Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου – αγαπητοί μου αναγνώστες είμαι 42 ετών και το αυτό επιθυμώ και δι υμάς. Εάν πάλι είστε κάτω των 35, λυπούμαι να σας ανακοινώσω ότι είστε μεγάλα κορόιδα.
Διότι εγώ, όπως σας εξήγησε και ελπίζω να ακούσατε ο πρόεδρος της επιτροπής Σοφών για το ασφαλιστικό, έχω διαμορφωμένες οικογενειακές συνθήκες. Βέβαια, εξίσου διαμορφωμένες ήταν και όταν εγώ ήμουν 30 – αλλά αυτό μικρή σημασία έχει και για εμένα και για εσάς και για τον κ. Αναλυτή. Τα βράδια να προσέχετε διότι η χώρα, το κράτος και η κυβέρνησις δεν φέρουν ευθύνη εάν κάποια αβλεψία ή παραφορά σας οδηγήσει σε διαμόρφωση οικογενειακών συνθηκών πριν από τα 35 σας.
Για όσους τυχόν δεν άκουσαν τον κ. Αναλυτή, ενημερώνω ότι εξήγησε πως το ασφαλιστικό καταρρέει (που είναι σωστό), καταρρέει πολύ γρηγορότερα από όσο νομίζαμε ή θέλαμε να νομίζουμε (που κι αυτό είναι σωστό), ότι πρέπει να μείνουν μόνο 4 μεγάλα ταμεία (επίσης σωστό), ότι κάποιος θα πληρώσει (αυτό το ξέραμε ή το υποψιαζόμασταν) και ότι δεν πρέπει να πειράξουμε τους άνω των 35 γιατί έφτιαξαν τη ζωή τους και είναι τυχεροί. Οι υπόλοιποι γεννηθήκατε σε λάθος εποχή.
Θα πληρώσετε, λοιπόν, κορόιδα. Θα πληρώσετε και το δημόσιο χρέος (πάνω από ένα ΑΕΠ) που είχαν την ευγενή καλοσύνη να σας κληροδοτήσουν οι παππούδες σας – για να πήξει η Αθήνα στο ρετιρέ τη δεκαετία του 60 και του 70. Θα πληρώσετε το χρέος που έφτιαξε ο μπαμπάς για να πήξει η Ελλάδα στη BMW στη δεκαετία του 80 και του 90. Σας είχαν στα όπα-όπα. Δουλεύετε τώρα με 600 ευρώ το μήνα και πληρώνετε. Όσα για εσάς είναι όνειρο μακρινό, ως εργασιακή ασφάλεια και παχυλή σύνταξη, για εμάς είναι «κεκτημένα». Και τα κεκτημένα είναι ιερά, ιδίως άμα έχουμε βρει κάποιο κορόιδο να τα πληρώσει, έστω κι αν είναι ο γιόκας μας.
Ετοιμαζόμουν να χαιρετίσω την αντίδραση της ΓΣΕΕ στις δηλώσεις αυτές. Μέχρι που θυμήθηκα ότι συνδικαλιστές ήσαν, και μάλιστα μπροστάρηδες κοινωνικών αγώνων, όπως τους έλεγαν παλιά, εκείνοι που υπέγραψαν την άθλια συμφωνία στον ΟΤΕ. Τι ήταν στην ουσία; Μια συμφωνία εξαγοράς της σιωπής όσων είχαν καβατζώσει θεσούλα με μέσον και σύνταξη, με αντάλλαγμα μεσαίωνα για τους καινούργιους, που θα μπουν με σκληρό ανταγωνισμό και εναλλακτική την ανεργία. Υπέγραψαν για να πάρουν αράζοντας τέσσερις φορές το μισθό που θα παίρνουν οι άλλοι που θα δουλεύουν. Και τώρα μας προτείνουν το μοντέλο αυτό να γίνει μοντέλο για όλο το ασφαλιστικό.
