότερα της Ν.Δ. Δεν είναι η Εθνική Παράταξη, βέβαια, με τις νωπές τότε ιστορικές αναφορές της. Είναι, όμως, ένας πόλος που θα επιχειρεί σταθερά να αντλεί δυσαρέσκεια και κυβερνητική φθορά. Ο επαναπατρισμός από εκεί είναι ευκολότερος, όσο ευκολότερη όμως είναι και η μετανάστευση. Ο ΛΑΟΣ δεν θα είναι χωρίς ρόλο.
Friday, September 14, 2007
Του σταυρού...
Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου – τι να κάνουμε, και τα ημερολόγια κάνουν λάθη, του Σταυρού δεν είναι σήμερα, είναι μεθαύριο. Απλώς τότε δεν γιορτάζουν όλοι…
Τώρα που της μένουν λίγες ώρες ακόμη, μπορούμε να κάνουμε ένα μικρό απολογισμό αυτής της σύντομης, περίεργης και αδιάγνωστης προεκλογικής περιόδου. Σε άλλα έμοιαζε και σε άλλα ήταν εντελώς διαφορετική από όσα ξέραμε στο παρελθόν και είχαμε ως δεδομένα.
Οι προεκλογικές εκστρατείες δεν είχαν καμμία, μα καμμία σχέση με το παρελθόν. Θυμάμαι παλιά που λέγαμε «πας, αδελφέ μου, στην Ευρώπη και μαθαίνεις ότι γίνονται εκλογές από μερικά πλακάτ στους δρόμους». Ε, έτσι και ακόμη πιο ήσυχα. Ήρθαν και οι φωτιές και σκέπασαν τα πάντα – λίγες αφίσες, λίγες συγκεντρώσεις, τηλεόραση υπό τους περιορισμούς μιας αυστηρής νομοθεσίας, δημοσκοπήσεις απαγορευμένες επί δύο εβδομάδες. Και μαζί ένα κλίμα βαθιάς δυσπιστίας τους πολίτες και τους εκλογείς, μια ατμόσφαιρα δυσφορίας και εσωστρέφειας της κοινωνίας, με τα κόμματα να δυσκολεύονται να κάνουν ανοίγματα στους ανθρώπους και όταν κάνουν να βρίσκουν πόρτες κλειστές, όπως οι δημοσκόποι άκουσαν τόσες και τόσες φορές το τηλέφωνο να κλείνει με ένα βαρύ γκραπ! μόλις δήλωναν την ταυτότητά τους. Έτσι διαμορφώθηκε μια εκλογή βουβή, ένα πηχτό στρώμα απογοήτευσης και αδιαφορίας στη βάση της κοινωνίας. Κανείς δεν ξέρει εάν αυτό το στρώμα θα αναδυθεί μεθαύριο ως ανοχή ή αποχή, απάθεια ή οργή, αποστροφή ή ανατροπή, ρεύμα ή διάχυση, παράταση ή απόσταση.
Σε άλλα, πάλι, ζήσαμε το παρελθόν μας. Μπορώ να συγκαταλέξω στα θετικά αυτής της προεκλογικής περιόδου ότι είναι πια μια σταθερά του πολιτικού ελέγχου η αναζήτηση μιας στοιχειώδους δημοσιονομικής συνέπειας. Δεν υπήρξε περίπτωση που να ανακοινώθηκε μέτρο, υπόσχεση, «θα» για παροχές, αυξήσεις ή απαλλαγές και να μην πιέστηκε αμέσως ο εξαγγέλλων να πει «πού θα βρει τα χρήματα» και με τι θα τα αντικαταστήσει. Μπορώ να συγκαταλέξω ανάμεσα στα άκρως απογοητευτικά αυτής της προεκλογικής περιόδου τον πενιχρό αριθμό και το πενιχρό επίπεδο των απαντήσεων που δόθηκαν. Η παροχολογία διαμόρφωσε εκλογική δυναμική. Πρώτα μοιράζονταν σπίτια –κατοικίες ο ένας, δώσε και εξοχικά ο άλλος. Μετά μοιράζονταν αφορολόγητα – χωρίς όριο έως τον ουρανό ο ένας, διπλασιασμό ορίου ο άλλος. Τέλος, πάρε κόσμε και συντάξεις, εθνική σύνταξη με ΕΚΑΣ από τη μία, πάρε κι εσύ νοικοκυρά από την άλλη. Επίσης δεν θα αυξηθεί ο ΦΠΑ ή πάντως δεν είναι στις προθέσεις και μια εθνική συμφωνία, η μόνη που πετύχαμε, ότι το ασφαλιστικό θα λυθεί χωρίς να αυξηθούν οι εισφορές, ούτε τα όρια ηλικίας, ούτε να μειωθούν οι συντάξεις. Αγαπητέ μου Ντέηβιντ Κόπερφιλντ έχεις σίγουρο υπουργείο. Προφανώς υπάρχουν, λοιπόν, εκείνοι που ζητούν σοβαρότητα και επιβάλλουν τη λογική του ελέγχου, υπάρχουν κι εκείνοι που επιμένουν στις παροχές και βλέπουμε. Κρίθηκε από τα επιτελεία ότι οι περισσότεροι αναποφάσιστοι ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.
