Tuesday, September 11, 2007

Ήταν μια φορά ένα βιβλίο

Τρίτη 11η Σεπτεμβρίου – nine eleven, δηλαδή, και επομένως η ημέρα το καλεί για λίγη ιστορία. Τι ιστορία; Μα 6ης Δημοτικού, φυσικά, αφού σε λίγη ώρα μη ρωτάς, μικρούλη μου, για ποιόν χτυπάει το κουδούνι, χτυπάει για σένα…

Λοιπόν, ο κ. Καραμάνος, γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, το δήλωσε με κρυστάλλινη καθαρότητα: όλα τα βιβλία είναι έτοιμα προς διανομή ήδη σήμερα, εκλογές έχουμε δα κάνουμε μια προσπάθεια παραπάνω. Όλα εκτός από το βιβλίο Ιστορία της 6ης Δημοτικού, εκλογές έχουμε δα κάνουμε και μια ντρίμπλα παραπάνω. Γιατί;, ρώτησαν τον κ. Καραμάνο. Τους κοίταξε στα μάτια και τους είπε: μας καθυστέρησαν τα τυπογραφεία!

Καγχάσατε; Δεν είστε οι μόνοι. Ναι, το είπε στα σοβαρά ο άνθρωπος, ότι κόλλησε το άτιμο το βιβλίο στην εκτύπωση. Φταίει ο προμηθευτής χαρτιού, φταίει ο τυπογράφος, φταίει ο διορθωτής των δοκιμίων, φταίει ο βιβλιοδέτης, φταίνε οι μεταφορείς. Θέλαμε πολύ να μοιράσουμε το διορθωμένο –για την ακρίβεια: επισκευασμένο- βιβλίο, αλλά δεν τα καταφέραμε, τι κρίμα…

Προφανώς μας δουλεύει. Και μας δουλεύει γιατί δεν τολμά να πει μια αλήθεια, που στο κάτω-κάτω μάλλον θα τον συνέφερε. Ας την πούμε εμείς, λοιπόν, που δεν έχουμε την αγωνία της ψήφου και του σταυρού την Κυριακή. Συγκρατήστε τις αντιδράσεις σας, μην μας εντάξετε αμέσως στο Destroy Athens, αλλά ισχυρίζομαι ότι πολύ καλώς δεν μοιράζεται σήμερα στα σχολεία το επίμαχο βιβλίο. Και καλώς δεν μοιράζεται γιατί όλοι ξέρουμε ότι οι μαθητές μεν θα το έπαιρναν και θα το πέταγαν σε ένα ράφι του γραφείου τους, ενώ πολιτικοί κάθε είδους και ύφους, κάθε ποιότητας ή φυράματος, θα το ξεκοκκάλιζαν μέσα σε λίγες ώρες. Θα το ψείριζαν μέχρι το κόμμα, για να βρουν μια περίεργη λέξη που να έχει ξεμείνει από την αποστείρωση, μια φράση παρεξηγήσιμη ή με διπλή ανάγνωση, μια φωτογραφία που να προσβάλλει εσάς ή εμένα και τις προσωπικές μας μνήμες, κάτι τελοσπάντων το επίμεμπτο. Και αμέσως θα γινόταν το έλα να δεις. Θα έβγαιναν πύρινοι λόγοι στα μπαλκόνια, θα ξεσπούσαν εθνεγερτικές συζητήσεις στα κανάλια, θα έπαιρνε φωτιά η προεκλογική εκστρατεία, θα βλέπαμε συνθήματα, σημαίες, σποτ, πλακάτ, γκράφιτι και ό,τι άλλο φανταστεί αρρωστημένος νους. Θα περνούσαμε το υπόλοιπο ελάχιστο μιας ούτως ή άλλως ισχνής και αναιμικής, ανεπαρκούς και κολοβής προεκλογικής εκστρατείας να συζητάμε για το βιβλίο αντί για την ατζέντα αυτής της χώρας, που στριμώχνεται απελπισμένη σε μερικές μεσαίες παραγράφους των ομιλιών, αυτές που ποτέ δεν παίζουν στα κιου των καναλιών και των δελτίων.