Αγαπητά κορόιδα κάτω των 35 μπορείτε να εξοργιστείτε, μπορείτε να το πάρετε απόφαση, διαφορά δεν έχει. Το πράγμα είναι απλό. Μετρηθήκαμε και βγήκατε λιγότεροι. Στην κάλπη, όλοι έχουν από μία ψήφο και επομένως εκείνοι που έχουν τα «κεκτημένα» θα είναι πιο πολλοί και δημοκρατικότατα θα σας χώσουν στη γαλέρα. Εύχομαι καλή διασκέδαση και δημιουργική εργασία – αναμένοντας μια πρόταση εθελουσίας και πρόωρης συνταξιοδότησης για να αποσυρθώ παρά θιν’αλός και να πίνω μοχίτος στην υγειά σας.
Wednesday, February 28, 2007
Tuesday, February 27, 2007
Άρπα κόλλα
Τρίτη 27 Φεβρουαρίου – και θα το θεωρήσετε ίσως παρωνυχίδα, αλλά μπορεί και να μην είναι. Υπάρχει ένα θέμα επάρκειας των ανθρώπων που χειρίζονται τα πιο σοβαρά ζητήματα και με βαρύγδουπο ύφος διεκδικούν θώκους και αξιώματα. Πρόκειται για νόσο μεταδοτική και ενδημική στην Ελλάδα – από την οποία δεν έχουμε μπορέσει να ξεφύγουμε. Είναι η νόσος της ελαφρότητας και της προχειρότητας.
Πριν από μερικές μέρες το υπουργείο Παιδείας παρουσίασε μετά από κυοφορία εννέα και πλέον μηνών το νομοσχέδιο για τα Πανεπιστήμια. Είναι η σημαντικότερη νομοθετική πρωτοβουλία που αναλαμβάνει αυτή η κυβέρνηση. Έχει αναστατώσει τη χώρα ολόκληρη για ένα χρόνο, αφορά τους πάντες, αφορά το κοινό μέλλον και την ταυτότητα της κοινωνίας μας. Δύο μέρες μετά την παρουσίαση, οι δημοσιογράφοι (που κατηγορούνται ως επιπόλαιοι στην κριτική τους) είχαν διαβάσει το νομοσχέδιο-κιβωτό της κυβερνητικής πολιτικής και είχαν διαπιστώσει ότι στη μία σελίδα του προέβλεπε (πολύ σωστά, σημειώνω) κατάργηση της εκπροσώπησης των φοιτητών από τις παρατάξεις τους στις πρυτανικές εκλογές. Και μερικές σελίδες παρακάτω προέβλεπε τα περί των εκπροσώπων των φοιτητών στις ίδιες εκλογές. Το υπουργείο ανέτρεξε στο κείμενο, αναγνώρισε την ανακολουθία και την απέδωσε σε (αλήθεια, έτσι είπαν) τυπογραφικό, εκτυπωτικό σφάλμα. Έφταιγε το πρίντερ και η γραμματέας που έκανε κόπυ-πέιστ. Της είπαν πάτα ένα πριντ και δώστο στην κοινωνία που αγωνιά. Δεν συνέβη κάτι σοβαρό, εκτός εάν η σοβαρότητα είναι κάτι σοβαρό. Αλλά δεν είναι.
Είπα ότι το νομοσχέδιο Γιαννάκου είναι η σημαντικότερη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Εννοούσα μετά το βασικό μέτοχο, που είχε τη γνωστή έκβαση για τους ίδιους ακριβώς λόγους προχειρότητας και προνοητικότητας.
