Thursday, September 6, 2007

Debate και ξερό ψωμί (δις)

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου – και η μεγάλη ώρα είναι τώρα, που έλεγε κι ένα παλαιό ασμάτιο…

Εννιά με δώδεκα –βαθιά μεσάνυχτα, δηλαδή- σας παρακαλώ μην μου τηλεφωνήσετε. Θα βλέπω ντημπέητ. Έχω ειδοποιήσει φίλους, έχουμε κανονίσει παρέα, αν έχει ζέστη θα βγάλουμε την τηλεόραση στο μπαλκόνι, αν φυσάει θα τη βάλουμε στη μέση του σαλονιού, μετακινήσαμε τους καναπέδες, πήγα σουπερμάρκετ και πήρα μπύρες, θα παραγγείλουμε και πίτσες από τις οχτώ, να έρθουν νωρίτερα να πούμε και δυο λόγια, γιατί την ώρα του αγώνα θα επικρατεί άκρα ιερή σιγή – απόψε έχει ντημπέητ.

Με έχουν πείσει. Αυτός είναι ο τελικός, η προκριματική φάση δεν είχε καμμία σημασία, άλλωστε ίσα που την πήραμε χαμπάρι. Όλα παίζονται σε ένα ματς. Γι’αυτό ετοιμαζόμαστε όλοι επί τέσσερα χρόνια – είναι σαν τους Ολυμπιακούς, που προπονούνται μοναχικοί αθλητές μέσα σε άδεια στάδια, παγωμένα το χειμώνα, σε στίβους που αχνίζουν το καλοκαίρι, χωρίς κανείς να τους σκέφτεται ή να τους θυμάται και περιμένουν την ώρα του μεγάλου τελικού, εκεί όπου τα λάθη δεν επιτρέπονται, εκεί όπου δεν υπάρχει ισοπαλία, μόνον νικητές και ηττημένοι.

Με αυτούς τους όρους θα δούμε η παρέα το ντημπέητ, αντιλαμβάνομαι ότι έτσι το βλέπουν και οι παίκτες μας. Ποιος θα ταπώσει τον άλλον – δίνοντάς του μια πληρωμένη απάντηση. Ποιος θα κάνει την καλύτερη ντρίμπλα, άμα πάνε να τον στριμώξουν. Ποιος θα κάνει το πιο εύστοχο σουτ, με μια εύστοχη ατάκα που θα «γράψει» αύριο στα κιου των καναλιών και τους τίτλους των εφημερίδων.

Η ορολογία, πάντως, θα το έχετε ίσως παρατηρήσει, δεν είναι αθλητική. Προέρχεται μάλλον από τις πολεμικές τέχνες. Ακούω για παράδειγμα την ελληνική μεταγραφή της απεχθούς λέξης «debate» - όπου η έμπνευση της μεταγλώττισης κατάφερε να δημιουργήσει το έτι απεχθέστερο υβρίδιο «τηλεμαχία». Γιατί «τηλεμαχία». Debate σημαίνει συζητώ, πραγματεύομαι, διατυπώνω υπέρ και κατά. Η «…μαχία» από πού προέκυψε. Υποθέτω από τη δική μας εντύπωση για το τι ακριβώς συμβαίνει σε ένα δικό μας ντημπέητ. Μάχη, λοιπόν, οπότε γιατί όχι και «μητέρα» όλων των πολιτικών μαχών. «Παρακολουθήστε», βλέπω στα τρέηλερ, «την αναμέτρηση των αρχηγών». Γιατί; Ξύλο θα παίξουν; Κι εγώ νόμιζα πως θα μας πουν ό,τι έχουν να μας πουν, νόμιζα ότι θα παρουσιάσουν θέσεις, προτάσεις, σε μια ακραία περίπτωση ακόμη και επιχειρήματα. «Αναμέτρηση», γιατί; Ίσως μόνο για ένα λόγο, γιατί είναι κάπως καλύτερο από το «τηλεμαχία». Και φυσικά κατόπιν τούτων δεν είναι πολιτική ηγεσία, είναι «μονομάχοι». Ave camera, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν…

Επιστρέφω από τα πεδία των μαχών στην ηπιότερη παρομοίωση του ντημπέητ με στίβο ή κωρτ. Φόβος για σκληρό παιχνίδι δεν υπάρχει, τα τάκλιν απαγορεύονται – άλλωστε το ματς έχει περίεργες προδιαγραφές. Μου θυμίζει αγώνα μποξ που διεξάγεται με κανόνες μπάντμινγκτον – ξέρετε, σα να έχουν έξι πυγμάχους, να τους έχουν χωρίσει το ρινγκ με διχτάκι και να τους έχουν δώσει από μια ρακέτα και ένα φτεράκι.