Θα περίμενα, λοιπόν, αντί φθηνών δικαιολογιών μια ρητή δήλωση και μια συμφωνία. Αφού στο πρόσφατο παρελθόν κάναμε ως μη έδει ένα βιβλίο σχολικό θέμα εθνικό, αφού βάλαμε τα σχολικά βιβλία στην πιο πολιτικάντικη εκδοχή του δημόσιου διαλόγου, τουλάχιστον τώρα θα μπορούσαμε να πούμε από κοινού και με θάρρος πως ό,τι έγινε φορτίζει αυτό το βιβλίο με ένα πολιτικό βάρος που δεν έχει, ούτε έπρεπε να είχε ποτέ αποκτήσει. Από τη στιγμή, όμως, που βγήκε από τη σχολική, την εκπαιδευτική διαδικασία και έγινε τμήμα της πολιτικής διαδικασίας, το κακό έχει συντελεστεί. Η επιστροφή του, αναγκαία, δεν μπορεί να γίνει σε προεκλογικές συνθήκες. Πολιτική ευθύνη είναι ό,τι συνέβη, πολιτική υπευθυνότητα θα ήταν να δηλωθεί ρητά πως δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτραπεί η επανάληψη όσων ζήσαμε, στις πλάτες των μαθητών και, φοβούμαι, στις πλάτες της Ιστορίας.

Αλλά αντ’αυτού μάθημα υποκρισίας. Το ότι δεν τολμάμε καν να πούμε το σωστό είναι άλλη μια υστέρηση μετά την αχαρακτήριστη αυτή καθυστέρηση του άθλιου τυπογράφου.

Monday, September 10, 2007

Εκλογές καθ'εκάστην

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου – και, λοιπόν, βρέθηκε η λύση. Είναι απλή. Οι εκλογές να μην γίνονται κάθε τέσσερα, αλλά κάθε τρία χρόνια. Ή κάθε δύο. Ή κάθε τρεις και δύο. Εκλογές συχνά – αυτό είναι το όνειρό μας, πανάκεια για τα προβλήματά μας.

Άκουγα τις προάλλες μια εκλογική συζήτηση και –το πιστεύετε, δεν το πιστεύετε- η μείωση της περιοδικότητας των εκλογών προτάθηκε στα σοβαρά. Μη φανταστείτε από υποψήφιο δευτεράντζα από αυτούς που βγαίνουν στα μεσημεριανά ή σε κανένα περίεργο κανάλι στο απογευματινό tea time ανάμεσα σε δυο μυκονιάτικα πάρτυ. Όχι, καθόλου. Το είπε ο Θόδωρος Πάγκαλος και συμφωνώ απολύτως. Τον ρωτούσαν για την προκήρυξη των εκλογών πρόωρα και είπε κάτι απλό. Αφού έτσι κι αλλιώς ο εκάστοτε πρωθυπουργός τις προκηρύσσει όποτε θέλει, γιατί να τον βάζουμε να επικαλείται ψεύτικους λόγους; Αφού έτσι κι αλλιώς οι περισσότερες εκλογές γίνονται πρόωρα γιατί να μην κάνουμε το πρόωρα κανονικά. Ας κάνουμε, είπε ο Πάγκαλος, εκλογές κάθε τρία χρόνια.

Εκείνη τη στιγμή δεν εκτίμησα τη σημασία της ιδέας. Από τότε το ξανασκέφθηκα και πείστηκα. Φαντάσου, ας πούμε, οι πυρκαγιές στην Πελοπόννησο να είχαν ξεσπάσει πρόπερσι. Οι δυστυχείς συμπατριώτες μας ακόμη θα περίμεναν τις αποζημιώσεις – ρωτήστε και τους καμμένους της Κασσάνδρας. Θα τους την είχαν πέσει μερικές μέρες τα κανάλια και έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Θα τους είχαν υποσχεθεί πως «θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο» - και θα είχαν μείνει μόνον με το κόκκαλο – ρωτήστε και στη Ρικομέξ. Θα είχε καεί η Ολυμπία και θα είχε συγκροτηθεί ειδική επιτροπή με πλειάδα αρμοδίων παραγόντων, αλλά δεν θα είχε ακόμη συνεδριάσει, διότι θα υπήρχε πολύς χρόνος μέχρι την Ολυμπιάδα του Πεκίνου. Και δεν θα είχαν τους αρχηγούς σαν αποκλειστικές νοσοκόμες στα κεφάλια τους να τους τάζουν σπίτι ο ένας, εξοχικό ο άλλος και, όσο θα χτίζονται, χρήμα με ουρά να ρέει από τον Αλφειό.

