Tuesday, November 4, 2008
Ψηφίζοντας για τον πλανήτη
Σήμερα ψηφίζουν οι Αμερικανοί. Αυτή είναι και η μόνη διαφορά μαζί μας. Ότι εκείνοι έχουν ψήφο. Κατά τα άλλα, αυτές οι εκλογές μας αφορούν εξίσου. Γιατί σήμερα οι Αμερικανοί δεν ψηφίζουν μόνο για την Αμερική. Ψηφίζουν για όλους, ψηφίζουν για όλο τον κόσμο.
Η εποχή Μπους έχει τελειώσει έτσι ή αλλιώς. Ακόμη και στη στατιστικά εντελώς απίθανη πια περίπτωση να δούμε μια εκλογική ανατροπή της τελευταίας στιγμής, ο Μακέιν δεν είναι Μπους. Αντίθετα: υποχρεώθηκε να βάλει στο προεκλογικό πανηγύρι τη Σάρα (ένα θηλυκό, νεαρό υστερόγραφο της εποχής Μπους-Τσένι) ακριβώς για να κινητοποιήσει τη σκληρή βάση του κόμματός του που τον έβλεπε με μισό μάτι. Μια τέτοια εκλογή, όμως, θα στερούσε από τη σημερινή ψηφοφορία το βασικό συμβολικό χαρακτήρα της. Της τιμωρίας, της αυτοκριτικής και της κάθαρσης.
Οι Ρεπουμπλικανοί θα χάσουν όχι επειδή επέλεξαν την πολιτική συνέχεια του Μπους, αλλά επειδή το κόμμα τους δεν μπορεί παρά να χρεωθεί πολιτικά μια 8ετία που έφερε τη χώρα και τον κόσμο στο χείλος της αβύσσου. Μια 8ετία που σηματοδότησε την κυριαρχία ακραίων, εξτρεμιστικών στοιχείων, όχι πολύ διαφορετικών στον τρόπο σύλληψης του κόσμου με τους φονταμενταλιστές που προσδιόρισαν ως κέντρο του περίφημου «άξονα του κακού». Η ψήφος των Αμερικανών, ιδιαίτερα εάν όπως πολλοί προβλέπουν αποκτήσει χαρακτήρα σαρωτικό υπέρ του Ομπάμα, θα έχει το νόημα της συναίσθησης ενός λαού για τα δεινά που σώρευσε η δική του επιλογή.
Ο Ομπάμα έχει ένα μεγάλο συμβολισμό. Την ανατροπή των στερεοτύπων. Επειδή ακριβώς την αντιπροσωπεύει στο εσωτερικό, μπορεί να την υπηρετήσει προς τα έξω. Ο Ομπάμα μπορεί να είναι το πρόσωπο της κάθαρσης της Αμερικής από το βαρύτατο πολιτικό αμάρτημα, που ήταν η απόπειρα εγκαθίδρυσης ενός μονοπολικού κόσμου στη βάση της στρατιωτικής ισχύος. Ο Ομπάμα μπορεί να διαπεράσει τον τοίχο της δυσπιστίας που προκαλεί η ιδιότητα του «Αμερικανού» σε ένα γιγαντιαίο τμήμα της υφηλίου και του πληθυσμού της. Ο Ομπάμα μπορεί επίσης να απαλλάξει από τις ενοχές της την άλλη, την πρωτοπόρα, τη φιλελεύθερη, τη δημοκρατική Αμερική, αυτή που αισθανόταν ως προσβολή την εκπροσώπησή της από ό,τι πιο οπισθοδρομικό και φοβικό κρύβει στο βάθος της αυτή τη μεγάλη χώρα. Και μπορεί να ξεκινήσει μια διαδικασία εξορθολογισμού στη διαχείριση της δύναμης, στη διαχείριση των πόρων, στην ανασύνταξη της οικονομίας, στην αναζήτηση συμμάχων στην ειρήνη και όχι στον πόλεμο, στην ανασυγκρότηση μιας αμερικανικής κοινωνίας κατακερματισμένης από την εκτόξευση των ανισοτήτων αδιανόητων μέχρι σήμερα ακόμη και για μια χώρα που έχει πλήρως ενσωματώσει την κουλτούρα της ανισότητας.