Ιδού, λοιπόν, το ερώτημα του ντημπέητ: ποιος μπορεί να ρίξει τον άλλο νοκ άουτ, χτυπώντας τον με ένα φτεράκι;

Wednesday, September 5, 2007

Debate και ξερό ψωμί

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου – και όλοι περιμένουν το ντημπέητ. Είναι κάτι σαν αυτό που έλεγαν παλιά στον Ιππόδρομο το σουηπστέηκ. Ο νικητής, λένε οι Αμερικανοί, που είναι και οι πατέρες του ντημπέητ, ο νικητής τα παίρνει όλα. Εκεί, βέβαια, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε μερικές διαφορές κουλτούρας. Πρώτον, το ντημπέητ δεν το οργανώνουν τα κόμματα. Παλιότερα το οργάνωνε η Ένωση Γυναικών Ψηφοφόρων. Κάποια στιγμή, προ 20ετίας περίπου, αποσύρθηκε και κατήγγειλε. Τι κατήγγειλε; Ότι με τους όρους, τις ρυθμίσεις και τις προκαταβολικές συμφωνίες περιοριζόταν η δυνατότητα του (Αμερικανού φυσικά…) ψηφοφόρου να δει μια πραγματική, γνήσια ανάκριση των υποψηφίων. Από το δικό μας ντημπέητ ούτε απέξω δεν θα περνούσαν. Τώρα, υπάρχει μια ειδική επιτροπή που οργανώνει τη σεμνή εκδήλωση.

Δεύτερον, το ντημπέητ έχει σταδιακά έχει ενταχθεί τόσο στην πολιτική κουλτούρα των Αμερικανών ώστε από τη μία να θεωρείται αυτονόητη κορύφωση της προεκλογικής σύγκρουσης, από την άλλη όμως να μειώνεται το σχετικό βάρος του. Είναι μια σημαντική προεκλογική εμφάνιση, αλλά δεν είναι «όλα ή τίποτα» σε μια βραδιά.

Κι ακόμη, το πιο ενδιαφέρον ίσως. Δεν κάνουν ένα ντημπέητ – γιατί; Γιατί πιστεύουν πως με ένα ντημπέητ δεν βγαίνει νόημα, είναι λίγος ο χρόνος, και χρειάζεται οπωσδήποτε ένας αριθμός τέτοιων ανοιχτών τηλεοπτικών διαλόγων, ώστε οι θεατές-ψηφοφόροι να αποκτήσουν μια ουσιαστική γνώμη για τις θέσεις και την προσωπικότητα του υποψηφίου. Δες το απλά, βρε αδερφέ. Δεν μπορεί κάποιος να μην εκλεγεί πρόεδρος επειδή έτυχε να συναχωθεί τη λάθος μέρα και να βγαίνει χάλια στην εικόνα. Όλοι, ακόμη και οι πολιτευόμενοι, δικαιούνται μια δεύτερη ευκαιρία.

Κάνουν συνήθως τρία ντημπέιτ, λοιπόν. Κι εδώ υπάρχει ένας φυσικός ανταγωνισμός, αντικρουόμενα συμφέροντα. Τα επιτελεία το θέλουν όσο πιο ελεγχόμενο γίνεται. Μάλιστα Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί από το 2004 δημοσίευσαν για πρώτη φορά και ένα αναλυτικό έγγραφο 34 σελίδων που περιλαμβάνει με καταπληκτικά εξαντλητικό τρόπο τους όρους διεξαγωγής της συζήτησης. Οι οργανωτές πάλι το θέλουν όσο πιο ελεύθερο γίνεται. Ο αριθμός των συζητήσεων βοηθάει. Σε άλλες ρωτάει ο δημοσιογράφος-συντονιστής, σε άλλες ένας αριθμός δημοσιογράφων αλλά υπάρχουν και άλλα ντημπέητ όπου οι ερωτήσεις γίνονται από πολίτες. Πόσο αξιόπιστες είναι εκεί οι εταιρείες δημοσκοπήσεων; Τόσο ώστε τα δύο επιτελεία να τις εμπιστεύονται για να διαλέξουν εκείνες πολίτες που δηλώνουν μισοί-μισοί μετριοπαθείς υποστηρικτές των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών. Και οι υποψήφιοι κάθονται –πλανητάρχης θα είναι ο ένας τους αύριο…- απέναντι στους πολίτες.