Θα πίστευε κανείς πως έγινε μάθημα. Όχι, βέβαια, σιγά μη μαθαίνουμε από τους κουτόφραγκους. Το ΠΑΣΟΚ έδωσε πριν από μερικές μέρες μια συνέντευξη τύπου. Θυμίζω ότι κατηγορεί την κυβέρνηση για όσα είπα παραπάνω κι άλλα πολλά, και θέλει να πείσει τους πολίτες με κεντρικό επιχείρημα πως έχουμε μια κυβέρνηση διαχειριστικά ανίκανη και γι’αυτό καλά θα κάνουν να το ξαναφέρουν στην εξουσία. Η συνέντευξη αφορούσε ένα θέμα που καίει τους πολίτες. Τα τραπεζικά δάνεια. Εδώ έχει ψωμί, σκέφτηκαν. Ο κακός τραπεζίτης, ο καλός ψηφοφόρος – όνειρο… Και πρότειναν, επισήμως εννοώ, ως θέση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, την επιβολή πλαφόν στα επιτόκια. Παρακάμπτω τη λογική που θέλει να πείσει πως πρέπει να επιστρέψουμε όχι στη δεκαετία του 80 και τις κοινωνικοποιήσεις, αλλά στη Γκοσπλάν και τα 5χρονα πλάνα. Η πρόταση είναι άριστη, αν εξαιρέσει κανείς ότι αντίκειται στην κοινοτική νομοθεσία. Και το προτείνει το κόμμα που κατηγορεί την κυβέρνηση για το βασικό μέτοχο. Σημειώνω ότι την πρόταση για τις παρεμβάσεις στο τραπεζικό σύστημα ανέλυσαν τρία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, μεταξύ των οποίων και η κα Τώνια Αντωνίου – παρουσία την οποία εκλαμβάνω ως επιστροφή στα σοσιαλιστικά πατρώα και δείγμα των βασανιστηρίων στα οποία προτίθεται το κόμμα να υποβάλει τους τραπεζίτες εκμεταλλευτές άμα τη επανόδω στην εξουσία.
Πλάκα θα είχαν όλα αυτά, αν δεν αφορούσαν την ποιότητα της εξουσίας που καθορίζει τις ζωές των άλλων.
Πριν από μερικές μέρες το υπουργείο Παιδείας παρουσίασε μετά από κυοφορία εννέα και πλέον μηνών το νομοσχέδιο για τα Πανεπιστήμια. Είναι η σημαντικότερη νομοθετική πρωτοβουλία που αναλαμβάνει αυτή η κυβέρνηση. Έχει αναστατώσει τη χώρα ολόκληρη για ένα χρόνο, αφορά τους πάντες, αφορά το κοινό μέλλον και την ταυτότητα της κοινωνίας μας. Δύο μέρες μετά την παρουσίαση, οι δημοσιογράφοι (που κατηγορούνται ως επιπόλαιοι στην κριτική τους) είχαν διαβάσει το νομοσχέδιο-κιβωτό της κυβερνητικής πολιτικής και είχαν διαπιστώσει ότι στη μία σελίδα του προέβλεπε (πολύ σωστά, σημειώνω) κατάργηση της εκπροσώπησης των φοιτητών από τις παρατάξεις τους στις πρυτανικές εκλογές. Και μερικές σελίδες παρακάτω προέβλεπε τα περί των εκπροσώπων των φοιτητών στις ίδιες εκλογές. Το υπουργείο ανέτρεξε στο κείμενο, αναγνώρισε την ανακολουθία και την απέδωσε σε (αλήθεια, έτσι είπαν) τυπογραφικό, εκτυπωτικό σφάλμα. Έφταιγε το πρίντερ και η γραμματέας που έκανε κόπυ-πέιστ. Της είπαν πάτα ένα πριντ και δώστο στην κοινωνία που αγωνιά. Δεν συνέβη κάτι σοβαρό, εκτός εάν η σοβαρότητα είναι κάτι σοβαρό. Αλλά δεν είναι.
Είπα ότι το νομοσχέδιο Γιαννάκου είναι η σημαντικότερη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Εννοούσα μετά το βασικό μέτοχο, που είχε τη γνωστή έκβαση για τους ίδιους ακριβώς λόγους προχειρότητας και προνοητικότητας.
