Wednesday, December 31, 2008

Σε ποιόν θα λείψει το 2008;

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου – και το 2008, που φεύγει σήμερα, δεν θα το κλάψει κανείς.

Ήταν η χρονιά της απληστίας και της τιμωρίας. Ένα Σαββατοκύριακο, στα μέσα του Σεπτέμβρη, άλλαξε για πάντα την εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας, όπως την ξέραμε. Ο χρυσός δεν ξεφτίζει, επομένως τα golden boys του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού δεν ήταν από χρυσάφι, απλώς πουλούσαν φύκια και δομημένα ομόλογα για χρυσό και μεταξωτές κορδέλλες. Ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Θα είναι βαρύς και θα είναι μακρύς. Πόσο; Κανείς δεν ξέρει. Ξέρουν όλοι, όμως, ότι το 2009 ξεκινάει στιγματισμένο από τα χρέη που συσσώρευσε πάνω του και πάνω μας, πάνω σε όλο τον κόσμο, το μεγάλο πάρτυ της ατελείωτης, ασύδοτης, ανελέητης και ανήθικης κερδοσκοπίας.

Ήταν η χρονιά της αμαρτίας, η χρονιά του Αλέξη. Γιατί αυτός είναι ο πιο βαθύς και ουσιαστικός ορισμός της αμαρτίας. Να σηκώνει κανείς ένα πιστόλι χωρίς να σκέπτεται, χωρίς να έχει συναίσθηση, εν τέλει χωρίς να τον απασχολεί εάν απέναντί του θα βρεθεί ένας άψυχος στόχος, αν θα βρεθεί ένας εχθρός, ή αν θα στέκει ένα 15χρονο παιδί. Το Δεκέμβρη στα Εξάρχεια, ή τον Αύγουστο στη Μύκονο, όπου ένας νεαρός Αυστραλός βρέθηκε μπροστά στο λάθος σεκιουριτά και σχεδόν το έχουμε ξεχάσει, και μαζί έχουμε σχεδόν ξεχάσει και όσα μας έδειξε η στάση του πατέρα του. Η καταστροφή που ακολούθησε το φόνο του Αλέξη και μαύρισε τις φετινές γιορτές της Αθήνας δεν έχει ακόμη ερμηνευτεί – αν ήταν ένα τυχαίο ξέσπασμα ή το ξημέρωμα μιας άλλης κοινωνικής συνθήκης. Μετά από πολλά χρόνια, όμως, η βία επέστρεψε ως μέσο διεκδίκησης πολιτικών στόχων και μια νέα γενιά έμαθε την πολιτική με αυτό τον τρόπο. Μεγάλο άλμα – άλμα προς τα πίσω.

Ήταν η χρονιά της ανατροπής. Ποτέ άλλοτε στη μεταπολιτευτική ιστορία ένα τρίμηνο δεν σφράγισε τέτοιες ραγδαίες αλλαγές στα πολιτικά δεδομένα όσο αυτό που ακολούθησε το ξέσπασμα του σκανδάλου του Βατοπεδίου. Πολιτικό κεφάλαιο πέντε χρόνων κυβέρνησης και εφτά χρόνων αντιπολίτευσης εξανεμίστηκε μέσα σε λίγες μέρες για τον κ. Καραμανλή, διαλύοντας τη συνοχή του δικού του κόμματος και –σε ένα βαθμό- επανεφευρίσκοντας τη συνοχή των αντιπάλων του. Το 2009 τον βρίσκει σε περισυλλογή για έναν ανασχηματισμό που θα περιγράψει κυρίως την πρόθεσή του να ξανανέβει την ανηφόρα ή να διαπραγματευθεί με όρους τετελεσμένων.

Ήταν και χρονιά της ελπίδας. Ποιος θα πίστευε στο ξεκίνημά της πως σήμερα θα ετοιμαζόταν να μπει στο Λευκό Οίκο και να γίνει «πλανητάρχης» ένας μαύρος, με γιαγιά στην Κένυα και χωρισμένη μάνα στη Χονολουλού, στα νιάτα του με περίεργες παρέες στις φτωχογειτονιές, πρωτοεκλεγμένος από τους μαύρους στο Σικάγο, απέναντι στους πιο σκληρούς εκπροσώπους του κατεστημένου; Η χρονιά του Ομπάμα. Αυτός ο κόσμος δεν έχει ακόμη σταματήσει να γυρίζει και γι’ αυτό υπάρχει πάντα φως στο βάθος του τούνελ.