Ο Ομπάμα δεν είναι εγγύηση, αλλά ο Ομπάμα μπορεί να είναι η αρχή. Για όλους – παντού. Γι’ αυτό η ψήφος τους είναι ψήφος τους, αλλά η κάλπη τους είναι κάλπη μας.
Monday, November 3, 2008
Κράτος και τράπεζες (με αφορμή ένα "πακέτο")
Η κριτική την ώρα της πίεσης και της οργής δεν μπορεί, όμως, να χάνει το στόχο. Και ο στόχος δεν είναι η κατάρρευση – αλλά η στήριξη του τραπεζικού συστήματος. Το πρόβλημα με τα «γκόλντεν μπόυς», που η Ελλάδα είχε μερικά αλλά δεν ήταν ο παράδεισός τους, είναι ακριβώς ότι οδήγησαν το σύστημα στην κατάρρευση. Σήμερα, το ξέσπασμα κατά των τραπεζών έχει περισσότερο τα χαρακτηριστικά της επιδίωξης μιας ρεβάνς (εκτονωτικής για την κοινωνία και υπολογιστικής για το πολιτικό σύστημα) και λιγότερο της επιδίωξης μιας εξυγιαντικής παρέμβασης.
«Οι τράπεζες», λέμε, «απειλούν». Απειλούν να μην δίνουν δάνεια, απειλούν να κλείσουν τη στρόφιγγα, να οδηγήσουν σε ασφυξία τους μικρομεσαίους. Θα μπορούσαν επίσης να κάνουν το αντίθετο σε αυτή τη συγκυρία. Να δώσουν δάνεια. Τότε θα ήταν ανεύθυνες, θα φόρτωναν το κόστος των αυξημένων επισφαλειών στους καλούς επιχειρηματίες, θα τους «έπιναν το αίμα». Το κράτος, προφανώς εδώ η κυβέρνηση, αλλά ίσως όχι μόνον η κυβέρνηση, δεν έχουν αποφασίσει: οι τράπεζες έχουν αυτό ακριβώς το ρόλο, και αυτόν δεν επιτέλεσαν στην Αμερική και έριξαν το καράβι της οικονομίας στα βράχια. Να ελέγχουν τη στρόφιγγα. Αν χρειάζεται μια ενίσχυση προς τους μικρομεσαίους με μη τραπεζικά κριτήρια, αυτή είναι πολιτική απόφαση. Απολύτως θεμιτή, ενδεχομένως απαραίτητη σήμερα, αλλά πολιτική. Δεν μπορεί να τη ζητάει κανείς από τις τράπεζες – γιατί τότε είναι που το κράτος εκχωρεί το ρόλο του στους τραπεζίτες. Αυτοί μπορούν να είναι μόνον οι ενδιάμεσοι.
Αντίστοιχη σύγχυση υπάρχει με το περίφημο πακέτο των 28 δις. Δυο χωριστά πράγματα. Το πρώτο είναι η ρευστότητα, το δεύτερο είναι τα κεφάλαια. Όποια τράπεζα χρειαστεί κεφάλαια, προφανώς θα πρέπει να δεχτεί κρατική παρουσία στη διοίκησή της και γενικώς να δώσει όποιο αντάλλαγμα απαιτηθεί, αφού η διαχείρισή της την έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο και χρειάζεται χρήματα των φορολογουμένων. Όπως κανείς επενδυτής της δεν θα έβαζε χρήματα χωρίς να έχει λόγο, ακόμη περισσότερο αυτό ισχύει για τους φορολογούμενους και το δημόσιο χρήμα.
Άλλο θέμα η ρευστότητα, η πιστωτική διευκόλυνση. Η ανάγκη για ρευστότητα δεν προέρχεται από διαχειριστική ανεπάρκεια ή σφάλματα, αλλά από μια απρόβλεπτη παγκόσμια συγκυρία. Αυτήν έχει υποχρέωση το κράτος να τη δώσει και να τη δώσει χωρίς ανταλλάγματα. Αν δοθεί με όρους, με τα σημερινά δεδομένα, δίνεται ένα στρεβλωτικό πλεονέκτημα στις τράπεζες που θα έχουν πρόσβαση σε ζεστό χρήμα, τώρα που το βασικό διεθνές πρόβλημα είναι πως οι τράπεζες δεν δανείζουν η μία την άλλη από έλλειψη εμπιστοσύνης. Είναι ο ορισμός του αθέμιτου ανταγωνισμού και ο ρόλος του κράτους είναι να εγγυάται την υγεία του ανταγωνισμού και όχι να παρεμβαίνει για την υπονόμευσή του. Η συμμετοχή στο σχέδιο των 28 δις ως όρος για τη χορήγηση ρευστότητας (και όχι κεφαλαίων – ας το ξαναπούμε…) ισοδυναμεί με εκβιαστική πίεση για ημικρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος.