Και τέλος ποτέ άλλοτε δεν ζήσαμε μια τόσο σύντομη προεκλογική περίοδο με τέτοια συμπύκνωση γεγονότων και πολιτικού χρόνου. Από την πρώτη εβδομάδα, με την έκθεση Ζορμπα, μέχρι την ασύλληπτη καταστροφή των πυρκαγιών, δεν θυμάμαι στο παρελθόν γεγονότα τέτοιας εμβέλειας να συμβαίνουν σε εκλογικό χρόνο. Πώς αφομοιώθηκαν, πώς και πόσο επηρέασαν, ποιος ευνοήθηκε από τα συμβάντα και τη διαχείρισή τους; Το ρολόι χτυπάει ήδη αμείλικτα…
Τώρα που της μένουν λίγες ώρες ακόμη, μπορούμε να κάνουμε ένα μικρό απολογισμό αυτής της σύντομης, περίεργης και αδιάγνωστης προεκλογικής περιόδου. Σε άλλα έμοιαζε και σε άλλα ήταν εντελώς διαφορετική από όσα ξέραμε στο παρελθόν και είχαμε ως δεδομένα.
Οι προεκλογικές εκστρατείες δεν είχαν καμμία, μα καμμία σχέση με το παρελθόν. Θυμάμαι παλιά που λέγαμε «πας, αδελφέ μου, στην Ευρώπη και μαθαίνεις ότι γίνονται εκλογές από μερικά πλακάτ στους δρόμους». Ε, έτσι και ακόμη πιο ήσυχα. Ήρθαν και οι φωτιές και σκέπασαν τα πάντα – λίγες αφίσες, λίγες συγκεντρώσεις, τηλεόραση υπό τους περιορισμούς μιας αυστηρής νομοθεσίας, δημοσκοπήσεις απαγορευμένες επί δύο εβδομάδες. Και μαζί ένα κλίμα βαθιάς δυσπιστίας τους πολίτες και τους εκλογείς, μια ατμόσφαιρα δυσφορίας και εσωστρέφειας της κοινωνίας, με τα κόμματα να δυσκολεύονται να κάνουν ανοίγματα στους ανθρώπους και όταν κάνουν να βρίσκουν πόρτες κλειστές, όπως οι δημοσκόποι άκουσαν τόσες και τόσες φορές το τηλέφωνο να κλείνει με ένα βαρύ γκραπ! μόλις δήλωναν την ταυτότητά τους. Έτσι διαμορφώθηκε μια εκλογή βουβή, ένα πηχτό στρώμα απογοήτευσης και αδιαφορίας στη βάση της κοινωνίας. Κανείς δεν ξέρει εάν αυτό το στρώμα θα αναδυθεί μεθαύριο ως ανοχή ή αποχή, απάθεια ή οργή, αποστροφή ή ανατροπή, ρεύμα ή διάχυση, παράταση ή απόσταση.