Και ήταν η χρονιά της μεγάλης ανασφάλειας. Η χρονιά που κλόνισε τις βεβαιότητες. Κανείς στο τέλος της δεν είναι τόσο σίγουρος για το τι του επιφυλάσσει το μέλλον όσο ήταν πέρυσι τέτοια μέρα. Οι νέοι για ένα αύριο όπου οι δουλειές θα είναι λιγότερες και δυσκολότερες και με μικρότερη αμοιβή. Οι μεγαλύτεροι για ένα αύριο όπου η συνταξιοδότηση μοιάζει με λύτρωση για όσους την κερδίσουν και με στοίχημα χωρίς σίγουρη απόδοση για όσους ακόμη απέχουν. Και οι πολύ μικροί περιμένουν να τους ετοιμάζουν ένα κόσμο όπου θα είναι πιο δύσκολο να ζήσει κανείς, καθώς οι πάγοι λιώνουν στους πόλους αλλά όχι και ανάμεσα στους ανθρώπους – εδώ και αλλού, όπως για τον Αλέξη στα Εξάρχεια, όπως για τη συνδικαλίστρια μετανάστρια που βρήκε έναν ύποπτο θάνατο παραμονή Χριστουγέννων, όπως για άλλη μια χρονιά στο Ιράκ, για άλλη μια χρονιά στο Αφγανιστάν, κι όπως πάντα, τόσο απελπιστικά όμοια, χρόνια και χρόνια, στην Παλαιστίνη.

Monday, December 22, 2008

Υπάρχει "μαζί";

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου – και Βατοπέδι-φόνος στα Εξάρχεια-οικονομική κρίση. Από την 1η Σεπτεμβρίου, που άρχισε αυτή η πολιτική περίοδος με την αναμονή της τοποθέτησης Καραμανλή στη Θεσσαλονίκη, μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει μόλις 112 μέρες. Σε πολιτικό χρόνο, έχει μεσολαβήσει ένας αιώνας (ή τουλάχιστον μια τετραετία).

Το κεντρικό ερώτημα που ακούγεται όλο αυτό τον καιρό, σε διαφορετικές φάσεις και σε διαφορετικές συγκυρίες, είναι εάν η κατάσταση είναι «αναστρέψιμη». Το ερώτημα αυτό έχει αποκτήσει διαφορετικό περιεχόμενο. Έως πρόσφατα αφορούσε τη δυνατότητα της κυβέρνησης να ανασχέσει τη ραγδαία πολιτική φθορά της και να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Τώρα, με τα χρώματα που περιέγραψε ο κ. Καραμανλής το βάθος και την ένταση της οικονομικής κρίσης, οι κυβερνητικές αντοχές και προοπτικές έχουν ενδιαφέρον μόνο για τους εθισμένους στην εσωτερική πολιτικολογία. Το ζήτημα πια είναι αλλού. Εάν η κατάσταση είναι αναστρέψιμη για τη χώρα. Ή εάν η Ελλάδα έχει μπει οριστικά σε μια φάση υποχώρησης, εάν έχει πάρει απόφαση ότι πέρασαν οι «χρυσές μέρες» της, εάν έχει συμβιβαστεί με την ιδέα ότι το 2004 ήταν ένα ντοπαρισμένο ρεκόρ και από εδώ και πέρα θα διεκδικεί απλώς την επιβίωση, θα έχει ως εθνικό στόχο να μην έρθει το ΔΝΤ, να μην κηρύξει φαλιμέντο, να μπορεί να πληρώνει τις συντάξεις και τους μισθούς, να ζει δηλαδή με τα ψίχουλα από το τραπέζι της μεγάλης εθνικής προσπάθειας που συντελέστηκε τη δεκαετία του 90.