Πού; Σε διαφορετικά περιβάλλοντα – ακριβώς για να δοκιμαστούν σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Σε τηλεοπτικό στούντιο, σε κλειστό χώρο χωρίς κοινό, σε δημόσιο χώρο, συνήθως ένα αμφιθέατρο πανεπιστημίου, με το κοινό απέναντί τους. Και, φυσικά, δεν νοείται προεκλογική περίοδος όπου ο υποψήφιος να κληθεί να απαντήσει σε έξι –ναι, δεν αστειεύομαι, ΕΞΙ!- ερωτήσεις και να γίνεται όλη η φασαρία στο πώς θα «γράψει» στην κάμερα σε αυτές τις έξι επί ενενήντα δευτερόλεπτα, εννέα λεπτά όλα-όλα, θα έχουν τη δυσάρεστη εμπειρία να βρεθούν απέναντί μας ο κ. Καραμανλής και ο κ. Παπανδρέου, εννέα και ο κ. Παπαθεμελής – εις δόξαν της δημοκρατίας, αλλά φοβούμαι εις απογοήτευσιν του εκλογικού σώματος, που ίσως να ήθελε να ακούσει λίγο περισσότερο Καραμανλή και Παπανδρέου από Παπαθεμελή, γιατί είναι περίεργοι άνθρωποι αυτό το εκλογικό σώμα.

Αντιθέτως, σε εμάς, η συζήτηση και οι όροι της είναι τόσο αποστειρωμένοι που γιατί να ταλαιπωρούνται με στούντιο. Θα μπορούσαν να οργανώσουν εύκολα τη συζήτηση στο θάλαμο αρνητικής πίεσης του Σισμανόγλειου. Να μην διαρρέουν ούτε ερωτήσεις, ούτε απαντήσεις. Βέβαια το μικρόβιο της δημοσιότητας δεν πεθαίνει. Απλώς αργεί η επώαση. Στην Αμερική οι τηλεοπτικές αναμετρήσεις γράφουν ήδη μισό αιώνα ζωής. Εδώ είναι ακόμη στη θερμοκοιτίδα.

Tuesday, September 4, 2007

Ποιός θα εγγυηθεί τις υποσχέσεις;

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου – και δεν θα σας έχει μείνει πια καμμία αμφιβολία ότι, εάν πρόκειται οπωσδήποτε να σας τύχει μια μεγάλη συμφορά, καλύτερα να έρθει σε προεκλογική περίοδο.

Δεν λέω πως ήταν λίγο αυτό που έζησαν η Πελοπόννησος και η Εύβοια. Και, φυσικά, υπάρχει η αναντικατάστατη ανθρώπινη ζωή σε ασύλληπτη μαζική κλίμακα. Αλλά υπάρχει κανείς που να πιστεύει πως η αντίδραση του πολιτικού συστήματος και των εκπροσώπων του, η ευαισθησία (γνήσια, γιατί όχι…) αλλά και η ταχύτητα (άκρως ασυνήθιστη αυτή), θα ήσαν ίδιες εάν δεν συνέβαινε από τις φλόγες να αναδύεται ως φοίνιξ η κάλπη;

Δεν το επισημαίνω ως αφορμή για γκρίνια. Ευτυχώς, λέω… Ευτυχώς που υπάρχουν και οι εκλογές και κάνουμε ό,τι θα έπρεπε αυτονοήτως να κάνουμε. Και μερικά παραπάνω – αλλά καλύτερα παραπάνω και υστερόβουλα, παρά λιγότερα και αδιάφορα. Έχουμε, λοιπόν, ένα πακέτο υποσχέσεων. Δεν θα ισχυριστώ ότι «υποσχέσεις είναι, δε βαριέσαι, τα έχουμε ξανακούσει βρε αδερφέ και θα ξεχαστούν μόλις ψηφίσουμε». Δεν θα το ισχυριστώ γιατί το πολιτικό κόστος της μη τήρησης αυτών των υποσχέσεων όλοι ήδη ξέρουν πως είναι απαγορευτικό. Αλλά μπορεί η τήρηση των υπεσχημένων να επαφίεται σε εκείνους που υπεσχέθησαν;