Σε άλλα, πάλι, ζήσαμε το παρελθόν μας. Μπορώ να συγκαταλέξω στα θετικά αυτής της προεκλογικής περιόδου ότι είναι πια μια σταθερά του πολιτικού ελέγχου η αναζήτηση μιας στοιχειώδους δημοσιονομικής συνέπειας. Δεν υπήρξε περίπτωση που να ανακοινώθηκε μέτρο, υπόσχεση, «θα» για παροχές, αυξήσεις ή απαλλαγές και να μην πιέστηκε αμέσως ο εξαγγέλλων να πει «πού θα βρει τα χρήματα» και με τι θα τα αντικαταστήσει. Μπορώ να συγκαταλέξω ανάμεσα στα άκρως απογοητευτικά αυτής της προεκλογικής περιόδου τον πενιχρό αριθμό και το πενιχρό επίπεδο των απαντήσεων που δόθηκαν. Η παροχολογία διαμόρφωσε εκλογική δυναμική. Πρώτα μοιράζονταν σπίτια –κατοικίες ο ένας, δώσε και εξοχικά ο άλλος. Μετά μοιράζονταν αφορολόγητα – χωρίς όριο έως τον ουρανό ο ένας, διπλασιασμό ορίου ο άλλος. Τέλος, πάρε κόσμε και συντάξεις, εθνική σύνταξη με ΕΚΑΣ από τη μία, πάρε κι εσύ νοικοκυρά από την άλλη. Επίσης δεν θα αυξηθεί ο ΦΠΑ ή πάντως δεν είναι στις προθέσεις και μια εθνική συμφωνία, η μόνη που πετύχαμε, ότι το ασφαλιστικό θα λυθεί χωρίς να αυξηθούν οι εισφορές, ούτε τα όρια ηλικίας, ούτε να μειωθούν οι συντάξεις. Αγαπητέ μου Ντέηβιντ Κόπερφιλντ έχεις σίγουρο υπουργείο. Προφανώς υπάρχουν, λοιπόν, εκείνοι που ζητούν σοβαρότητα και επιβάλλουν τη λογική του ελέγχου, υπάρχουν κι εκείνοι που επιμένουν στις παροχές και βλέπουμε. Κρίθηκε από τα επιτελεία ότι οι περισσότεροι αναποφάσιστοι ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.
Και τέλος ποτέ άλλοτε δεν ζήσαμε μια τόσο σύντομη προεκλογική περίοδο με τέτοια συμπύκνωση γεγονότων και πολιτικού χρόνου. Από την πρώτη εβδομάδα, με την έκθεση Ζορμπα, μέχρι την ασύλληπτη καταστροφή των πυρκαγιών, δεν θυμάμαι στο παρελθόν γεγονότα τέτοιας εμβέλειας να συμβαίνουν σε εκλογικό χρόνο. Πώς αφομοιώθηκαν, πώς και πόσο επηρέασαν, ποιος ευνοήθηκε από τα συμβάντα και τη διαχείρισή τους; Το ρολόι χτυπάει ήδη αμείλικτα…
Ψηφοφόροι χωρίς εξαρτήσεις
Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου – μία και μία για προεκλογική εκστρατεία και τώρα που φτάνουμε ασθμαίνοντες στο νήμα ώρα να δούμε πού θα κριθεί η νίκη είτε είναι καθαρή, είτε με φωτο-φίνις.