Θα πίστευε κανείς πως έγινε μάθημα. Όχι, βέβαια, σιγά μη μαθαίνουμε από τους κουτόφραγκους. Το ΠΑΣΟΚ έδωσε πριν από μερικές μέρες μια συνέντευξη τύπου. Θυμίζω ότι κατηγορεί την κυβέρνηση για όσα είπα παραπάνω κι άλλα πολλά, και θέλει να πείσει τους πολίτες με κεντρικό επιχείρημα πως έχουμε μια κυβέρνηση διαχειριστικά ανίκανη και γι’αυτό καλά θα κάνουν να το ξαναφέρουν στην εξουσία. Η συνέντευξη αφορούσε ένα θέμα που καίει τους πολίτες. Τα τραπεζικά δάνεια. Εδώ έχει ψωμί, σκέφτηκαν. Ο κακός τραπεζίτης, ο καλός ψηφοφόρος – όνειρο… Και πρότειναν, επισήμως εννοώ, ως θέση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, την επιβολή πλαφόν στα επιτόκια. Παρακάμπτω τη λογική που θέλει να πείσει πως πρέπει να επιστρέψουμε όχι στη δεκαετία του 80 και τις κοινωνικοποιήσεις, αλλά στη Γκοσπλάν και τα 5χρονα πλάνα. Η πρόταση είναι άριστη, αν εξαιρέσει κανείς ότι αντίκειται στην κοινοτική νομοθεσία. Και το προτείνει το κόμμα που κατηγορεί την κυβέρνηση για το βασικό μέτοχο. Σημειώνω ότι την πρόταση για τις παρεμβάσεις στο τραπεζικό σύστημα ανέλυσαν τρία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, μεταξύ των οποίων και η κα Τώνια Αντωνίου – παρουσία την οποία εκλαμβάνω ως επιστροφή στα σοσιαλιστικά πατρώα και δείγμα των βασανιστηρίων στα οποία προτίθεται το κόμμα να υποβάλει τους τραπεζίτες εκμεταλλευτές άμα τη επανόδω στην εξουσία.
Πλάκα θα είχαν όλα αυτά, αν δεν αφορούσαν την ποιότητα της εξουσίας που καθορίζει τις ζωές των άλλων.
Monday, February 26, 2007
Ο Τάσσος Τάσσος και εμείς Γκόλφω
Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου – και τώρα που έφυγε και είτε μαγειρεύει κάτι στη Λευκωσία ή ψήνει, όπως είπε πως του αρέσει, σούβλες στο εξοχικό του στον Πρωταρά, στη Μύκονο –σα να λέμε- της Κύπρου, είναι ώρα να πούμε δυο λόγια πιο νηφάλια για την εξωφρενική αυτή επίσκεψη που μας επιφύλαξε την περασμένη εβδομάδα.
Λοιπόν, ο κ. Τάσσος μας δουλεύει. Και με τη φιλοξενία και την ανοχή που του επιδαψίλευσαν ο Πρωθυπουργός και η υπουργός Εξωτερικών δεν είναι να απορεί κανείς που έχει πιστέψει ότι μπορεί να μας δουλεύει όλο και πιο χοντρά.
Τι μάθαμε, λοιπόν, επ’ εσχάτοις; Πρώτον, ότι οι Κύπριοι αδελφοί μας μας ενημέρωσαν για τη συμφωνία τους με το Λίβανο αφού είχε υπογραφεί. Για την Αίγυπτο μας είχαν πει δυο λόγια – τόσο ευγενείς και προνοητικοί… Γιατί ξεχάστηκαν; Είναι απλό – το είπε ο Τάσσος, το είπε και ο Λιλλήκας. Έπεσε πολλή δουλειά και τους πήρε αποκάτω. Υπογράφτηκε στα βιαστικά –προφανώς για κάποιο περίεργο λόγο βιαζόταν