Εδώ, λοιπόν, στο όριο της κατάρρευσης. Η χώρα είναι στο χείλος του γκρεμού – αλλά πάντοτε έτοιμη να κάνει ένα χαρούμενο και αποφασιστικό βήμα προς τα εμπρός. Παραμένει –μας έπεισε το τελευταίο τριήμερο- αλλεργική στην ιδέα της συναίνεσης, ακόμη και για τα ελάχιστα, ακόμη και για τα πιο μικρά, ακόμη και στις πιο επείγουσες και πιεστικές συνθήκες. Η συναίνεση στην πολιτική δεν είναι στόχος, δεν είναι θετική κατάσταση, δεν συνιστά επιδίωξη. Η συναίνεση είναι κίνδυνος για τους πολίτες και για τη γνησιότητα της δημοκρατίας, είναι πικρό ποτήρι για τους πολιτικούς και τα κόμματα, η συναίνεση είναι ακραίο καταφύγιο στο μη περαιτέρω. Το θέμα είναι εάν συνειδητοποιούμε πόσο κοντά βρισκόμαστε στο μη περαιτέρω.

Ζήσαμε δυο εβδομάδες που σφραγίστηκαν από την τραγωδία των Εξαρχείων. Αν έπρεπε να διαλέξουμε να ζούμε σε μια χώρα όπου ένα παιδί σκοτώνεται από αστυνομική σφαίρα και γίνεται ό,τι έγινε στην Αθήνα ή μια χώρα όπου ένα παιδί σκοτώνεται από αστυνομική σφαίρα και δεν τρέχει κάστανο και δεν μιλά κανείς, μπορούμε να είμαστε ακόμη ευτυχισμένοι που ζήσαμε τη βία, τη φωτιά, τις πέτρες και την καταστροφή και όχι την απελπισία της σιωπής. Οι νέοι, με αυτή τη θλιβερή αφορμή, ανακάλυψαν ξανά για λογαριασμό όλων την ξεχασμένη λέξη «ευαισθησία». Από εδώ και πέρα η ανάγκη πια είναι άλλη. Να ανακαλύψουμε εμείς, για λογαριασμό των νέων, για λογαριασμό όλων και για λογαριασμό της χώρας, την ξεχασμένη λέξη «μέτρο». Και να τους πείσουμε γι’αυτήν.

Για να συμβεί αυτό, πρέπει να τους πείσουμε πως η προσπάθεια έχει νόημα. Πως μπορούμε όλοι σε αυτή τη χώρα να βρεθούμε μαζί, πίσω από στόχους με κοινές προοπτικές, για όλους και όχι για λίγους από εδώ ή λίγους από εκεί. Η αποκατάσταση του κοινωνικού κατακερματισμού σε συνθήκες δεινής οικονομικής κρίσης είναι η πρόκληση της επόμενης χρονιάς.

Friday, December 19, 2008

Μικρή αθηναϊκή Οδύσσεια

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου – και ας κάνουμε μια μικρή περιήγηση στη χθεσινή χριστουγεννιάτικη πόλη. Ας δούμε μια πιθανή διαδρομή ενός τυχαίου ανθρώπου, ενός Οδυσσέα, όχι στο Δουβλίνο αλλά στην Αθήνα, όχι στην πόλη του Τζέημς Τζόυς, αλλά στην πόλη του Προκόπη Παυλόπουλου.

Βγαίνει από το σπίτι του το πρωί στο Περιστέρι. Μια παρέα παιδιών που συζητούν τι κάνει ένας φίλος τους. Τη νύχτα καθόντουσαν στο παγκάκι. Είδε το χέρι του ματωμένο, τον πήγαν στο νοσοκομείο. Σφαίρα. Σε αυτή την πόλη τελευταία οι σφαίρες συναντάνε με απροσδόκητη συχνότητα νέα παιδιά. Αεροβόλο ή πυροβόλο; Πιστόλι ή περίστροφο; 22άρι, 32άρι, 38άρι ή 45άρι; Πολλή συζήτηση για όπλα στις κουβέντες της νεολαίας αυτές τις μέρες.