Υπάρχουν κάποια τμήματα του εκλογικού σώματος που η ψήφος τους θα έχει ένα αυξημένο ειδικό βάρος σε αυτές τις περίεργες, ασυνήθιστες και φορτισμένες κάλπες. Πρώτα από όλους είναι οι νέοι ψηφοφόροι. Όχι μόνο γιατί προσέρχονται για πρώτη φορά πίσω από το παραβάν, κανείς δεν έχει μετρήσει την εκλογική τους συμπεριφορά, δεν περιλαμβάνονται στα δείγματα και επομένως δεν μπορούν να γίνουν συγκρίσεις. Ο αστάθμητος παράγοντας αφορά εξίσου το πνεύμα των νέων ψηφοφόρων και τις συνθήκες μέσα στις οποίες παίρνουν το βάπτισμα της κάλπης. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα γενικής αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος, που δεν αφορά πια μόνο την κατεστημένη, και συχνά παθολογική, σχέση του με την εξουσία, αλλά και τις ικανότητές του στην ίδια την άσκησή της, κανείς δεν ξέρει εάν αυτοί οι νέοι θα επιλέξουν κυρίως μια από τις βασικές εναλλακτικές προτάσεις εξουσίας, ή εάν θα ενισχύσουν τις φυγόκεντρες τάσεις του δικομματισμού, ή πάλι εάν θα προτιμήσουν μια καθαρή ψήφο διαμαρτυρίας, του τύπου του λευκού, του άκυρου, των κομμάτων της εκκεντρικότητας ή πάλι νέτα-σκέτα την αδιάφορη ή τη συνειδητή αποχή. Η στάση τους είναι τόσο σημαντική όσο και αδιευκρίνιστη ακόμη τρία 24ωρα πριν από την Κυριακή των εκλογών.
Η δεύτερη ομάδα ψηφοφόρων είναι οι κατεξοχήν ακροατές μας. Οι πολίτες των αστικών κέντρων και ιδιαίτερα της Αθήνας. Οι προηγούμενες εκλογές είχαν κριθεί κατεξοχήν στην περιφέρεια, από όπου η γενική τάση είχε μεταδοθεί στην πρωτεύουσα. Αυτή τη φορά όλοι γνωρίζουν και όλοι αναγνωρίζουν πως ισχυρή τάση, σαφές πολιτικό ρεύμα, δεν υπάρχει. Επομένως, πολλά θα καθορίσει η επιβίωση αυτής της ασάφειας και μέσα στο διαφανές κουτί, εάν δηλαδή η ψήφος αυτή θα διαχυθεί με ένα γενικά ισόρροπο τρόπο, ή εάν θα υπάρξουν την τελευταία στιγμή δυναμικές που θα κάνουν την πλάστιγγα να γείρει αποφασιστικά στη μία ή την άλλη πλευρά. Από τις εκλογές του 2000 είχαμε να περιμένουμε με τόσο ενδιαφέρον τις ομιλίες των αρχηγών στην πρωτεύουσα, ενώ οι σχετικά χαμηλές εκλογικές θερμοκρασίες είναι άλλη μια παράμετρος που η επίπτωσή της δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί.
Και τέλος, υπάρχει άλλη μια ομάδα ψηφοφόρων που δεν νομίζω ότι έχει ακόμη επαρκώς διαγνωστεί. Είναι, ας το πούμε με μια περίφραση, οι ψηφοφόροι μειωμένης εξάρτησης από το κομματικό σύστημα. Ο κομματισμός, το είπε τις προάλλες και ο Γιώργος Σουφλιάς, παραμένει η βασική γάγγραινα του μεταπολιτευτικού μοντέλου διοίκησης της χώρας. Αλλά τα πράγματα δεν μένουν στάσιμα, δεν είμαστε μια νησίδα στις παγκόσμιες εξελίξεις. Οι ρυθμοί της οικονομίας προπορεύονται σημαντικά εκείνων της πολιτικής. Το άνοιγμα της οικονομίας, όμως, έχει σαφές κοινωνικό και πολιτικό αποτέλεσμα. Με πολύ βραδύ τρόπο, όμως και η εσωτερική αγορά αναγκαστικά απελευθερώνεται σταδιακά σε ένα βαθμό από την έκταση της εξάρτησής της από το δημόσιο, άρα από το πολιτικό σύστημα. Πολύ ισχυρότερη είναι η ίδια δυναμική για όσες επιχειρήσεις ή επαγγελματίες έχουν ανοιχτεί στην ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια. Για ένα όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων, το αποτέλεσμα των εκλογών δεν έχει ευθεία συνάρτηση με την επαγγελματική τους διαδρομή και την εισοδηματική τους κατάσταση. Επιχειρηματίες της ανοιχτής αγοράς, αλλά και οι εργαζόμενοί τους, ελεύθεροι επαγγελματίες, μεσαία και ανώτερα στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων, ελληνικών και ξένων, ένα πολύ δυναμικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αφενός ασφυκτικά στην πρόσληψη της πραγματικής κατάστασης της χώρας και αφετέρου δεν εξαρτάται άμεσα από αυτήν. Πώς θα ψηφίσουν; Τι θέλουν για τη χώρα; Πώς βλέπουν τους εαυτούς τους μέσα στο σύστημα; Τι ελπίζουν και έχουν μια ξεκάθαρη προτίμηση ανάμεσα σε εναλλακτικές λύσεις που δεν τους προσέφεραν κάποια ειδική πρόταση; Να ένας ακόμη άγνωστος στην εκλογική εξίσωση. Όχι μόνο την κυριακάτικη αλλά, ακόμη περισσότερο, σε εκείνες που θα ακολουθήσουν.