και ο Λίβανος…- και μας τηλεφώνησε την ώρα της υπογραφής. Με το ένα κρατούσε την πέννα, με το άλλο το κινητό. Αλλά επειδή δεν είναι πλάκα, η ουσία είναι μία: το μάθαμε πριν ή μετά την υπογραφή. Με τη μορφή συνεργασίας ή παραχώρησης κατόπιν εορτής; Και η απάντηση είναι απογοητευτική: η Αθήνα το έμαθε αφού είχε μπει η υπογραφή – ένα λεπτό ή ένα μήνα, είχε πια λίγη διαφορά…
Ο κ. Τάσσος είναι ευγενής άνθρωπος. Μας είπε και κάτι άλλο. Ότι δεν θέλει να μας βαραίνει με τα δικά του. Σε καμμία περίπτωση δεν θέλει να μας εμπλέξει με τις αποφάσεις της Κύπρου να γίνει πετρελαιοπαραγωγικός κολοσσός. Τα πετρέλαια είναι μεγάλη δύναμη. Μπορεί η Κύπρος να γίνει Μπαχρέιν, ή Ντουμπάι. Μπορεί πάλι να γίνει και Κουβέιτ. Και Σαντάμ θα βρεθεί, υπάρχει με ακατονόμαστη διεθνή ανοχή και λέγεται Τουρκία. Υπάρχει κάποιος Μπους να βοηθήσει την Κύπρο; Ασφαλώς όχι. Το ξέρουν όλοι – ακόμη και ο Τάσσος. Αν κάποιος βοηθήσει, που θα βοηθήσει – είναι η Ελλάδα. Η Ελλάδα έβαλε την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα εγγυάται την άμυνα της Κύπρου έχοντας δηλώσει ως αιτία πολέμου τυχόν εμπλοκή, η Ελλάδα στέλνει τους στρατιώτες της στην Εθνική Φρουρά. Η Ελλάδα, λοιπόν, εκ των πραγμάτων σηκώνει αυτά που ο Τάσσος υποτίθεται δεν θέλει να μας φορτώσει – εκτός αν εννοεί ότι θα ζητήσει να φύγει η ΕΛΔΥΚ, οπότε με γεια του με χαρά του, αλλά να δω ποιόν θα πείσει… Η Ελλάδα, λοιπόν, δεν έχει απλώς δικαίωμα να έχει λόγο πριν μπαίνουν οι υπογραφές. Η Ελλάδα, λοιπόν, έχει υποχρέωση να απαιτεί λόγο – και οι πολίτες της απαιτούν από την ηγεσία τους να προβάλει και να κατοχυρώνει αυτή την απαίτηση.
Ο κ. Τάσσος, πάντως, μας έχει ψιλό γαζί. Δεν είναι μόνο που ξεχνιέται και η κλήση μας προωθείται. Εκείνος θέλει να έχει λόγο για όλα – τελευταία ζήτησε να αλλάξει και το βιβλίο της έκτης δημοτικού, μαζί με όλη τη χορεία των ελλαδιτών ομοϊδεατών. Η Κύπρος θέλει να αλλάξει ένα βιβλίο για τα σχολεία της Ελλάδας – αν δεν της αρέσει για τα δικά της μπορεί να παραγγείλει άλλο. Κατά τα άλλα, όποτε βολεύει τον κ. Τάσσο, είναι ανεξάρτητο κράτος, όποτε προτιμάει αυτόνομος εταίρος κι όποτε ζορίσει αδέρφια και συναπόφαση και μαζί το κεφάλι μας στο ντορβά.
Ένα πάντως πρέπει να του αναγνωρίσει κανείς. Ξέρει να παίζει το παιχνίδι. Για εμάς, όμως, είναι εν ου παικτοίς.
Λοιπόν, ο κ. Τάσσος μας δουλεύει. Και με τη φιλοξενία και την ανοχή που του επιδαψίλευσαν ο Πρωθυπουργός και η υπουργός Εξωτερικών δεν είναι να απορεί κανείς που έχει πιστέψει ότι μπορεί να μας δουλεύει όλο και πιο χοντρά.