Είναι η βασική παρεξήγηση για το ρόλο του κράτους που θα μπορούσε να γίνει, τώρα που τόσο συζητείται η επιστροφή του. Και είναι ένα κρίσιμο τεστ, για το τι θέλουμε και τι θα έχουμε.
Friday, October 31, 2008
It's the economy, stupid - παλαιό και επίκαιρο
Πρωταγωνιστεί επίσης και στην Ελλάδα – χωρίς να το ξέρει, και ενδεχομένως χωρίς να το ξέρουμε. Η εκλογική του καμπάνια το 1992 θυμίζει αυτή την ιδιότυπη πολιτική περίοδο που περνάμε, χωρίς να ξέρουμε πότε ακριβώς θα βγάλει στις κάλπες. Τότε ο μεγάλος Μπους είχε για σύνθημα τους θριάμβους έξω από τα σύνορα - είχε κερδίσει τον πρώτο πόλεμο στον Κόλπο και επί των ημερών του είχε λήξει ο Ψυχρός Πόλεμος και είχε εγκαθιδρυθεί η αμερικανική παντοδυναμία (αυτή που ο γιος του παρεξήγησε ως δυνατότητα δημιουργίας ενός μονοπολικού κόσμου). Αλλά από πολιτική άποψη το βασικό ήταν η προβολή των επιτυχιών στο εξωτερικό, αυτό που εδώ ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έλεγε στη δεκαετία του 70 «έξω πάμε καλά». Την ίδια ώρα, η Αμερική –όπως και σήμερα- είχε μπει σε ύφεση.
Ο νεαρός και άγνωστος τότε κυβερνήτης του Αρκάνσας έκανε μια επιλογή που του χάρισε το Λευκό Οίκο. Άκουσε τον περίφημο (έτσι έγινε περίφημος…) σύμβουλό του Τζέημς Κάρβιλ. Εκείνος του κρέμασε στο γραφείο ένα πίνακα με τρεις φράσεις: «Μην ξεχνάς την υγεία και την πρόνοια», «Αλλαγή ή μία από τα ίδια» και τέλος, τη θρυλική φράση, «it’s the economy, stupid». «Είναι η οικονομία, βρε ανόητε…» που θα σου δώσει την προεδρία. Ο Κλίντον ανέχτηκε τον επιθετικό τόνο και κέρδισε την προεδρία.
Μπορείτε να κάνετε μια πρόβλεψη. Αυτά ακριβώς θα κυριαρχήσουν από εδώ και πέρα και στην ελληνική πολιτική αντιπαράθεση. Ποιος θα πείσει πως θα εξασφαλίσει τα ελάχιστα: υγεία και πρόνοια, μαζί με την ασφάλιση, είναι για τους Έλληνες τα ελάχιστα. Ποιος θα δημιουργήσει προσδοκία αλλαγής ή θα επικρατήσει ο φόβος της αλλαγής, σε ένα φόντο οικονομικής κρίσης και στην πράξη, αν όχι στον τεχνικό ορισμό, ύφεσης. Και, τέλος, «είναι η οικονομία, βρε βλαξ» - για τους διεκδικητές της ψήφου, όπως και για τους όλο και πιο δύσπιστους ψηφοφόρους.
Είναι η οικονομία για όλους – και θα έχουμε την ευκαιρία να το διαπιστώσουμε σε πολύ λίγη ώρα, στην πρώτη μάχη κορυφής στη Βουλή.