Περιστέρι-Κέντρο. Μια ώρα στο νερό. Η κάθε μπόρα κάνει την Αθήνα Λιμνούπολη και τα αυτοκίνητα βάρκες. Ευτυχώς η εικόνα είναι ειδυλλιακή. Οι λαμαρίνες των ακινητοποιημένων Μπεμβέ και Μερσεντέ γυαλίζουν σαν χριστουγεννιάτικη διακόσμηση. Είναι η μόνη.

Κέντρο – Βουλή. Δέκα το πρωί. Συνεδριάζει η κυβερνητική επιτροπή. Η συνεδρίαση είναι κρίσιμη. Βλέπουν τηλεόραση, ακούν ραδιόφωνο. Ενημερώνονται, δηλαδή. Κάτι έχει συμβεί στο Περιστέρι. Ο αρμόδιος υπουργός παρακολουθεί –κυριολεκτικά- τις εξελίξεις. Στην οθόνη.

Μεσημέρι, συλλαλητήριο. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν. Κόκκινες γιορτινές μπογιές στα ΜΑΤ και, λόγω των ημερών, τσουρέκι αναλυμένο στα συστατικά του: αυγά και αλεύρι. Η επόμενη σκηνή σε copy-paste από τις περασμένες δύο εβδομάδες – δακρυγόνα, πολλά δακρυγόνα, δακρυγόνα για όλους, άφθονα, χωρίς τσιγκουνιές, μια πόλη να γελάς μαζί της, να γελάς μέχρι δακρύων.

Και η απόλυτη εικόνα, αυτή που συνόψισε ό,τι συμβαίνει 15 μέρες σήμερα, στην Ελλάδα: τρεις διμοιρίες ΜΑΤ, αντί για πακέτα στη βάση του, να φυλάνε το καινούργιο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Αθήνας.

Ο Οδυσσέας θα μπορούσε να γυρίσει κατά τη μία στο Περιστέρι – άλλωστε τι να κάνει στο κέντρο, δεν υπάρχει πια κέντρο στην Αθήνα. Και θα έβλεπε κάτι περίεργους ένστολους τύπους να στολίζουν με κόκκινη ριγέ κορδέλα τον πεζόδρομο από όπου είχε ξεκινήσει το πρωί, το σημείο όπου είχε ακούσει πως κάτι έγινε το προηγούμενο βράδυ. Κόκκινη κορδέλλα για να μην περάσει κανείς. Ο σουρεαλισμός στην πράξη.

Αν ετοιμάζεστε να πείτε ειρωνικά «ζήσε το μύθο σου στην Ελλάδα», κάνετε λάθος. Αυτό ήταν το σύνθημα του υπουργού Τουρισμού Αβραμόπουλου. Ο υπουργός Τουρισμού Σπηλιωτόπουλος με διορατικότητα προσάρμοσε τη διαφημιστική εκστρατεία της χώρας στις νέες συνθήκες. Τώρα το σύνθημά μας, για τη διάδοση του οποίου πληρώνουμε ευρώ εκατομμύρια, είναι «Ελλάδα, η πραγματική εμπειρία».

Thursday, December 18, 2008

Η Ακρόπολη της υποκρισίας

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου – και υπάρχουν δύο πράγματα που είναι ανεξάντλητα στον τόπο μας: το αρχαίον κλέος και η νέα υποκρισία.

Χτες το πρωί ένα τσούρμο παιδιά, αντί να πάνε στην ΕΡΤ, σύμβολο του νεοελληνικού πολιτισμού και λίκνο του «μπάτε σκύλοι αλέστε», πήγαν στην Ακρόπολη. Είχαν μαζί τους ένα τεράστιο πανώ που έγραφε «Αντίσταση». Θέλετε τη γνώμη μου; Άσχετο. Δεν υπάρχει λόγος για «αντίσταση», για ‘resisencia” ή για “resistence”, όπως έγραφε το πανώ – η χώρα είναι δημοκρατική και οι προκλήσεις της είναι κοινωνικού και πολιτισμικού τύπου. Αλλά αυτή είναι η δική μου (και πιθανώς η δική σας) γνώμη. Όχι η δική τους. Άπλωσαν το σύνθημά τους – οικολογικό και μη βλαπτικό για το μνημείο.