Τι μάθαμε, λοιπόν, επ’ εσχάτοις; Πρώτον, ότι οι Κύπριοι αδελφοί μας μας ενημέρωσαν για τη συμφωνία τους με το Λίβανο αφού είχε υπογραφεί. Για την Αίγυπτο μας είχαν πει δυο λόγια – τόσο ευγενείς και προνοητικοί… Γιατί ξεχάστηκαν; Είναι απλό – το είπε ο Τάσσος, το είπε και ο Λιλλήκας. Έπεσε πολλή δουλειά και τους πήρε αποκάτω. Υπογράφτηκε στα βιαστικά –προφανώς για κάποιο περίεργο λόγο βιαζόταν και ο Λίβανος…- και μας τηλεφώνησε την ώρα της υπογραφής. Με το ένα κρατούσε την πέννα, με το άλλο το κινητό. Αλλά επειδή δεν είναι πλάκα, η ουσία είναι μία: το μάθαμε πριν ή μετά την υπογραφή. Με τη μορφή συνεργασίας ή παραχώρησης κατόπιν εορτής; Και η απάντηση είναι απογοητευτική: η Αθήνα το έμαθε αφού είχε μπει η υπογραφή – ένα λεπτό ή ένα μήνα, είχε πια λίγη διαφορά…
Ο κ. Τάσσος είναι ευγενής άνθρωπος. Μας είπε και κάτι άλλο. Ότι δεν θέλει να μας βαραίνει με τα δικά του. Σε καμμία περίπτωση δεν θέλει να μας εμπλέξει με τις αποφάσεις της Κύπρου να γίνει πετρελαιοπαραγωγικός κολοσσός. Τα πετρέλαια είναι μεγάλη δύναμη. Μπορεί η Κύπρος να γίνει Μπαχρέιν, ή Ντουμπάι. Μπορεί πάλι να γίνει και Κουβέιτ. Και Σαντάμ θα βρεθεί, υπάρχει με ακατονόμαστη διεθνή ανοχή και λέγεται Τουρκία. Υπάρχει κάποιος Μπους να βοηθήσει την Κύπρο; Ασφαλώς όχι. Το ξέρουν όλοι – ακόμη και ο Τάσσος. Αν κάποιος βοηθήσει, που θα βοηθήσει – είναι η Ελλάδα. Η Ελλάδα έβαλε την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα εγγυάται την άμυνα της Κύπρου έχοντας δηλώσει ως αιτία πολέμου τυχόν εμπλοκή, η Ελλάδα στέλνει τους στρατιώτες της στην Εθνική Φρουρά. Η Ελλάδα, λοιπόν, εκ των πραγμάτων σηκώνει αυτά που ο Τάσσος υποτίθεται δεν θέλει να μας φορτώσει – εκτός αν εννοεί ότι θα ζητήσει να φύγει η ΕΛΔΥΚ, οπότε με γεια του με χαρά του, αλλά να δω ποιόν θα πείσει… Η Ελλάδα, λοιπόν, δεν έχει απλώς δικαίωμα να έχει λόγο πριν μπαίνουν οι υπογραφές. Η Ελλάδα, λοιπόν, έχει υποχρέωση να απαιτεί λόγο – και οι πολίτες της απαιτούν από την ηγεσία τους να προβάλει και να κατοχυρώνει αυτή την απαίτηση.
Ο κ. Τάσσος, πάντως, μας έχει ψιλό γαζί. Δεν είναι μόνο που ξεχνιέται και η κλήση μας προωθείται. Εκείνος θέλει να έχει λόγο για όλα – τελευταία ζήτησε να αλλάξει και το βιβλίο της έκτης δημοτικού, μαζί με όλη τη χορεία των ελλαδιτών ομοϊδεατών. Η Κύπρος θέλει να αλλάξει ένα βιβλίο για τα σχολεία της Ελλάδας – αν δεν της αρέσει για τα δικά της μπορεί να παραγγείλει άλλο. Κατά τα άλλα, όποτε βολεύει τον κ. Τάσσο, είναι ανεξάρτητο κράτος, όποτε προτιμάει αυτόνομος εταίρος κι όποτε ζορίσει αδέρφια και συναπόφαση και μαζί το κεφάλι μας στο ντορβά.
Ένα πάντως πρέπει να του αναγνωρίσει κανείς. Ξέρει να παίζει το παιχνίδι. Για εμάς, όμως, είναι εν ου παικτοίς.
Friday, February 23, 2007
Άσυλο και υποκρισία
Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου – και χτες πια το κατάλαβαν όλοι – ακόμη κι όσοι είχαν ανεξάντλητα αποθέματα καλής θέλησης και ευπιστίας. Δεν πρόκειται για το άσυλο. Πρόκειται για ένα μεγάλο πολιτικό πανηγύρι με μπερντέ το άσυλο.