Thursday, October 30, 2008
Χειρότερα από το Βατοπέδι
Η μέρα σήμερα είναι πολύ χειρότερη για την κυβέρνηση ακόμη και από εκείνες τις σκληρές και πρόσφατες μέρες των ρασοφόρων, των δικαστών, της λιμνοθάλασσας και των οικοπέδων της. Γιατί; - θα πείτε… Τι έχει συμβεί;
Μια διαφωνία υπουργών είναι. Και ποιών υπουργών; Διαφωνεί ο Σουφλιάς με τον Αλογοσκούφη. Περσινά ξινά σταφύλια… Πρώτη φορά είναι; Ούτε πρώτη, ούτε τελευταία που δύο υπουργοί έρχονται στα μαχαίρια. Ούτε πρώτη, ούτε τελευταία που δύο υπουργοί έχουν διαμετρικά αντίθετη αντίληψη για το πώς πρέπει να κινηθεί η κυβέρνηση. Σίγουρα, ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία που ο Σουφλιάς ακούει με αλλεργικές αντιδράσεις τις προσανατολισμένες στη λογική της αγοράς απόψεις του Αλογοσκούφη, ή που ο Αλογοσκούφης στραβώνει με την κρατικοκεντρική αντίληψη του «παλαιών αρχών» Σουφλιά. Τότε; Γιατί τόσος ντόρος; Γιατί χειρότερα από το Βατοπέδι;
Για έναν απλό και καταλυτικό λόγο. Επειδή τις μέρες του Βατοπεδίου, η κυβέρνηση μπορούσε να προσδοκά ότι έστω σέρνοντας τα πόδια, έστω με το στανιό κάποια στιγμή είτε θα παρενέβαινε ο Καραμανλής (που δεν συνέβη), είτε η φορά των πραγμάτων θα ήταν τέτοια (όπως πράγματι συνέβη) που θα δινόταν μια καθαρτήρια λύση –ήταν η έξοδος Ρουσσόπουλου. Και τότε η κυβέρνηση θα μπορούσε να ισχυριστεί πως σκάνδαλα συμβαίνουν και στις καλύτερες των οικογενειών σε όλο τον κόσμο και «ήρθε η ώρα να περάσουμε», όπως μέχρι ναυτίας έχουμε ακούσει από στελέχη, «από την παραπολιτική στην πολιτική».
Να΄μαστε. Περάσαμε. Αυτή τη φορά, δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Και στην πρώτη δοκιμασία πραγματικής πολιτικής, σε μια δοκιμασία μάλιστα με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, για το θέμα ακριβώς που όλοι γνωρίζουν ότι θα κρίνει τις εκλογές, την οικονομία, με ανοιχτά στο τραπέζι τα ζητήματα που καίνε τους πολίτες –τα δάνεια, την ανάπτυξη, την ανεργία- οι υπουργοί της βρέθηκαν ανά δύο απέναντι. Γιώργος εναντίον Γιώργου, Γιώργηδες εναντίον Φάνης.
Δεν είναι μια εικόνα κυβέρνησης που τα μέλη της διαφωνούν. Αυτό είναι θεμιτό και υγιές και, εν τέλει, συμβαίνει πάνοτε και παντού. Είναι μια εικόνα κυβέρνησης σε διαχειριστικό αδιέξοδο. Και αυτό είναι διαφορετικό και καταστροφικό. Εδώ θα χρειαστεί να αναζητήσει την αιτία για τη μεγάλη ανατροπή στις δημοσκοπήσεις, που δεν είναι ούτε η πρόθεση ψήφου, ούτε οι δημοτικότητες, αλλά η περίφημη «παράσταση νίκης», αυτή που αποτυπώνει το κοινό αίσθημα, αδέκαστο και αδυσώπητο, για το προς τα πού πηγαίνουν τα πράγματα.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν είναι ότι σήμερα στα πρωτοσέλιδα υπάρχουν οι φωτογραφίες του Γιώργου Σουφλιά από τη μία και του Γιώργου Αλογοσκούφη από την άλλη. Είναι ότι πουθενά δεν εμφανίζεται η εικόνα του κ. Καραμανλή ανάμεσά τους.