Νομίζω όχι – για την ακρίβεια, όχι πια. Είναι φανερό από την έκταση της δυσπιστίας της κοινής γνώμης ότι το πολιτικό σύστημα έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό την έξωθεν καλή μαρτυρία – και όχι μόνον στις πυρόπληκτες περιοχές. Ένα από τα έργα της επόμενης κυβέρνησης θα είναι η αναστήλωσή της – μαζί με της Ολυμπίας – αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Για την ώρα, υπάρχουν οι πολίτες. Και από την άποψη αυτή είναι πραγματικά ένα μήνυμα αισιοδοξίας αυτή η πρωτοβουλία που είχαν κοινωνικοί και δημόσιοι φορείς για τη συγκρότηση ενός παρατηρητηρίου που θα επιβλέπει ακριβώς την τήρηση των υποσχέσεων για την αποκατάσταση των καταστροφών στις περιοχές που κατέκαψαν οι φλόγες. Θα είναι, διαβάζω στην Ελευθεροτυπία, το Τεχνικό και το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο, το Οικονομικό, επίσης, οι δικηγορικοί και ιατρικοί σύλλογοι, η Ενωση Δικαστών και το Συμβούλιο της Επικρατείας μαζί με το Πολυτεχνείο. Θα μπορούσαν να προστεθούν και άλλοι, για παράδειγμα, οικολογικές και περιβαλλοντικές οργανώσεις. Για αυτή τη μεγάλη προσπάθεια ανασυγκρότησης, για την οποία τόσο γενναιόδωρα συνεισφέρουν πολίτες και επιχειρήσεις, από τους πιο πλούσιους που προσφέρουν εκατομμύρια μέχρι εκείνους που δίνουν δέκα ευρώ από το υστέρημά τους, χρειάζεται μια εγγύηση. Και αυτή τη φορά η εγγύηση δεν μπορεί να έρθει μόνο από το «σύστημα» - πρέπει εγγυητής να είναι και η κοινωνία.

Το είχαμε πει και μετά τις φωτιές της Πάρνηθας. Για να έχει αξιοπιστία ένα πολιτικό πρόγραμμα πρέπει πια να εντάσσει στη σύνταξη, την κατάρτιση, αλλά κυρίως τον έλεγχο της εφαρμογής του τις δυνάμεις της κοινωνίας, δυνάμεις έξω από τον έλεγχο του κομματικού φορέα που καταρτίζει το πρόγραμμα. Κόμμα, κράτος και κυβέρνηση δεν αρκούν πια για τους πολίτες. Χρειάζονται, έτσι είναι οργανωμένη η κοινωνία μας, αλλά δεν αρκούν. Γιατί; Γιατί δεν θα έπρεπε να έχουμε φτάσει εδώ που είμαστε σήμερα, αλλά αυτή είναι μια μεγάλη συζήτηση. Πάντως, τα πράγματα είναι πια σχετικά απλά. Αξιοπιστία σημαίνει όχι μόνον αίτημα τυφλής εμπιστοσύνης, αλλά και δέσμευση για εξωτερικό έλεγχο, κοινωνικό έλεγχο, με αρμοδιότητες και δυνατότητα παρέμβασης.

Περιμένω να ακούσω την αποδοχή αυτού του ελέγχου ως πολιτική δέσμευση.

Εναρκτήριο λάκτισμα

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου – και άρχισε το πρωτάθλημα. Μερικά πρώτα συμπεράσματα από τη βραχύτατη έως τώρα αγωνιστική περίοδο.
Πρώτον, το σκορ. Όπως διαπιστώσατε και χθες το βράδυ, είναι 0-0. Λευκή ισοπαλία. Κατ’άλλους μαύρη ισοπαλία. Πάντως, ισοπαλία.

Δεύτερον, οι πιθανότητες στένεψαν. Ξεκινάμε από το μηδέν κι όλα τα αποτελέσματα είναι ανοιχτά. Αν παίζετε ΠΡΟΠΟ, σημειώσατε 1, σημειώσατε 2, αλλά σημειώστε και Χ, γιατί δεν ξέρεις τι γίνεται καμμιά φορά, άτιμο πράγμα η μπάλλα, όπως έλεγε και ένας γνωστός προπονητής, δεν θυμάμαι εάν ήταν ο Όσιμ ή ο Χαρίλαος…

Τρίτον, τα πρωταθλήματα δεν κρίνονται αναγκαστικά στα ντέρμπυ. Μπορεί να κερδίσεις όλα τα μεγάλα ματς της χρονιάς και να χάσεις σε κανένα από τα «ξερά» που έλεγαν παλιά, να υποστείς αποσυσπείρωση βαθμών στο Χαριλάου, στο Αλκαζάρ ή στο τσουρουφλισμένο γήπεδο του Αστέρα Τρίπολης.