Αλλά και πέραν των πυροπαθών, οι υπόλοιποι, οι απαθείς πάλι δεν θα περνούσαμε καλύτερα. Θα υπήρχε χρόνος, ας πούμε να αποτιμηθεί το κόστος των αποζημιώσεων. Θα ήταν μικρότερο υπέρ των πυροπλήκτων, αλλά τότε θα απαιτούνταν άμεσα φορολογικά μέτρα για να αποτραπεί δημοσιονομική εκτροπή. Ενώ τώρα… Δίνουμε αβέρτα, μειώνουμε και τους φόρους. Τα κόστη τα αντέχει ο προϋπολογισμός, φτάνουν τα λεφτά από την Ευρώπη λέει ο ένας, λεφτά υπάρχουν λέει ο άλλος και κανείς δεν ρωτά μωρέ πούν’τα και δεν τα είχα δει έως τώρα;

Ο Πάγκαλος, χρόνια στο κουρμπέτι, έχει απόλυτο δίκιο. Εκλογές κάθε τρία χρόνια. Εκλογές κάθε χρόνο. Εκλογές συνέχεια. Οι εκλογές θεραπεύουν πάσαν νόσον, στα μπαλκόνια ακούγεται η μελωδία της ευτυχίας. Μόνο ένα μικρό μειονέκτημα έχουν. Ότι διεξάγονται Κυριακή και υπάρχει, αλίμονο, και Δευτέρα.

Debate no more

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου – και τώρα τι θα απογίνουμε χωρίς ντημπέητ; Το περιμέναμε στις οθόνες συναθροισμένοι. Και ήταν αυτό που είδατε αυτές τις δυόμισυ ώρες που –εκτός αν γελιέμαι πολύ άσχημα- δεν άλλαξαν τον κόσμο.

Αλλά τουλάχιστον ντημπέητ τέλος. Δεν εννοώ τηλεοπτικές συζητήσεις πολιτικών αρχηγών. Αλλά αυτό το περίεργο ελληνικό τηλε-υβρίδιο, θνησιγενές που κατάφερε να επιβιώσει για τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, χάρη στο φόβο των κομματικών επιτελείων και την αδιαφορία τους για την ανάγκη των πολιτών για γνήσια συζήτηση και γνήσια πληροφόρηση,

Αυτό τουλάχιστον το υβρίδιο, που προσβάλλει τους αρχηγούς, εμφανίζοντάς τους ανίκανους να διεξαγάγουν ένα στοιχειώδη πολιτιισμένο διάλογο σαν αυτό που κάνουν όλοι οι άνθρωποι μεταξύ τους, που προσβάλλει τους ψηφοφόρους καλώντας τους να βολευτούν με ό,τι έχουν και να παρακολουθήσουν ημικατεψυγμένη κουβέντα, αν δεν θέλουν μόνο μπαλκόνι, σημαία και πλατεία…

Αυτό το μοντέλο πολιτικού διαλόγου στην τηλεόραση χτες το βράδυ πήρε τέλος. Δεν πήρε απλώς τέλος. Κατέρρευσε. Και κατέρρευσε στην ουσία του, κατέρρευσε από την αναγνώριση στην πράξη ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει. Ήταν ένα λάθος μήνυμα: τα πολιτικά κόμματα συμφώνησαν σε αποστείρωση της συζήτησης. Δεν ήταν ασφυκτική η διαδικασία. Ήταν ασηπτική. Μην τρέξει κάτι. Και το πρώτο που έτρεξε ήταν ότι, επειδή ο κορσές είχε γίνει πολύ στενός, έσπασε αμέσως. Κανείς δεν τήρησε τους όρους, όλοι επεδίωκαν εμφανώς όχι να τους τηρήσουν αλλά να τους παραβιάσουν – είπαν θα έχουμε λίγο χρόνο και έκλεβαν δευτερόλεπτα, είπαν θα έχουμε θεματικές ενότητες και απαντούσαν άλλα αντ’άλλων, είπαν «έτσι είναι αυτή η ζωή, το παιχνίδι το κάνουν τα κανάλια» και είχαν ένα δημοσιογραφικό έλεγχο καναλικού τύπου.