Wednesday, October 29, 2008
Με τι σχέδιο στις εκλογές;
Μεθαύριο, στη Βουλή, θα γίνει η πρώτη συζήτηση αρχηγών μετά από τις 50 μέρες που συγκλόνισαν τη Νέα Δημοκρατία. Είναι, ασφαλώς, οι ημέρες που μεσολάβησαν από τη διαβόητη πια συνέντευξη Καραμανλή στην Έκθεση Θεσσαλονίκης μέχρι την ανακοίνωση της παραίτησης του Θόδωρου Ρουσσόπουλου. Μετά από όσα μεσολάβησαν, τίποτα δεν είναι το ίδιο. Ζούμε ήδη σε μια νέα πολιτική κατάσταση.
Το Βατοπέδι είναι μια ανέκκλητη πολιτική πραγματικότητα και κανείς δεν αμφιβάλλει πως θα αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του στη λειτουργία αλλά εξίσου και στη δημόσια εικόνα της κυβέρνησης. Όμως ο χειμώνας που έρχεται είναι σκληρός. Πολύ σκληρός για να περάσει με κομποσκοίνια και ράσα. Όλοι ξέρουν πως οι επόμενες πολιτικές αναμετρήσεις, που θα οδηγήσουν σε μια όχι και τόσο μακρινή κάλπη, θα διεξαχθούν στο πεδίο της οικονομίας. Τα βατοπεδινά και τα ζητήματα της ηθικής έχουν δημιουργήσει ένα υπόστρωμα. Είναι βαρίδια στη ζυγαριά. Δεν είναι η ίδια η ζυγαριά. Σε αυτήν μετράει πάνω από όλα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.
Δεν είναι καινούργια διαπίστωση. Κάθε μέρα, όμως, που περνάει την επιβεβαιώνει πέρα από κάθε αμφιβολία. Την ώρα της κρίσης, οι άνθρωποι αποφασίζουν με το πιο ιδιοτελές –και γι’αυτό το πιο ασφαλές- κριτήριο. Την ατομική τους προοπτική – που δεν είναι αναγκαστικά το συμφέρον μόνον… Η τελευταία κρίση αποκαλύπτει μια μεγάλη αλλαγή που έχει συντελεστεί στον τρόπο που σκεφτόταν ο κόσμος για πολλά χρόνια τώρα. Η λογική της «χρυσής 20ετίας» από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ήταν πως υπήρχε μια ατομική διαδρομή για τον καθέναν, πέρα και ανεξάρτητα από όλους τους υπόλοιπους. Ακόμη και στην Ελλάδα, που έκανε μια μαζική προσπάθεια, για να έχει σήμερα καθυβρισμένα ευρώ στις τσέπες της και όχι λατρεμένες και υποτιμημένες δραχμούλες, το ατομικό κίνητρο ήταν σταθερά προεξάρχον.
Τώρα, η κρίση οδηγεί σε αναθεωρήσεις. Κυρίως για το εάν μπορούν να υπάρξουν σε βάθος χρόνου ατομικές προοπτικές πλήρως αποσυνδεδεμένες από τις τύχες των υπολοίπων. Κι αν ναι, πόσες είναι – μάλλον όχι αρκετές για να στηρίξουν μια χώρα, ασφαλώς όχι αρκετές για να στηρίξουν μια κυβέρνηση σε μια εκλογή. Η ώρα της επιστροφής σε αντιλήψεις συλλογικότητας, όπως η κοινωνική αλληλεγγύη, δεν είναι αναγκαστικά η πανικόβλητη ανασύνταξη γύρω από τα ξόανα του κρατισμού.
Σε συνθήκες αγωνίας για το αύριο η διάκριση δεν είναι εύκολη. Είναι όμως κρίσιμη για τη χώρα. Και καθοριστική για τον τρόπο με τον οποίο θα κυβερνηθεί τα επόμενα χρόνια. Με αυτή την έννοια, από τις ομιλίες των αρχηγών μεθαύριο στη Βουλή, αρχίζει η προεκλογική περίοδος.