Υπάρχουν κάποια τμήματα του εκλογικού σώματος που η ψήφος τους θα έχει ένα αυξημένο ειδικό βάρος σε αυτές τις περίεργες, ασυνήθιστες και φορτισμένες κάλπες. Πρώτα από όλους είναι οι νέοι ψηφοφόροι. Όχι μόνο γιατί προσέρχονται για πρώτη φορά πίσω από το παραβάν, κανείς δεν έχει μετρήσει την εκλογική τους συμπεριφορά, δεν περιλαμβάνονται στα δείγματα και επομένως δεν μπορούν να γίνουν συγκρίσεις. Ο αστάθμητος παράγοντας αφορά εξίσου το πνεύμα των νέων ψηφοφόρων και τις συνθήκες μέσα στις οποίες παίρνουν το βάπτισμα της κάλπης. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα γενικής αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος, που δεν αφορά πια μόνο την κατεστημένη, και συχνά παθολογική, σχέση του με την εξουσία, αλλά και τις ικανότητές του στην ίδια την άσκησή της, κανείς δεν ξέρει εάν αυτοί οι νέοι θα επιλέξουν κυρίως μια από τις βασικές εναλλακτικές προτάσεις εξουσίας, ή εάν θα ενισχύσουν τις φυγόκεντρες τάσεις του δικομματισμού, ή πάλι εάν θα προτιμήσουν μια καθαρή ψήφο διαμαρτυρίας, του τύπου του λευκού, του άκυρου, των κομμάτων της εκκεντρικότητας ή πάλι νέτα-σκέτα την αδιάφορη ή τη συνειδητή αποχή. Η στάση τους είναι τόσο σημαντική όσο και αδιευκρίνιστη ακόμη τρία 24ωρα πριν από την Κυριακή των εκλογών.
Η δεύτερη ομάδα ψηφοφόρων είναι οι κατεξοχήν ακροατές μας. Οι πολίτες των αστικών κέντρων και ιδιαίτερα της Αθήνας. Οι προηγούμενες εκλογές είχαν κριθεί κατεξοχήν στην περιφέρεια, από όπου η γενική τάση είχε μεταδοθεί στην πρωτεύουσα. Αυτή τη φορά όλοι γνωρίζουν και όλοι αναγνωρίζουν πως ισχυρή τάση, σαφές πολιτικό ρεύμα, δεν υπάρχει. Επομένως, πολλά θα καθορίσει η επιβίωση αυτής της ασάφειας και μέσα στο διαφανές κουτί, εάν δηλαδή η ψήφος αυτή θα διαχυθεί με ένα γενικά ισόρροπο τρόπο, ή εάν θα υπάρξουν την τελευταία στιγμή δυναμικές που θα κάνουν την πλάστιγγα να γείρει αποφασιστικά στη μία ή την άλλη πλευρά. Από τις εκλογές του 2000 είχαμε να περιμένουμε με τόσο ενδιαφέρον τις ομιλίες των αρχηγών στην πρωτεύουσα, ενώ οι σχετικά χαμηλές εκλογικές θερμοκρασίες είναι άλλη μια παράμετρος που η επίπτωσή της δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί.