Αναρωτιέμαι σε τι ποσοστό οι πολίτες άκουσαν τα ερωτήματα που θα ήθελαν να θέσουν. Αναρωτιέμαι επίσης, επ’αυτού του ποσοστού, σε τι ποσοστό άκουσαν και απαντήσεις στα ερωτήματά τους. Αναρωτιέμαι αφού σε κανέναν δεν άρεσε τέτοια συζήτηση, γιατί συμφώνησαν οι ίδιοι έτσι να διεξαχθεί. Αναρωτιέμαι, τέλος, εάν οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να ανεχθούν επ’άπειρο την αναπαραγωγή ενός όχι τηλεοπτικού, αλλά βαθιά πολιτικού προτύπου, όπου ένα συγκεκριμένο πολιτικό φάσμα θεωρεί αυτονόητη για την αναπαραγωγή του την επιβολή των όρων αυτοσυντήρησης.

Το ντημπέητ, πέρα από το τεχνικο-οργανωτικό του ναυάγιο και τα σαφή δείγματα ερασιτεχνισμού στη σύλληψη και την εκτέλεση, εκτυλίχθηκε με τη μορφή που είχαν προαποφασίσει ότι θα έχει. Ήταν ένα ασφαλές στοίχημα. Παρόλα αυτά, και προφανώς χωρίς προγραμματική συζήτηση, αστείο πράγμα σε 90 δευτερόλεπτα και χωρίς να μπορεί να απευθυνθεί ο ένας στον άλλο, ακόμη κι έτσι το περιεχόμενο του ντημπέητ ήταν καλύτερο, δεν τολμώ να πω τη λέξη ουσιαστικότερο, αλλά πάντως εκφραστικότερο από ό,τι είχε σχεδιαστεί. Ακόμη και τα ασφαλή στοιχήματα, μάθαμε χτες το βράδυ, μπορούν να κερδηθούν ή, πάλι, να χαθούν.

Thursday, September 6, 2007

Debate και ξερό ψωμί (δις)

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου – και η μεγάλη ώρα είναι τώρα, που έλεγε κι ένα παλαιό ασμάτιο…

Εννιά με δώδεκα –βαθιά μεσάνυχτα, δηλαδή- σας παρακαλώ μην μου τηλεφωνήσετε. Θα βλέπω ντημπέητ. Έχω ειδοποιήσει φίλους, έχουμε κανονίσει παρέα, αν έχει ζέστη θα βγάλουμε την τηλεόραση στο μπαλκόνι, αν φυσάει θα τη βάλουμε στη μέση του σαλονιού, μετακινήσαμε τους καναπέδες, πήγα σουπερμάρκετ και πήρα μπύρες, θα παραγγείλουμε και πίτσες από τις οχτώ, να έρθουν νωρίτερα να πούμε και δυο λόγια, γιατί την ώρα του αγώνα θα επικρατεί άκρα ιερή σιγή – απόψε έχει ντημπέητ.

Με έχουν πείσει. Αυτός είναι ο τελικός, η προκριματική φάση δεν είχε καμμία σημασία, άλλωστε ίσα που την πήραμε χαμπάρι. Όλα παίζονται σε ένα ματς. Γι’αυτό ετοιμαζόμαστε όλοι επί τέσσερα χρόνια – είναι σαν τους Ολυμπιακούς, που προπονούνται μοναχικοί αθλητές μέσα σε άδεια στάδια, παγωμένα το χειμώνα, σε στίβους που αχνίζουν το καλοκαίρι, χωρίς κανείς να τους σκέφτεται ή να τους θυμάται και περιμένουν την ώρα του μεγάλου τελικού, εκεί όπου τα λάθη δεν επιτρέπονται, εκεί όπου δεν υπάρχει ισοπαλία, μόνον νικητές και ηττημένοι.

Με αυτούς τους όρους θα δούμε η παρέα το ντημπέητ, αντιλαμβάνομαι ότι έτσι το βλέπουν και οι παίκτες μας. Ποιος θα ταπώσει τον άλλον – δίνοντάς του μια πληρωμένη απάντηση. Ποιος θα κάνει την καλύτερη ντρίμπλα, άμα πάνε να τον στριμώξουν. Ποιος θα κάνει το πιο εύστοχο σουτ, με μια εύστοχη ατάκα που θα «γράψει» αύριο στα κιου των καναλιών και τους τίτλους των εφημερίδων.