Monday, October 27, 2008
Η ώρα του μεγάλου φόβου
Δευτέρα 27 Οκτωβρίου – και είναι η ώρα του μεγάλου φόβου. Το πάρτυ της κατανάλωσης, το πάρτυ της ακραίας χλιδής και του εύκολου πλούτου δεν τελείωσε στην ώρα του, με τους καλεσμένους, τους πλούσιους της Αμερικής και της Ευρώπης, αλλά και τους νεόπλουτους της Ασίας, να αισθάνονται πως ήρθε η ώρα να φεύγουν σιγά-σιγά, να μαζεύονται σε πιο συγκρατημένη ζωή και σε λιγότερες κραιπάλες. Τελείωσε ξαφνικά. Η κρίση ήρθε όπως κάποιος που μπαίνει ξαφνικά στην αίθουσα και ανάβει τα φώτα. Άλλοι πιάστηκαν μεθυσμένοι, δηλαδή δανεισμένοι, άλλοι συνελήφθησαν γυμνοί (από κεφάλαια), όλοι τρίβουν τα μάτια τους και προσπαθούν να καταλάβουν τι συνέβη. Ψάχνουν το σακάκι, κρυώνουν και σκέφτονται όλοι το ίδιο: πώς θα φτάσουν σπίτι τους μέσα στη βροχή.
Είναι η ώρα του μεγάλου φόβου. Ο φόβος είναι το πιο θεμελιώδες ανθρώπινο συναίσθημα. Ο φόβος είναι σωτήριος. Γι’αυτό υπάρχει. Συνιστά τη συνειδητοποίηση του κινδύνου, είναι το σήμα της εγρήγορσης, η δικλείδα ασφαλείας, η βασική έκφραση του ένστικτου της αυτοσυντήρησης. Ο φόβος μας είχε λείψει – αν τον είχαμε, οι τράπεζες θα ήταν πιο συντηρητικές, οι επενδυτές θα το μελετούσαν περισσότερο πριν βάλουν τα λεφτά τους, οι βιομηχανίες θα είχαν σκεφθεί περισσότερο τη γη και λιγότερο τη μετοχή.
Ο φόβος, όμως, σε μια κοινωνία μπορεί να είναι επίσης καταστροφικός. Μπορεί να πυροδοτήσει τις πιο ανεξέλεγκτες αντιδράσεις, να πολλαπλασιάσει τα προβλήματα, να φέρει πιο κοντά την καταστροφή. Η διαχείρισή του είναι η κύρια ευθύνη μιας πολιτικής ηγεσίας. Η κρίση μπορεί να είναι εξυγιαντική, αν όχι ευεργετική, για μια κοινωνία. Πρώτα από όλα της θυμίζει ότι οι κοινωνίες υπάρχουν ακριβώς για να αντιμετωπίζουν τις δύσκολες ώρες – από τις αρκούδες στις σπηλιές μέχρι τις αρκούδες στα Χρηματιστήρια, το bear market όπως αποκαλούν στην Ουώλ Στρητ την πτωτική αγορά. Και, ακόμη, επειδή ξαναφέρνει στο προσκήνιο μερικά στοιχειώδη, όπως:
* ότι και στην οικονομία (και στην πολιτική, που επίσης το ξεχάσαμε) υπάρχει ηθικό κριτήριο,
* ότι τα συστήματα δεν κρίνονται μόνο από την αποτελεσματικότητα (δηλαδή το κέρδος) αλλά και από την ανθεκτικότητα (δηλαδή το πώς και με τι κόστος αντιδρούν στις κρίσεις)
* ότι πάντα υπάρχουν διλήμματα και οι επιλογές έχουν διαφορετική κατάληξη. Για παράδειγμα, πόσο εύκολο είναι η επιστροφή του κράτους να μην γίνει επιστροφή στον κρατισμό και πώς μπορεί μια χώρα, όπως η Ελλάδα, να μην εγκαταλείψει στο διαπιστωμένα αντιπαραγωγικό, γραφειοκρατικό και διεφθαρμένο κράτος της την πραγματική ανάγκη για αναδιανομή και κοινωνική αλληλεγγύη.
Κι όλα αυτά στη σκιά του φόβου.