Και τέλος, υπάρχει άλλη μια ομάδα ψηφοφόρων που δεν νομίζω ότι έχει ακόμη επαρκώς διαγνωστεί. Είναι, ας το πούμε με μια περίφραση, οι ψηφοφόροι μειωμένης εξάρτησης από το κομματικό σύστημα. Ο κομματισμός, το είπε τις προάλλες και ο Γιώργος Σουφλιάς, παραμένει η βασική γάγγραινα του μεταπολιτευτικού μοντέλου διοίκησης της χώρας. Αλλά τα πράγματα δεν μένουν στάσιμα, δεν είμαστε μια νησίδα στις παγκόσμιες εξελίξεις. Οι ρυθμοί της οικονομίας προπορεύονται σημαντικά εκείνων της πολιτικής. Το άνοιγμα της οικονομίας, όμως, έχει σαφές κοινωνικό και πολιτικό αποτέλεσμα. Με πολύ βραδύ τρόπο, όμως και η εσωτερική αγορά αναγκαστικά απελευθερώνεται σταδιακά σε ένα βαθμό από την έκταση της εξάρτησής της από το δημόσιο, άρα από το πολιτικό σύστημα. Πολύ ισχυρότερη είναι η ίδια δυναμική για όσες επιχειρήσεις ή επαγγελματίες έχουν ανοιχτεί στην ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια. Για ένα όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων, το αποτέλεσμα των εκλογών δεν έχει ευθεία συνάρτηση με την επαγγελματική τους διαδρομή και την εισοδηματική τους κατάσταση. Επιχειρηματίες της ανοιχτής αγοράς, αλλά και οι εργαζόμενοί τους, ελεύθεροι επαγγελματίες, μεσαία και ανώτερα στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων, ελληνικών και ξένων, ένα πολύ δυναμικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αφενός ασφυκτικά στην πρόσληψη της πραγματικής κατάστασης της χώρας και αφετέρου δεν εξαρτάται άμεσα από αυτήν. Πώς θα ψηφίσουν; Τι θέλουν για τη χώρα; Πώς βλέπουν τους εαυτούς τους μέσα στο σύστημα; Τι ελπίζουν και έχουν μια ξεκάθαρη προτίμηση ανάμεσα σε εναλλακτικές λύσεις που δεν τους προσέφεραν κάποια ειδική πρόταση; Να ένας ακόμη άγνωστος στην εκλογική εξίσωση. Όχι μόνο την κυριακάτικη αλλά, ακόμη περισσότερο, σε εκείνες που θα ακολουθήσουν.
Wednesday, September 12, 2007
Γκάλοπ: Μυστικά (και Ψέμματα)
Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου – και είναι νόμος: όσο πιο σκληρή, αυστηρή, περιοριστική και δεσμευτική είναι η απαγόρευση, τόσο πιο ανθούσα, ακριβή, περιζήτητη και εκτεταμένη είναι η μαύρη αγορά για το υπό απαγόρευση είδος. Συνέβαινε στην ποταπαγόρευση που απολαμβάνετε στα φιλμ νουάρ, συμβαίνει εξίσου και στην γκαλοποαπαγόρευση που απολαμβάνετε λάιβ αυτές τις μέρες.
Θα μπορούσε να είναι μαθηματικά προβλέψιμο, όταν ψηφίστηκε αυτός ο νομικός παραλογισμός με την εξυγιαντική πρόθεση. Τι λέει αυτός ο πρόσφατος νόμος για τις δημοσκοπήσεις; Ναι, μπορούν να διεξάγονται, μέχρι την τελευταία μέρα, μέχρι την τελευταία ώρα. Οι εταιρείες θα μπορούν να μετρούν, τα επιτελεία θα μπορούν να διαβάζουν τους αριθμούς, οι επιτελείς των μέσων ενημέρωσης επίσης, αλλά δεν θα κάνουν κιχ, δεν θα λένε λέξη, δεν θα διαρρέει τίποτα. Είναι σα να λες σε έναν αλκοολικό σε φάση αποτοξίνωσης ότι θα έχει ελεύθερη πρόσβαση στην κάβα, αλλά θα κοιτάζει μόνο τα ράφια και δεν θα πιει γουλιά.