Η ορολογία, πάντως, θα το έχετε ίσως παρατηρήσει, δεν είναι αθλητική. Προέρχεται μάλλον από τις πολεμικές τέχνες. Ακούω για παράδειγμα την ελληνική μεταγραφή της απεχθούς λέξης «debate» - όπου η έμπνευση της μεταγλώττισης κατάφερε να δημιουργήσει το έτι απεχθέστερο υβρίδιο «τηλεμαχία». Γιατί «τηλεμαχία». Debate σημαίνει συζητώ, πραγματεύομαι, διατυπώνω υπέρ και κατά. Η «…μαχία» από πού προέκυψε. Υποθέτω από τη δική μας εντύπωση για το τι ακριβώς συμβαίνει σε ένα δικό μας ντημπέητ. Μάχη, λοιπόν, οπότε γιατί όχι και «μητέρα» όλων των πολιτικών μαχών. «Παρακολουθήστε», βλέπω στα τρέηλερ, «την αναμέτρηση των αρχηγών». Γιατί; Ξύλο θα παίξουν; Κι εγώ νόμιζα πως θα μας πουν ό,τι έχουν να μας πουν, νόμιζα ότι θα παρουσιάσουν θέσεις, προτάσεις, σε μια ακραία περίπτωση ακόμη και επιχειρήματα. «Αναμέτρηση», γιατί; Ίσως μόνο για ένα λόγο, γιατί είναι κάπως καλύτερο από το «τηλεμαχία». Και φυσικά κατόπιν τούτων δεν είναι πολιτική ηγεσία, είναι «μονομάχοι». Ave camera, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν…

Επιστρέφω από τα πεδία των μαχών στην ηπιότερη παρομοίωση του ντημπέητ με στίβο ή κωρτ. Φόβος για σκληρό παιχνίδι δεν υπάρχει, τα τάκλιν απαγορεύονται – άλλωστε το ματς έχει περίεργες προδιαγραφές. Μου θυμίζει αγώνα μποξ που διεξάγεται με κανόνες μπάντμινγκτον – ξέρετε, σα να έχουν έξι πυγμάχους, να τους έχουν χωρίσει το ρινγκ με διχτάκι και να τους έχουν δώσει από μια ρακέτα και ένα φτεράκι.

Ιδού, λοιπόν, το ερώτημα του ντημπέητ: ποιος μπορεί να ρίξει τον άλλο νοκ άουτ, χτυπώντας τον με ένα φτεράκι;

Wednesday, September 5, 2007

Debate και ξερό ψωμί

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου – και όλοι περιμένουν το ντημπέητ. Είναι κάτι σαν αυτό που έλεγαν παλιά στον Ιππόδρομο το σουηπστέηκ. Ο νικητής, λένε οι Αμερικανοί, που είναι και οι πατέρες του ντημπέητ, ο νικητής τα παίρνει όλα. Εκεί, βέβαια, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε μερικές διαφορές κουλτούρας. Πρώτον, το ντημπέητ δεν το οργανώνουν τα κόμματα. Παλιότερα το οργάνωνε η Ένωση Γυναικών Ψηφοφόρων. Κάποια στιγμή, προ 20ετίας περίπου, αποσύρθηκε και κατήγγειλε. Τι κατήγγειλε; Ότι με τους όρους, τις ρυθμίσεις και τις προκαταβολικές συμφωνίες περιοριζόταν η δυνατότητα του (Αμερικανού φυσικά…) ψηφοφόρου να δει μια πραγματική, γνήσια ανάκριση των υποψηφίων. Από το δικό μας ντημπέητ ούτε απέξω δεν θα περνούσαν. Τώρα, υπάρχει μια ειδική επιτροπή που οργανώνει τη σεμνή εκδήλωση.

Δεύτερον, το ντημπέητ έχει σταδιακά έχει ενταχθεί τόσο στην πολιτική κουλτούρα των Αμερικανών ώστε από τη μία να θεωρείται αυτονόητη κορύφωση της προεκλογικής σύγκρουσης, από την άλλη όμως να μειώνεται το σχετικό βάρος του. Είναι μια σημαντική προεκλογική εμφάνιση, αλλά δεν είναι «όλα ή τίποτα» σε μια βραδιά.