Ακρόπολη και διαδήλωση. Τέλειο. Το φωτογράφισαν και το βιντεοσκόπησαν όλα τα διεθνή πρακτορεία. Κατά το σχεδόν αστείο πια δημοσιογραφικό κλισέ «οι εικόνες έκαναν το γύρο του κόσμου». Και τότε μας έπιασε ο πόνος. Τότε. Μόνο τότε. Γιατί ο πόνος μας δεν είναι για το τι συμβαίνει ή για το τι υπάρχει. Είναι για το τι φαίνεται.

Και πλάκωσαν οι αναλύσεις. Η βεβήλωσις του μνημείου – καταφαγωμένου από τους ρύπους των 4Χ4 που οδηγούν οι ανησυηχούντες για τη βεβήλωση. Η αναντιστοιχία με την πράξη του Μανόλη Γλέζου – που ενόχλησε φρικτά όλους τους άλλους πλην του Μανόλη Γλέζου, ο οποίος προφανώς κρίνεται μειωμένης ευαισθησίας εν σχέσει προς το κατέβασμα της σβάστικα. Η δημόσια εικόνα της χώρας και ο κίνδυνος να καταντήσει η Ακρόπολη τσαντήρι διαδηλωτών – ακριβές, θα πρόκειται για την πραγματική ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων με την περιβάλλουσα πόλη.

Κανείς όμως δεν αναρωτήθηκε γιατί οι νέοι πήγαν στην Ακρόπολη με τόση καθυστέρηση. Πώς δεν το σκέφθηκαν στη βράση των διαδηλώσεων; Η απάντηση είναι απογοητευτική. Η απάντηση είναι πως δεν μπορούσαν. Διότι η Ακρόπολη, δέκα συναπτές μέρες, ήταν κλειστή. Όχι από διαδηλωτές. Αυτοί δεν την έκλεισαν. Λόγω της απεργίας των υπαλλήλων του υπουργείου Πολιτισμού. Στην οποία απεργία και στο οποίο λουκέτο οι επικριτές των χθεσινών νεαρών δεν αφιέρωσαν ούτε το ένα δέκατο του χρόνου που διέθεσαν για να μιλούν για το πανώ και τους ιερόσυλους που το ανάρτησαν.

Ενώ επέκριναν όλους τους άλλους υπουργούς, για τα μύρια όσα, δεν είχαν ούτε κουβέντα για τον υπουργό Πολιτισμού (διάδοχο του ιστορικού Γιώργου Βουλγαράκη, που είχε διαδεχθεί τον ιστορικό Χρήστο Ζαχόπουλο) και που επί των ημερών του η Ακρόπολη ήταν πιο κλειστή από το στόμα του, το οποίο δεν έκανε καμμία δήλωση. Bouche fermee, διότι όταν μιλάει θέλει να γράφει η Ιστορία και εν προκειμένω προτίμησε να κάνει μόκο…

Κι όποιος μιλούσε, δεν ακουγόταν. Για παράδειγμα, τις μέρες των μεγάλων μαθητικών και νεανικών διαδηλώσεων ρώτησαν τον εκπρόσωπο του κλάδου που δέχεται φέτος τη μεγαλύτερη ίσως πίεση από την κρίση. Ρώτησαν τον πρόεδρο των ξενοδόχων για το πόσο κακό κάνουν στην περιβόητη «εικόνα της χώρας» και τις κρατήσεις των τουριστικών πακέτων τα πρωτοσέλιδα των ξένων εφημερίδων για την κατάσταση στην Αθήνα, που καιγόταν. Και με το ρεαλισμό και την ψυχραιμία που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους της αγοράς, ο πρόεδρος των ξενοδόχων τους απάντησε πως από τις διαδηλώσεις και τις ταραχές «περισσότερο κακό κάνει η Ακρόπολη που είναι τόσες μέρες κλειστή». Αλλά δεν άκουγαν, γιατί η δήλωση δεν προσφερόταν για οπτικοποίηση. Μόλις έρθουν τα μαντάτα από τον τουρισμό, περιμένω αναλύσεις που να ερμηνεύουν την κρίση ως έργο των νεαρών ιερόσυλων και ταραξιών. Πώς να έρθουν οι ξένοι μας όταν βλέπουν πανώ στην Ακρόπολη; Ενώ το λουκετάκι, άλλο πράγμα…

Wednesday, December 17, 2008

Mea culpa - το τελευταίο...