Και φυσικά συνέβη το αναμενόμενο. Πάνω στην επιβεβλημένη σιωπή, ανθεί η φημολογία. Έχω, φυσικά, κι εγώ ένα σίγουρο, μου το είπε ένας δικός μου, κολλητός, αλλά με όρκισε να μην μου ξεφύγει ούτε φωνήεν. Το και το, σου λέω. Είναι από κυλιόμενη, από pre-exit-poll, είναι γκαραντί, το λένε τα κρυφά νούμερα, στο λέω επειδή σου έχω εμπιστοσύνη, αλλά δεν θα με δώσεις, εγώ δεν είπα τίποτα…
Πρόκειται βέβαια για έναν άθλιο ευτελισμό του δημόσιου βίου της χώρας. Πρώτα από όλα, γιατί εκείνοι που υποτίθεται πως εγγυώνται άκρα διαφάνεια και διεκδικούν αξιοπιστία ως αυριανοί κυβερνήτες της χώρας είναι ακριβώς εκείνοι που παίζουν το θλιβερό παιχνίδι της διαρροής και της ασύγγνωστης υστεροβουλίας. Το παιχνίδι της αναγνώρισης πως τίποτα δεν είναι αρκετά αδίστακτο μπροστά στην επιδίωξη της εξουσίας.
Δεύτερον, γιατί είναι εντελώς ανόητο να συζητάμε για δημοσκοπήσεις και σφυγμομετρήσεις δύο μέρες πριν από τις εκλογές. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφικό ενδιαφέρον – και με αυτή την λογική είναι απαξιωτικό και για τους επαγγελματίες της ενημέρωσης. Η ιδέα είναι απλή: η τάση της νίκης παρασέρνει ένα ποοσοστό του εκλογικού σώματος, αυτό πρέπει να οδηγηθεί στη μία κατεύθυνση ή την άλλη. Η χειραφέτηση της ενημέρωσης περνάει προφανώς μέσα από την άρνηση, κάποια στιγμή, της συμμετοχής σε τόσο ορατά παίγνια.
Και, τρίτον, γιατί η ιδέα και μόνο της ύπαρξης αλλά μη δημοσιοποίησης μετρήσεων παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της ισότητας. Στο μέτρο που η γνώση είναι δύναμη, ή η γνώση είναι κριτήριο, στο μέτρο δηλαδή που ισχύει ότι δικαιούται ο πολίτης να συμπεριλάβει στα κριτήριά του την εκτίμηση που θα έχει για το ποιος είναι πιθανότερο να κερδίσει στις εκλογές, είναι εντελώς παράλογο να επιτρέπουμε σε μικρές ομάδες πολιτών, και μάλιστα συγκροτημένων γύρω από ειδικές ενασχολήσεις, με ειδικό συμφέρον για το εκλογικό αποτέλεσμα, να επιτρέπουμε σε αυτούς λοιπόν να έχουν ένα πλεονέκτημα ενημέρωσης έναντι όλων των υπολοίπων. Εάν επρόκειτο να υπάρχει απαγόρευση, αυτή προφανώς θα αφορούσε τη διεξαγωγή μετρήσεων από ελληνικές τουλάχιστον εταιρείες, επί ποινή διαγραφής από τον σχετικό κατάλογο του ΕΣΡ.
Δεν ξέρω σε ποια έκταση θα αλλάξει η εκλογική νομοθεσία στο άμεσο μέλλον. Αλλά αυτή η ρύθμιση, αυτή η στρέβλωση, δεν μπορεί να ευτελίζει και στο μέλλον τη δουλειά μας και τους πόλους της, πολίτες, δημοσιογράφους και πολιτικούς.
Θα μπορούσε να είναι μαθηματικά προβλέψιμο, όταν ψηφίστηκε αυτός ο νομικός παραλογισμός με την εξυγιαντική πρόθεση. Τι λέει αυτός ο πρόσφατος νόμος για τις δημοσκοπήσεις; Ναι, μπορούν να διεξάγονται, μέχρι την τελευταία μέρα, μέχρι την τελευταία ώρα. Οι εταιρείες θα μπορούν να μετρούν, τα επιτελεία θα μπορούν να διαβάζουν τους αριθμούς, οι επιτελείς των μέσων ενημέρωσης επίσης, αλλά δεν θα κάνουν κιχ, δεν θα λένε λέξη, δεν θα διαρρέει τίποτα. Είναι σα να λες σε έναν αλκοολικό σε φάση αποτοξίνωσης ότι θα έχει ελεύθερη πρόσβαση στην κάβα, αλλά θα κοιτάζει μόνο τα ράφια και δεν θα πιει γουλιά.