Τέταρτον, φέτος το πρωτάθλημα είναι διαφορετικό από άλλες χρονιές. Οι μικρές ομάδες, ο Πανιώνιος για παράδειγμα, έχουν ενισχυθεί σημαντικά και θα είναι πιο αξιόμαχες, έχουν και καλύτερες πιθανότητες να αντέξουν στην πίεση των αντιπάλων. Θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και μπορεί να κριθεί στην τελευταία αγωνιστική, στο νήμα, την ώρα που ο παίκτης στέκει στο παραβάν και σουτάρει…

Πέμπτον, οι πάγκοι καίνε. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, όλα τα φαβορί πάνε μόνο για τη νίκη και όλα έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες παρά ποτέ να μην τη δουν να έρχεται. Δύσκολες ώρες για προπονητές, που πάντως παρηγορούνται με την ιδέα ότι το πριμ είναι μεγάλο – 40 έδρες τουλάχιστον και με καθαρό σκορ θα κάνουν όνειρα και για νταμπλ.

Επίσης, μην το ξεχάσω, για να κερδίσει μια ομάδα δεν φτάνει να έχει ένα ισχυρό σημείο. Θέλει από όλα. Δεν αρκεί ο καλός προπονητής, ο μάγος της ντρίμπλας ή ένας καλός σκόρερ στα παράθυρα. Θέλει από όλα. Και μπάτζετ, και μάνατζμεντ, και πιστούς οπαδούς, και καλούς παίκτες σε όλες τις θέσεις, και –ακόμη- πίστη στη νίκη, ομαδικό πνεύμα και οργανωμένο παιχνίδι. Να ξέρει ο καθένας τι κάνει μέσα στο γήπεδο και, εν τέλει, γιατί παίζεται το παιχνίδι.

Και, τέλος, κανένα πρωτάθλημα δεν έχει κριθεί πριν αρχίσει όσο φαβορί κι αν θεωρεί τον εαυτό του το φαβορί, κανένα ντέρμπυ δεν έχει κριθεί πριν αρχίσει ό,τι κι αν συμβεί στον αντίπαλο, όποια αναποδιά κι όποια συγκυρία κι αν αντιμετωπίσει. Για να κερδίσεις πρέπει να παίξεις.

Αυτά συμβαίνουν στη μπάλα…

Friday, August 31, 2007

Και οι φωτιές καίνε ακόμη...

Παρασκευή 31 Αυγούστου – 31η και τελευταία αυτού του Αυγούστου και αυτού του καλοκαιριού που δεν νομίζω ότι θα το νοσταλγήσουμε…

Την περασμένη Παρασκευή, τέτοια ώρα ακριβώς, ο Σφυγμός της Μέρας είχε πρώτο θέμα τις μεγάλες πυρκαγιές που είχαν ξεσπάσει στην Πελοπόννησο. Έκτοτε, έχουν μεσολαβήσει 64 νεκροί, ένα εθνικό σοκ, περισσότεροι από 100 τραυματίες, δεκάδες καμμένα χωριά, και –κρατήστε την αναπνοή σας- δυόμισυ εκατομμύρια στρέμματα δασικών κυρίως εκτάσεων που έχουν γίνει στάχτη. Έχουν μεσολαβήσει, επίσης, μια κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού, μια διεθνής βοήθεια πρωτοφανούς έκτασης, όπως και η καταστροφή, μια ναυτία και μετά μια ανασυγκρότηση της κυβέρνησης, μια μεγάλη ανάφλεξη του πολιτικού σκηνικού δύο εβδομάδες μόλις πριν από τις εκλογές, και μαζί βέβαια σχεδόν 75 εκατομμύρια ευρώ σε αποζημιώσεις. Στην ίδια περίπου περιοχή είχαν γίνει παλαιότερα οι σεισμοί του Βαρθολομιού, και οι κάτοικοι μετά έλεγαν πως «δεν ήταν σεισμός, ήταν σωσμός» - τώρα, βέβαια, με δεκάδες νεκρούς δεν είναι εύκολα τα αστεία, είναι όμως εύκολα τα μετρητά, τα οποία πάντοτε εκτιμώνται…