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου – και κανείς ποτέ δεν χειροκροτήθηκε τόσο πολύ επειδή είπε πως έκανε λάθος.

Στην πραγματικότητα δεν έκανε κάτι ο κ. Καραμανλής, λέγοντας αυτό που όλοι περίμεναν να πει από την περίφημη συνέντευξη της Θεσσαλονίκης. Απλώς, όσο δεν το έλεγε, δεν υπήρχε κανείς τρόπος να κάνει οτιδήποτε. Οποιαδήποτε απόφαση, οποιαδήποτε κίνηση, οποιαδήποτε πράξη, δεν θα είχε την παραμικρή σημασία.

Δεν είναι απλό πράγμα. Κανείς άλλος πρωθυπουργός δεν έχει πει ότι ένα σκάνδαλο εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια του και ότι ο ίδιος έχει ευθύνη που δεν το αντιλήφθηκε. Κανείς άλλος πρωθυπουργός δεν έχει αναδεχθεί τόσο πολιτικό βάρος. Και, μάλιστα, την ώρα που στις σφυγμομετρήσεις ο ίδιος εμφανίζεται ως το μόνο, ύστατο και όχι άφθαρτο ανάχωμα μιας παράταξης στα όρια της πολιτικής και δημοσκοπικής κατάρρευσης. Ο κ. Καραμανλής αποφάσισε πως αυτό το ανάχωμα, το προσωπικό του κύρος, και επομένως η προσωπική του πολιτική τύχη, θα διακυβευθεί αναλαμβάνοντας να συγκρατήσει ολόκληρο το ποτάμι της κοινωνικής οργής για όσα συνέβησαν στο Βατοπέδι.

Δεν θα κριθεί από το Βατοπέδι. Γι’ αυτό έχει ήδη κριθεί, και η κρίση είναι βαρύτατα αρνητική. Θα κριθεί από την οικονομία. Στο τέλος, στη ζυγαριά ενός πολιτικού και μιας κυβέρνησης, πριν από την κάλπη, μπαίνουν θετικά και αρνητικά. Από τη δεύτερη εκλογική του νίκη, ο κ. Καραμανλής βλέπει βαρίδια μόνο στην πλευρά της απόρριψης. Αναγνώρισε πως καλώς τοποθετήθηκαν. Δεν θα φύγουν, δεν θα ξεχαστούν. Έχουν σφραγίσει τη δεύτερη θητεία του. Μέσα από τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης θα επιχειρήσει να βάλει βάρος και στην άλλη μεριά του ζυγού. Δεν έχει απεριόριστο χρόνο, έχει μια εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έχει μια γενιά στους δρόμους και έχει τις πιο ζοφερές προβλέψεις για τις προοπτικές της οικονομίας. Αν έπρεπε κανείς να στοιχηματίσει, θα χρειαζόταν τόλμη για να βάλει κανείς τα χρήματά του στην πιθανότητα της επιτυχίας. Αυτό που έκανε ο κ. Καραμανλής ήταν να δείξει πως τουλάχιστον μετέχει στο παίγνιο.

Μένει να δούμε εάν ένας πρωθυπουργός μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο mea culpa. Το σίγουρο είναι πως δεν μπορεί να αντέξει δύο mea culpa. Επομένως, δεν υπάρχει τρίτη ευκαιρία. Και ο κ. Καραμανλής αναγνώρισε πως βρίσκεται ήδη στη φάση της δεύτερης – και τελευταίας…

Tuesday, December 16, 2008

Η χώρα της ανευθυνότητας

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου – και το κρίσιμο θέμα είναι η ευθύνη. Για την ακρίβεια, η άρνηση της ευθύνης. Κανείς δεν την έχει, κανείς δεν την αναλαμβάνει, τίποτα δεν συνεπάγεται το βάρος της – κανένα δημόσιο αξίωμα, κανένας δημόσιος ρόλος. Και στο τέλος, όλοι ωραίοι και ατσαλάκωτοι.