Και φυσικά συνέβη το αναμενόμενο. Πάνω στην επιβεβλημένη σιωπή, ανθεί η φημολογία. Έχω, φυσικά, κι εγώ ένα σίγουρο, μου το είπε ένας δικός μου, κολλητός, αλλά με όρκισε να μην μου ξεφύγει ούτε φωνήεν. Το και το, σου λέω. Είναι από κυλιόμενη, από pre-exit-poll, είναι γκαραντί, το λένε τα κρυφά νούμερα, στο λέω επειδή σου έχω εμπιστοσύνη, αλλά δεν θα με δώσεις, εγώ δεν είπα τίποτα…
Πρόκειται βέβαια για έναν άθλιο ευτελισμό του δημόσιου βίου της χώρας. Πρώτα από όλα, γιατί εκείνοι που υποτίθεται πως εγγυώνται άκρα διαφάνεια και διεκδικούν αξιοπιστία ως αυριανοί κυβερνήτες της χώρας είναι ακριβώς εκείνοι που παίζουν το θλιβερό παιχνίδι της διαρροής και της ασύγγνωστης υστεροβουλίας. Το παιχνίδι της αναγνώρισης πως τίποτα δεν είναι αρκετά αδίστακτο μπροστά στην επιδίωξη της εξουσίας.
Δεύτερον, γιατί είναι εντελώς ανόητο να συζητάμε για δημοσκοπήσεις και σφυγμομετρήσεις δύο μέρες πριν από τις εκλογές. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφικό ενδιαφέρον – και με αυτή την λογική είναι απαξιωτικό και για τους επαγγελματίες της ενημέρωσης. Η ιδέα είναι απλή: η τάση της νίκης παρασέρνει ένα ποοσοστό του εκλογικού σώματος, αυτό πρέπει να οδηγηθεί στη μία κατεύθυνση ή την άλλη. Η χειραφέτηση της ενημέρωσης περνάει προφανώς μέσα από την άρνηση, κάποια στιγμή, της συμμετοχής σε τόσο ορατά παίγνια.
Και, τρίτον, γιατί η ιδέα και μόνο της ύπαρξης αλλά μη δημοσιοποίησης μετρήσεων παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της ισότητας. Στο μέτρο που η γνώση είναι δύναμη, ή η γνώση είναι κριτήριο, στο μέτρο δηλαδή που ισχύει ότι δικαιούται ο πολίτης να συμπεριλάβει στα κριτήριά του την εκτίμηση που θα έχει για το ποιος είναι πιθανότερο να κερδίσει στις εκλογές, είναι εντελώς παράλογο να επιτρέπουμε σε μικρές ομάδες πολιτών, και μάλιστα συγκροτημένων γύρω από ειδικές ενασχολήσεις, με ειδικό συμφέρον για το εκλογικό αποτέλεσμα, να επιτρέπουμε σε αυτούς λοιπόν να έχουν ένα πλεονέκτημα ενημέρωσης έναντι όλων των υπολοίπων. Εάν επρόκειτο να υπάρχει απαγόρευση, αυτή προφανώς θα αφορούσε τη διεξαγωγή μετρήσεων από ελληνικές τουλάχιστον εταιρείες, επί ποινή διαγραφής από τον σχετικό κατάλογο του ΕΣΡ.
Δεν ξέρω σε ποια έκταση θα αλλάξει η εκλογική νομοθεσία στο άμεσο μέλλον. Αλλά αυτή η ρύθμιση, αυτή η στρέβλωση, δεν μπορεί να ευτελίζει και στο μέλλον τη δουλειά μας και τους πόλους της, πολίτες, δημοσιογράφους και πολιτικούς.
Subscribe to:
Posts (Atom)