Κι ακόμη, το πιο ενδιαφέρον ίσως. Δεν κάνουν ένα ντημπέητ – γιατί; Γιατί πιστεύουν πως με ένα ντημπέητ δεν βγαίνει νόημα, είναι λίγος ο χρόνος, και χρειάζεται οπωσδήποτε ένας αριθμός τέτοιων ανοιχτών τηλεοπτικών διαλόγων, ώστε οι θεατές-ψηφοφόροι να αποκτήσουν μια ουσιαστική γνώμη για τις θέσεις και την προσωπικότητα του υποψηφίου. Δες το απλά, βρε αδερφέ. Δεν μπορεί κάποιος να μην εκλεγεί πρόεδρος επειδή έτυχε να συναχωθεί τη λάθος μέρα και να βγαίνει χάλια στην εικόνα. Όλοι, ακόμη και οι πολιτευόμενοι, δικαιούνται μια δεύτερη ευκαιρία.

Κάνουν συνήθως τρία ντημπέιτ, λοιπόν. Κι εδώ υπάρχει ένας φυσικός ανταγωνισμός, αντικρουόμενα συμφέροντα. Τα επιτελεία το θέλουν όσο πιο ελεγχόμενο γίνεται. Μάλιστα Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί από το 2004 δημοσίευσαν για πρώτη φορά και ένα αναλυτικό έγγραφο 34 σελίδων που περιλαμβάνει με καταπληκτικά εξαντλητικό τρόπο τους όρους διεξαγωγής της συζήτησης. Οι οργανωτές πάλι το θέλουν όσο πιο ελεύθερο γίνεται. Ο αριθμός των συζητήσεων βοηθάει. Σε άλλες ρωτάει ο δημοσιογράφος-συντονιστής, σε άλλες ένας αριθμός δημοσιογράφων αλλά υπάρχουν και άλλα ντημπέητ όπου οι ερωτήσεις γίνονται από πολίτες. Πόσο αξιόπιστες είναι εκεί οι εταιρείες δημοσκοπήσεων; Τόσο ώστε τα δύο επιτελεία να τις εμπιστεύονται για να διαλέξουν εκείνες πολίτες που δηλώνουν μισοί-μισοί μετριοπαθείς υποστηρικτές των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών. Και οι υποψήφιοι κάθονται –πλανητάρχης θα είναι ο ένας τους αύριο…- απέναντι στους πολίτες.

Πού; Σε διαφορετικά περιβάλλοντα – ακριβώς για να δοκιμαστούν σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Σε τηλεοπτικό στούντιο, σε κλειστό χώρο χωρίς κοινό, σε δημόσιο χώρο, συνήθως ένα αμφιθέατρο πανεπιστημίου, με το κοινό απέναντί τους. Και, φυσικά, δεν νοείται προεκλογική περίοδος όπου ο υποψήφιος να κληθεί να απαντήσει σε έξι –ναι, δεν αστειεύομαι, ΕΞΙ!- ερωτήσεις και να γίνεται όλη η φασαρία στο πώς θα «γράψει» στην κάμερα σε αυτές τις έξι επί ενενήντα δευτερόλεπτα, εννέα λεπτά όλα-όλα, θα έχουν τη δυσάρεστη εμπειρία να βρεθούν απέναντί μας ο κ. Καραμανλής και ο κ. Παπανδρέου, εννέα και ο κ. Παπαθεμελής – εις δόξαν της δημοκρατίας, αλλά φοβούμαι εις απογοήτευσιν του εκλογικού σώματος, που ίσως να ήθελε να ακούσει λίγο περισσότερο Καραμανλή και Παπανδρέου από Παπαθεμελή, γιατί είναι περίεργοι άνθρωποι αυτό το εκλογικό σώμα.

Αντιθέτως, σε εμάς, η συζήτηση και οι όροι της είναι τόσο αποστειρωμένοι που γιατί να ταλαιπωρούνται με στούντιο. Θα μπορούσαν να οργανώσουν εύκολα τη συζήτηση στο θάλαμο αρνητικής πίεσης του Σισμανόγλειου. Να μην διαρρέουν ούτε ερωτήσεις, ούτε απαντήσεις. Βέβαια το μικρόβιο της δημοσιότητας δεν πεθαίνει. Απλώς αργεί η επώαση. Στην Αμερική οι τηλεοπτικές αναμετρήσεις γράφουν ήδη μισό αιώνα ζωής. Εδώ είναι ακόμη στη θερμοκοιτίδα.

Tuesday, September 4, 2007

Ποιός θα εγγυηθεί τις υποσχέσεις;

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου – και δεν θα σας έχει μείνει πια καμμία αμφιβολία ότι, εάν πρόκειται οπωσδήποτε να σας τύχει μια μεγάλη συμφορά, καλύτερα να έρθει σε προεκλογική περίοδο.