Πρώτοι, αλλά όχι μόνοι, οι πρωταγωνιστές ενός επαναλαμβανόμενου πολιτικού σήριαλ, που στα 35 χρόνια της μεταπολίτευσης έχει συγκροτήσει δεκαοχτώ εξεταστικές και προανακριτικές επιτροπές για να αποδώσει εν τέλει ποινικές ευθύνες μόνο στο Δημήτρη Τσοβόλα (το μόνο για τον οποίο κανείς δεν πίστευε ότι πράγματι είχε ποινική ευθύνη) και, αν τον θυμάστε, στο Γιώργο Πέτσο, επειδή το γκαράζ του Κοσκωτά είχε πάρει μεγαλύτερο ύψος από το κανονικό. Κανείς άλλος από εκείνους που έκαναν ένα «δωράκι στον εαυτό τους» -κατά την ιστορική πρωθυπουργική ρήση- δεν έπαθε το παραμικρό. Όπλα, προμήθειες, δρόμοι, έργα, βοή παντού, στο τέλος τίποτα. Και η ζωή συνεχίζεται…

Η ευθύνη είναι παντού, διάχυτη και ρευστή, για να μην κολλάει επάνω σε κανέναν. Στην υπόθεση των ομολόγων, για ένα πρόσφατο παράδειγμα, είχαμε «ανίδεες διοικήσεις» απέναντι σε «άπληστους χρηματιστές». Έπαθαν κάτι οι «ανίδεες διοικήσεις». Αντιθέτως. Έγιναν μόδα. Έγιναν «ανίδεοι υπουργοί» στο σκάνδαλο «made in Βατοπέδι». Η ευθύνη είναι αντικειμενική. Έστω. Τι σημαίνει αυτό; Πως δεν καταλογίζεται. Και, στην ακραία εκδοχή, έστω πως οι άλλοι δεν την καταλογίζουν. Τα ίδια τα πολιτικά πρόσωπα τα οποία αφορά πώς ακριβώς βλέπουν τον παιδαγωγικό ρόλο του πολιτικού. Αυτοί που οργίζονται με τους οργισμένους νέους, που βρίζουν τους εκπροσώπους του κράτους, έχουν σκεφθεί τι πρότυπο παρέχουν όταν τους καταλογίζονται ευθύνες κι εκείνοι κάνουν πως ψιχαλίζει;

Δεν είναι μόνον οι πολιτικοί με την περιορισμένη συνείδηση του προτύπου που αποτελούν και προβάλλουν. Αντιστοίχως, αν όχι χειρότερα, εκείνοι που έχουν δημόσιο λόγο ισχυρότερο (άλλη βαριά παθολογία αυτή…) από τον πολιτικό. Η τηλεόραση προσφέρει δωρεάν τις καλές υπηρεσίες της. Χτες το βράδυ, μπορούσε κανείς να απολαύσει τους δημόσιους διαξιφισμούς των διασημότερων τηλε-συνηγόρων. Για να μαθαίνουν οι νεώτεροι και να εμπεδώνουν οι παλιοί ότι, εάν θέλεις να είσαι πετυχημένος νομικός, αν θέλεις να χρεώνεις ό,τι σου έρθει στους πελάτες σου, το νομικό επιχείρημα δεν αρκεί. Αυτό που χρειάζεται είναι να μανιπουλάρεις την κοινή γνώμη, να έχεις άκρες στους τηλεοπτικούς αστέρες με τα τοκ-σόου, αυτούς που δεν διστάζουν να φωνάξουν οποιονδήποτε και να τον αφήσουν να πει οτιδήποτε, για οποιοδήποτε θέμα. Και, στο τέλος, όπου ήδη βρισκόμαστε, δεν υπάρχει θέμα. Το θέμα είναι οι καλεσμένοι. Και το πρότυπο είναι να γίνεις ένας από αυτούς τους καλεσμένους που θέμα είναι ο εαυτός τους.