Α, ξέχασα… Μεσολάβησε επίσης και μια βροχή δημοσκοπήσεων. Όλοι μετρούν – όλοι συζητούν – όλοι αμφισβητούν, για πρώτη φορά, επίσης, αποσύρθηκε έρευνα (της MRB) διότι αναγνωρίστηκε αυτό που όλοι υποθέταμε. Ότι δηλαδή μπορεί όταν είναι τηλεφωνική μια έρευνα να δεχτούμε (λόγω καλής διάθεσης) ότι ο άνθρωπος στην Ηλεία, που είτε έχει καεί η γούνα του, είτε το χωριό του, είτε έχει περάσει μερικές νύχτες με τη μάνικα στο χέρι, είτε βλέπει πλατείες γεμάτες πρόσφυγες,

Μπορεί τέλος πάντων αυτός ο άνθρωπος στο τηλέφωνο να τον ρωτήσεις τι θα ψηφίσει και να απαντήσει ελληνιστί. Όσοι απαντούν γαλλιστί λογίζονται στην «αδιευκρίνιστη ψήφο»… Όταν όμως τολμήσει κάποιος αμέριμνος να εμφανιστεί με μια ωραία κάλπη στην πλατεία της Ζαχάρως, ή στην Αρτέμιδα, ή στη Μάκιστο, ή (αν έχει άφλεκτο μπουφάν) στην Καρύταινα, τότε αντιμετωπίζει σοβαρό κίνδυνο γιούχας και αποπομπής.

Έτσι έχουν τα πράγματα, λοιπόν, σήμερα, οκτώ μέρες μετά το ξέσπασμα των μεγάλων πυρκαγιών στην Πελοπόννησο. Έτσι; Ε, λοιπόν, όχι. Καθόλου έτσι δεν είναι τα πράγματα. Το πιστεύετε, δεν το πιστεύετε, ενώ εμείς μετράμε δημοσκοπήσεις, μετράμε επιδοτήσεις, μετράμε εκλογικές πιθανότητες και πολιτικά αλισιβερίσια, οι φωτιές καίνε ακόμη. Ναι, οι ίδιες φωτιές. Καίνε ακόμη. Δεν έχουν σβήσει. Χωριά απειλούνται, δάση καίγονται, περιοχές εκκενώνονται, τα μέτωπα εκτείνονται σε χιλιόμετρα. Είμαστε πολύ ευαίσθητοι για τα δάση που κάηκαν, είμαστε εντελώς αναίσθητοι για τα δάση που καίγονται αυτή τη στιγμή που μιλάμε.

Γιατί; Είναι απλό. Επειδή η αντίληψη και η είσπραξη του πραγματικού γεγονότος έγινε και γίνεται μέσα από ένα απέραντο τηλεοπτικό πρόγραμμα, το έργο έχει αρχίσει να μας κουράζει. Ασε που βολεύει να μην βλέπουμε τι συμβαίνει και να επεξεργαζόμαστε εικόνες ήδη καταγεγραμμένες. Φτάνει με τις φωτιές – και ας καίνε. Το θέμα δεν είναι εάν καίνε, το θέμα είναι εάν καίγοντας κινούν το ενδιαφέρον. Τίνος; Υπάρχει κανείς που να έχει προτεραιότητα την ίδια τη φωτιά; Το ενδιαφέρον είναι αυτοτροφοδοτούμενο. Εστιάζεται το δικό μας στο ενδιαφέρον των άλλων. Μιλά η κοινή γνώμη. Μπούχτισε από στάχτη και φλόγες. Τώρα θέλει αισιόδοξα μηνύματα. Ποιος θα δώσει το πιο αισιόδοξο μήνυμα; Εκλογές έρχονται.

Thursday, August 30, 2007

Ασύμμετρες εκλογές

Πέμπτη 30 Αυγούστου – και σφυγμομέτρες, γκαλοπατζήδες και δημοσκόποι αντιμετωπίζουν μια ασύμμετρη εκλογή. Για πρώτη φορά βλέπω τέτοια αδυναμία πρόβλεψης, τέτοια αμηχανία, τέτοια δυσκολία διατύπωσης πολιτικών εκτιμήσεων, και κυρίως τέτοιο δέος μπροστά στη ρευστότητα που αναδεικνύεται σε κύριο χαρακτηριστικό του εκλογικού σώματος.