Δεν λέω πως ήταν λίγο αυτό που έζησαν η Πελοπόννησος και η Εύβοια. Και, φυσικά, υπάρχει η αναντικατάστατη ανθρώπινη ζωή σε ασύλληπτη μαζική κλίμακα. Αλλά υπάρχει κανείς που να πιστεύει πως η αντίδραση του πολιτικού συστήματος και των εκπροσώπων του, η ευαισθησία (γνήσια, γιατί όχι…) αλλά και η ταχύτητα (άκρως ασυνήθιστη αυτή), θα ήσαν ίδιες εάν δεν συνέβαινε από τις φλόγες να αναδύεται ως φοίνιξ η κάλπη;

Δεν το επισημαίνω ως αφορμή για γκρίνια. Ευτυχώς, λέω… Ευτυχώς που υπάρχουν και οι εκλογές και κάνουμε ό,τι θα έπρεπε αυτονοήτως να κάνουμε. Και μερικά παραπάνω – αλλά καλύτερα παραπάνω και υστερόβουλα, παρά λιγότερα και αδιάφορα. Έχουμε, λοιπόν, ένα πακέτο υποσχέσεων. Δεν θα ισχυριστώ ότι «υποσχέσεις είναι, δε βαριέσαι, τα έχουμε ξανακούσει βρε αδερφέ και θα ξεχαστούν μόλις ψηφίσουμε». Δεν θα το ισχυριστώ γιατί το πολιτικό κόστος της μη τήρησης αυτών των υποσχέσεων όλοι ήδη ξέρουν πως είναι απαγορευτικό. Αλλά μπορεί η τήρηση των υπεσχημένων να επαφίεται σε εκείνους που υπεσχέθησαν;

Νομίζω όχι – για την ακρίβεια, όχι πια. Είναι φανερό από την έκταση της δυσπιστίας της κοινής γνώμης ότι το πολιτικό σύστημα έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την έξωθεν καλή μαρτυρία – και όχι μόνον στις πυρόπληκτες περιοχές. Ένα από τα έργα της επόμενης κυβέρνησης θα είναι η αναστήλωσή της – μαζί με της Ολυμπίας – αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Για την ώρα, υπάρχουν οι πολίτες. Και από την άποψη αυτή είναι πραγματικά ένα μήνυμα αισιοδοξίας αυτή η πρωτοβουλία που είχαν κοινωνικοί και δημόσιοι φορείς για τη συγκρότηση ενός παρατηρητηρίου που θα επιβλέπει ακριβώς την τήρηση των υποσχέσεων για την αποκατάσταση των καταστροφών στις περιοχές που κατέκαψαν οι φλόγες. Θα είναι, διαβάζω στην Ελευθεροτυπία, το Τεχνικό και το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο, το Οικονομικό, επίσης, οι δικηγορικοί και ιατρικοί σύλλογοι, η Ενωση Δικαστών και το Συμβούλιο της Επικρατείας μαζί με το Πολυτεχνείο. Θα μπορούσαν να προστεθούν και άλλοι, για παράδειγμα, οικολογικές και περιβαλλοντικές οργανώσεις. Για αυτή τη μεγάλη προσπάθεια ανασυγκρότησης, για την οποία τόσο γενναιόδωρα συνεισφέρουν πολίτες και επιχειρήσεις, από τους πιο πλούσιους που προσφέρουν εκατομμύρια μέχρι εκείνους που δίνουν δέκα ευρώ από το υστέρημά τους, χρειάζεται μια εγγύηση. Και αυτή τη φορά η εγγύηση δεν μπορεί να έρθει μόνο από το «σύστημα» - πρέπει εγγυητής να είναι και η κοινωνία.

Το είχαμε πει και μετά τις φωτιές της Πάρνηθας. Για να έχει αξιοπιστία ένα πολιτικό πρόγραμμα πρέπει πια να εντάσσει στη σύνταξη, την κατάρτιση, αλλά κυρίως τον έλεγχο της εφαρμογής του τις δυνάμεις της κοινωνίας, δυνάμεις έξω από τον έλεγχο του κομματικού φορέα που καταρτίζει το πρόγραμμα. Κόμμα, κράτος και κυβέρνηση δεν αρκούν πια για τους πολίτες. Χρειάζονται, έτσι είναι οργανωμένη η κοινωνία μας, αλλά δεν αρκούν. Γιατί; Γιατί δεν θα έπρεπε να έχουμε φτάσει εδώ που είμαστε σήμερα, αλλά αυτή είναι μια μεγάλη συζήτηση. Πάντως, τα πράγματα είναι πια σχετικά απλά. Αξιοπιστία σημαίνει όχι μόνον αίτημα τυφλής εμπιστοσύνης, αλλά και δέσμευση για εξωτερικό έλεγχο, κοινωνικό έλεγχο, με αρμοδιότητες και δυνατότητα παρέμβασης.