Όσο μεγαλύτερη είναι η εμβέλεια ενός μέσου, τόσο μεγαλύτερη είναι η ευθύνη του χειρισμού του. Αλλά είπαμε. Ευθύνη δεν υπάρχει. Είναι κι εδώ «αντικειμενική». Την έχουν τα Μέσα, η φύση τους, το σύστημα, «φταίει το κακό το ριζικό μας, φταίει ο Θεός που μας μισεί». Όλοι και κανένας. Όλοι και όλα – ακριβώς για να μην χρεωθεί ευθύνη κανένας, ούτε υπουργός, ούτε τηλεστάρ, ούτε τηλεθεατής, ούτε ψηφοφόρος.

Monday, December 15, 2008

Οι τρεις Μάγοι

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου – και τι θέλει η κυβέρνηση για να ανακάμψει; Όχι πολλά πράγματα. Ένα θαύμα αντίστοιχο με εκείνο των Χριστουγέννων: να ανοίξουν οι ουρανοί και να έρθει ο κόσμος τα πάνω κάτω.

Για την ώρα, ο κ. Καραμανλής έχει τους τρεις Μάγους. Αυτοί έφεραν στην κυβέρνηση τα πολύτιμα δώρα – με τα γνωστά αποτελέσματα. Ο Μελχιώρ είναι προφανώς ο Γιώργος Βουλγαράκης γιατί κουβαλούσε μαζί του χρυσό. Η εικονογραφία του μέλλοντος θα εμφανίζει τον κ. Βουλγαράκη χρυσό, ολόχρυσο, χρυσό μασσίφ, να κρατάει στο χέρι του όχι μικρό κιβώτιο, αλλά μεγάλο χαρτοφύλακα γεμάτο με χρυσά συμβόλαια. Το ρόλο διεκδικεί με μικρότερες πιθανότητες και ο κ. Εφραίμ, για λογαριασμό του θιάσου της Μονής Βατοπεδίου.

Ο Βαλτάσαρ αντιστοιχεί προς τον Θόδωρο Ρουσσόπουλο. Αυτός έφερε λιβάνι, που ήταν το αγνότερο θυμίαμα. Λιβάνι άφθονο, από τις φιλικές εφημερίδες, λιβάνι ατελείωτο από τους δημοσιογράφους της «επιρροής», λιβάνι μεθυστικό που δεν σε αφήνει να μυρίσεις τι συμβαίνει στην κοινωνία. Λιβάνι που πλανεύει και γι’αυτό είναι το σύμβολο της θυσίας. Η μόνη διαφορά είναι πως ο Βαλτάσαρ, εν αντιθέσει προς τον κ. Ρουσσόπουλο, ήταν μαύρος βασιλιάς, αλλά η απόκλιση αυτή ερμηνεύεται επαρκώς από τα αποτελέσματα των τελευταίων δημοσκοπήσεων.

Μένει ο Γκασπάρ, ο τρίτος μάγος. Εδώ η ιστορία αρχίζει να αλλάζει. Γιατί με το Γκασπάρ δεν μοιάζει κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο τον κ. Καραμανλή. Αυτός κρατούσε στα χέρια του σμύρνα, που ήταν το δώρο της Ευρώπης, πριν αντικατασταθεί από τα κοινοτικά προγράμματα και τις επιδοτήσεις. Η σμύρνα είναι το σύμβολο της ανθρώπινης υπόστασης – αυτής που συχνά ξεχνάνε όσοι εγκαθίστανται στο Μέγαρο του Μαξίμου. Συμβολίζει το Χριστό ως Υπέρτατο Λυτρωτή, ως Μεγάλο Θεραπευτή. Από αυτόν περιμένουν την Ανάσταση. Αλλά για την ώρα, ενώ ο κόσμος καίγεται, αυτός σφυρίζει αδιάφορα «οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη».

Με αποτέλεσμα η εβδομάδα που οδηγεί στα Χριστούγεννα να μοιάζει περισσότερο με Γολγοθά.