Κάτι συμβαίνει. Αλλά τι; Μια πρώτη ηχηρή απάντηση άκρας σιωπής δόθηκε χτες το απόγευμα στο Σύνταγμα. Μετριοπαθείς υπολογισμοί μιλούν για δέκα χιλιάδες ανθρώπους. Ασφαλώς δεν είναι αντιπροσωπευτικό το δείγμα. Δεν προήλθαν ισόρροπα από όλα τα κοινωνικά στρώματα, από όλες τις πολιτικές ευαισθησίες, από όλες τις ομάδες του πληθυσμού με εκπαιδευτικά ή οικονομικά κριτήρια και ασφαλώς, δεν ήρθαν από την Ηλεία – στην Αθήνα και την Αττική μένουν οι άνθρωποι. Από την άλλη, όμως, το δείγμα ήταν απολύτως αντιπροσωπευτικό. Αντιπροσωπευτικό μιας νέας τάσης που διαμορφώνεται όλο και πιο συγκροτημένα, σε ένα μικρό ακόμη, αλλά σκληρό πια πυρήνα. Μιας τάσης σιωπηλής, όπως οι ίδιοι, μαύρης όπως τα ρούχα τους και γι’αυτό αδιάγνωστης στις περίφημες «φωτογραφίες της συγκυρίας».

Η σιωπή είναι στάση. Τώρα, για πρώτη φορά από όσο θυμούνται οι πολιτικοί αναλυτές, η σιωπή είναι και τάση, είναι πολιτική άποψη, είναι κοινωνικό ρεύμα. Για πρώτη φορά, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με λογικό τρόπο τι θα συμβεί. Η σιωπή θα διαλυθεί και θα αφήσει πίσω της μια ρομαντική διαμαρτυρία ή η σιωπή θα σαρώσει βεβαιότητες και σταθερές;

Είναι μια μεγάλη αντιστροφή του σκηνικού που γέννησε την πολιτική συγκρότηση των προηγούμενων γενεών, αυτών που ασκούν κατά τεκμήριο σήμερα την εξουσία. Ας πάμε 40 χρόνια πίσω. Μετά τις διαδηλώσεις του περίφημου Μάη του 1968 στο Παρίσι, ο στρατηγός ντε Γκωλ –αρχετυπικό δείγμα της ιδέας για ανάγκη σκληρής και πειστικής «ηγεσίας»- έβαλε στην παγκόσμια πολιτική ορολογία μια φράση που από τότε τη στοιχειώνει: τη «σιωπηρή πλειοψηφία». Οι νέες γενιές, η αμφισβήτηση του συστήματος εκφράζονταν ηχηρά, με διαδηλώσεις, με εκρήξεις, με συγκρούσεις. Ο ντε Γκωλ έλεγε πως η σιωπή ήταν το πολιτικό όπλο της μικροαστικής τάξης που θα τον στήριζε και τον Ιούνιο σάρωνε στις εκλογές. Η παράταξη της σιωπής είχε νικήσει και είχε στηρίξει το σύστημα.

Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το σύστημα είναι εξωστρεφές και αυτάρεσκο. Φωνάζει την αυτοσυντήρησή του. Η αμφισβήτησή του είναι πια η σιωπή, αν υποθέσουμε και μάλλον δεν θα έχουμε άδικο ότι οι 10.000 του Συντάγματος χθες το βράδυ μάλλον δεν πήγαν να εκδηλώσουν τον ενθουσιασμό τους με τη λειτουργία του. Η βελούδινη αμφισβήτηση είναι ένα νέο φαινόμενο. Φαινόμενο της εποχής της απογοήτευσης, της διάψευσης, της απουσίας οραμάτων. Μην με ρωτάτε πώς θα γραφτεί στην κάλπη στις 16 Σεπτεμβρίου. Δεν ξέρω και νομίζω δεν ξέρουν και πολλοί από αυτούς που συγκροτούν ετούτο το δυσδιάκριτο, σχεδόν αόρατο, διακριτικό, αλλά γι’αυτό όχι λιγότερο οργισμένο και φουσκωμένο κίνημα. Ξέρω όμως ότι οι πολιτικοί, που άλλοτε μετρούσαν την ένταση και άκουγαν τις πιο δυνατές φωνές, θα διαπιστώσουν σύντομα και ίσως οδυνηρά πως ήρθε η ώρα να βλέπουν την απουσία, να ακούνε τη σιγή και να μαντεύουν το ανεπαίσθητο.