Περιμένω να ακούσω την αποδοχή αυτού του ελέγχου ως πολιτική δέσμευση.

Εναρκτήριο λάκτισμα

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου – και άρχισε το πρωτάθλημα. Μερικά πρώτα συμπεράσματα από τη βραχύτατη έως τώρα αγωνιστική περίοδο.
Πρώτον, το σκορ. Όπως διαπιστώσατε και χθες το βράδυ, είναι 0-0. Λευκή ισοπαλία. Κατ’άλλους μαύρη ισοπαλία. Πάντως, ισοπαλία.

Δεύτερον, οι πιθανότητες στένεψαν. Ξεκινάμε από το μηδέν κι όλα τα αποτελέσματα είναι ανοιχτά. Αν παίζετε ΠΡΟΠΟ, σημειώσατε 1, σημειώσατε 2, αλλά σημειώστε και Χ, γιατί δεν ξέρεις τι γίνεται καμμιά φορά, άτιμο πράγμα η μπάλλα, όπως έλεγε και ένας γνωστός προπονητής, δεν θυμάμαι εάν ήταν ο Όσιμ ή ο Χαρίλαος…

Τρίτον, τα πρωταθλήματα δεν κρίνονται αναγκαστικά στα ντέρμπυ. Μπορεί να κερδίσεις όλα τα μεγάλα ματς της χρονιάς και να χάσεις σε κανένα από τα «ξερά» που έλεγαν παλιά, να υποστείς αποσυσπείρωση βαθμών στο Χαριλάου, στο Αλκαζάρ ή στο τσουρουφλισμένο γήπεδο του Αστέρα Τρίπολης.

Τέταρτον, φέτος το πρωτάθλημα είναι διαφορετικό από άλλες χρονιές. Οι μικρές ομάδες, ο Πανιώνιος για παράδειγμα, έχουν ενισχυθεί σημαντικά και θα είναι πιο αξιόμαχες, έχουν και καλύτερες πιθανότητες να αντέξουν στην πίεση των αντιπάλων. Θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και μπορεί να κριθεί στην τελευταία αγωνιστική, στο νήμα, την ώρα που ο παίκτης στέκει στο παραβάν και σουτάρει…

Πέμπτον, οι πάγκοι καίνε. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, όλα τα φαβορί πάνε μόνο για τη νίκη και όλα έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες παρά ποτέ να μην τη δουν να έρχεται. Δύσκολες ώρες για προπονητές, που πάντως παρηγορούνται με την ιδέα ότι το πριμ είναι μεγάλο – 40 έδρες τουλάχιστον και με καθαρό σκορ θα κάνουν όνειρα και για νταμπλ.

Επίσης, μην το ξεχάσω, για να κερδίσει μια ομάδα δεν φτάνει να έχει ένα ισχυρό σημείο. Θέλει από όλα. Δεν αρκεί ο καλός προπονητής, ο μάγος της ντρίμπλας ή ένας καλός σκόρερ στα παράθυρα. Θέλει από όλα. Και μπάτζετ, και μάνατζμεντ, και πιστούς οπαδούς, και καλούς παίκτες σε όλες τις θέσεις, και –ακόμη- πίστη στη νίκη, ομαδικό πνεύμα και οργανωμένο παιχνίδι. Να ξέρει ο καθένας τι κάνει μέσα στο γήπεδο και, εν τέλει, γιατί παίζεται το παιχνίδι.

Και, τέλος, κανένα πρωτάθλημα δεν έχει κριθεί πριν αρχίσει όσο φαβορί κι αν θεωρεί τον εαυτό του το φαβορί, κανένα ντέρμπυ δεν έχει κριθεί πριν αρχίσει ό,τι κι αν συμβεί στον αντίπαλο, όποια αναποδιά κι όποια συγκυρία κι αν αντιμετωπίσει. Για να κερδίσεις πρέπει να παίξεις.

Αυτά συμβαίνουν στη μπάλα…