Friday, October 24, 2008
Γιατί έφυγε ο Ρουσσόπουλος
Γιατί έφυγε ο Ρουσσόπουλος; Δεν πιστεύω να υποστηρίζει κανείς στα σοβαρά πως έφυγε για το Βατοπέδι… Ο Ρουσσόπουλος κατηγορείται για ηθική αυτουργία σε απιστία υφυπουργών. Ένας από αυτούς είναι ο Πέτρος Δούκας, που παραμένει χωρίς να τίθεται το παραμικρό ζήτημα στην κυβέρνηση. Εάν υπάρχει αδίκημα, ο κ. Δούκας κατηγορείται για φυσική αυτουργία σε αυτό. Αλλά κανείς δεν σκέφθηκε, ούτε έγραψε, ούτε δήλωσε πως πρέπει να φύγει. Επίσης, κανείς στην κυβέρνηση δεν φοβήθηκε πως θα μπορούσαν οι συνάδελφοί του της Ν.Δ. να ψηφίσουν υπέρ της παραπομπής του σε προανακριτική ή να ρίξουν λευκά και άκυρα. Αντιθέτως, για το Ρουσσόπουλο ήταν απολύτως βέβαιο πως και λευκά και άκυρα ή και χειρότερα θα εμφανίζονταν μέσα από την κάλπη – γι’αυτό και η αποχώρηση από τη Βουλή.
Αν όχι για το Βατοπέδι, γιατί έφυγε ο Ρουσσόπουλος; Έφυγε γιατί προσωποποίησε το πολιτικό αδιέξοδο αυτής της κυβέρνησης. Γιατί έγινε ο προνομιακός στόχος όσων ήθελαν να πουν κάτι για τον Καραμανλή, κάτι για την κυβέρνηση, κάτι για τους υπουργούς, κάτι για οτιδήποτε. Και, κυρίως, γιατί στη Νέα Δημοκρατία δεν αναγνώρισαν ποτέ στον κ. Καραμανλή το δικαίωμα του χρίσματος της εξουσίας σε ένα πρόσωπο της επιλογής του, κατά παράκαμψη της κομματικής επετηρίδας και διαδρομής.
Η κεντρική διαφορά είναι ότι ο Ρουσσόπουλος δεν βρέθηκε στο Μαξίμου μέσα από μια πολιτική διαδικασία, αλλά μετά από μια προσωπική συμφωνία, μια προσωπική σχέση εμπιστοσύνης. Δεν συντάχθηκε και δεν εκπροσώπησε την πολιτική πρόταση Καραμανλή. Εκπροσώπησε τον Καραμανλή, ανεξάρτητα από το ποια ήταν, ή θα ήταν, ή θα μπορούσε να είναι αύριο η πολιτική του πρόταση.
Αυτή είναι και η διαδρομή του κ. Καραμανλή προς την εξουσία, από την οποία πηγάζει το σημερινό αδιέξοδο. Ο Ρουσσόπουλος έφυγε γιατί οι συνάδελφοί του αρνήθηκαν να τον υπερασπίσουν στη Βουλή απέναντι σε μια δικογραφία που υπό κανονικές συνθήκες, πριν από δύο χρόνια ας πούμε, δεν είχε καμμία ελπίδα να προχωρήσει ούτε ως συζήτηση για προανακριτική. Η σύγκρουση ήταν χαμένη για τον κ. Καραμανλή γιατί δεν ήταν συντεταγμένη. Δεν έχει να αντιμετωπίσει κάποιου είδους εσωκομματική αντιπολίτευση. Δεν έχει ουσιαστικές πολιτικές διαφορές με εκείνους που διαλύουν σήμερα τον πυρήνα του συστήματος άσκησης της εξουσίας της Ν.Δ. Δεν έχει, για παράδειγμα, τις ιδεολογικές διαφορές που είχε ο Μητσοτάκης με την τριανδρία Έβερτ-Δήμα-Κανελλόπουλου. Δεν έχει τις διαφορές που είχε ο Σημίτης με το «παλιό ΠΑΣΟΚ» του Άκη ή τους κρατιστές του Αρσένη.
Το πρόβλημα για τον κ. Καραμανλή είναι πως δεν έχει πολιτική μάχη να δώσει. Η εναλλακτική είναι η άσκηση της εξουσίας. Αυτήν πρότεινε – με την ηθική ρητορική και την εγγύηση της εγκατάστασης άλλων ανθρώπων στις θέσεις της εξουσίας, μετά από τα χρόνια του ΠΑΣΟΚ. Το «ηθικό επιχείρημα» είναι ευάλωτο σε κάθε προσωπική συμπεριφορά. Και η εξουσία, όταν η διαιώνισή της παύει να είναι βέβαιη, από πλεονέκτημα μεταλλάσσεται σε πρόβλημα.