Η καμμένη ψήφος

Τετάρτη 29 Αυγούστου – και τώρα που καταλάγιασαν, αν δεν έσβησαν εντελώς οι φλόγες, τώρα που καταλάγιασαν κάπως και τα συναισθήματα, τώρα είναι η ώρα να σκεφτούμε για το τι έχει συμβεί αυτό το καλοκαίρι στην Ελλάδα. Και να αποφασίσουμε.

Υπάρχει μια ιδέα πως η τραγωδία επιβάλλει τη σιωπή. Αλήθεια είναι. Η έκταση της καταστροφής και ο ανθρώπινος πόνος, με τους νεκρούς ακόμη άταφους, δεν επιτρέπει να φερθούμε όπως θα φερόμασταν υπό άλλες συνθήκες, τέτοιες μέρες που θα ήταν μέρες προεκλογικού πυρετού. Είναι όμως άλλο η σιγή της περίσκεψης κι άλλο η επιβολή ενός πολιτικού σιωπητήριου. Αυτή η στάχτη δεν μπορεί να γίνει στάχτη στα μάτια – πρέπει να γίνει αλισίβα που θα καθαρίσει τη ματιά μας κι όχι να θολώσει την κρίση μας.

Με αυτή τη λογική, νομίζω ότι περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η εθνική καταστροφή επιβάλλει την πολιτική συζήτηση και όχι την αναστολή της. Δεν ξέρω εάν είναι σχέδιο ή δεν είναι, και τι σχήμα, συμμετρικό ή ασύμμετρο, έχει η απειλή. Ξέρω, όμως, όπως ξέρουμε όλοι, ότι η ίδια απειλή που ζήσαμε φέτος θα είναι εδώ και τις επόμενες μέρες, εάν η μοίρα μας επιφυλάσσει κι άλλα μαζεμένα, ασφαλώς όμως θα είναι εδώ, εγκατεστημένη πάνω στη μεγάλη κλιματική αλλαγή, και του χρόνου και όλα τα επόμενα χρόνια. Δεν είναι μια πρόκληση συγκυρίας, είναι μια πρόκληση γενεάς.

Η τραγωδία ήρθε σε ώρα εκλογών. Έτσι είναι. Κανείς δεν διαλέγει την ώρα της τραγωδίας του – ούτε οι άνθρωποι, ούτε οι λαοί, ούτε οι χώρες. Τώρα ήρθε, τώρα θα την αντιμετωπίσουμε. Εκ των πραγμάτων, επιβάλλει με το μέγεθος και τη δραματικότητά της αλλαγές στην πολιτική και την εκλογική ατζέντα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για τους πολίτες πια αφενός το περιβάλλον και αφετέρου η οργάνωση της προστασίας του και της προστασίας μας από φυσικές καταστροφές, καθώς πολλαπλασιάζονται σε όλο τον κόσμο, θα είναι κορυφαία προτεραιότητα. Περιμένουν, λοιπόν, για να συγκρίνουν. Περιμένουν σχέδια – αν και δεν υπάρχει πολύς χρόνος. Περιμένουν προγράμματα – αν και δεν είναι βέβαιο πως προλαβαίνουν να τα καταρτίσουν με την επάρκεια που απαιτείται. Οι πολίτες, όμως, θα κρίνουν από ό,τι έχουν μπροστά τους. Ασφαλώς θα κρίνουν και με βάση ό,τι ξέρουν. Ποιος, πόσο και πώς βαθμολογήθηκε για την αντίδρασή του την ώρα της κρίσης. Ποιος, πόσο και πώς βαθμολογήθηκε για την ετοιμότητά του πριν από την κρίση. Ποιος, πόσο και πώς βαθμολογήθηκε για τη διαχρονική συνέπειά του στην προβολή και την υπεράσπιση των ζητημάτων που σήμερα αναδεικνύονται σε προτεραιότητες. Και, βέβαια, όλοι μαζί θα κριθούν για την ετοιμότητά τους να ανταποκριθούν στο αίτημα της συνεννόησης, συντεταγμένης πίσω από τις επιταγές του εκλογικού σώματος, που αυτό αποφασίζει – κι επίσης αυτό αναλαμβάνει την ευθύνη για τις συνέπειες που το ίδιο θα υποστεί.

Όλα αυτά συνοψίζονται σε μια πολιτική αξία που αποκτά εντελώς διαφορετικό πολιτικό βάρος: την αξιοπιστία. Καθενός και όλων. Αυτό είναι στο φόντο των μαυρισμένων αγαλμάτων της Ολυμπίας, το αίτημα της κάλπης.