Φυσικά οι ηθοποιοί του μαύρου θεάτρου της Πατησίων το έκαναν πάλι summer school – θερινό. Μπήκαν, βγήκαν, έπαιξαν πετροπόλεμο, έριξαν μερικές μολότοφ, έριξαν και μερικές σφαλιάρες σε μερικούς αστυνομικούς (που δεν πρέπει να είναι παραπονεμένοι γιατί κανείς δεν πληρώνεται καλύτερα για να μην κάνει τίποτα). Κι έφυγαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Τώρα, λοιπόν, που κατατέθηκε ο νόμος-πλαίσιο και πήραν όλοι θέσεις και συμπεράναμε ότι υπάρχουν μετρήσεις που δείχνουν τι λέει η κοινή γνώμη (λες και δεν το ξέραμε – αλλά ας ζήσουν και οι δημοσκόποι…)
… τώρα ξέρουμε τι συνέβη χτες. Οι μολότοφ έπεφταν σαν το χαλάζι και ο λόχος των μαυροσκούφηδων πηγαινοερχόταν στο Πολυτεχνείο, όπου βρισκόταν σε εξέλιξη συνέλευση. Τους θέλουν και τους αγαπούν όλοι – πιστεύουν πως τους συμφέρουν. Οι φοιτητές εξακολούθησαν τη συνέλευση που παρείχε ασπίδα προστασίας – σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ούτε θέλησαν να τους απομονώσουν, ούτε θέλησαν να τους εκθέσουν σε κίνδυνο. Οι πρυτανικές αρχές, φυσικά, δεν έκαναν τίποτα. Ούτε τώρα που βαίνει προς κατάργηση συνεδρίασε το περίφημο συμβούλιο ασύλου – γιατί; Για να αποδείξει ότι καλώς το έχουν προγραμμένο, ότι έχουν δίκιο όσοι λένε πως η πανεπιστημιακή κοινότητα είναι εντελώς ανίκανη να προστατεύσει οτιδήποτε. Οι πρυτανικές αρχές,
που πληγώθηκαν με τις νέες ρυθμίσεις για το άσυλο, δεν πήραν το βάρος της ευθύνης για μια άδεια επέμβασης μπροστά στην αναίσχυντη πολεμική δράση με ακαδημαϊκό κάλυμμα. Οι συνδικαλιστές πανεπιστημιακοί της ΠΟΣΔΕΠ σχεδιάζουν κινητοποιήσεις – γι’αυτούς πέρα βρέχει… Οι αστυνομικοί σιδηρόφρακτοι και καταγέλαστοι περίμεναν να τελειώσει μια ακόμη συνηθισμένη μέρα εργασίας, να βγάλουν τις στολές και τα κράνη και να εμφανιστούν στα κανάλια για κουβεντούλα, κατά το απίστευτο έθιμο της εκπροσώπησης της αστυνομίας από τη συνδικαλιστική της υπαλληλία. Το ΠΑΣΟΚ κάπου θα ήταν αλλά δεν το πρόσεξα, ίσως να ήταν πολύ απασχολημένο ετοιμάζοντας τα επόμενα συντροφικά μαχαιρώματα. Και η κυβέρνηση, ενθουσιασμένη, μέτραγε στα φόκους γκρουπ κι άλλους απαυδισμένους μεσαιοχωρίτες να δηλώνουν ότι θα την ψηφίσουν για να βάλει τάξη εκεί όπου η ίδια και ο λατίνος υπουργός της σήμερα μπορούν κάλλιστα αλλά δεν βάζουν τάξη – γιατί αυτό βολεύει πολιτικά και κάθε μολότοφ μεταφράζεται σε ψήφους.
Όλα βαίνουν καλώς και οι όμορφες σχολές όμορφα καίγονται.
Φυσικά οι ηθοποιοί του μαύρου θεάτρου της Πατησίων το έκαναν πάλι summer school – θερινό. Μπήκαν, βγήκαν, έπαιξαν πετροπόλεμο, έριξαν μερικές μολότοφ, έριξαν και μερικές σφαλιάρες σε μερικούς αστυνομικούς (που δεν πρέπει να είναι παραπονεμένοι γιατί κανείς δεν πληρώνεται καλύτερα για να μην κάνει τίποτα). Κι έφυγαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Τώρα, λοιπόν, που κατατέθηκε ο νόμος-πλαίσιο και πήραν όλοι θέσεις και συμπεράναμε ότι υπάρχουν μετρήσεις που δείχνουν τι λέει η κοινή γνώμη (λες και δεν το ξέραμε – αλλά ας ζήσουν και οι δημοσκόποι…)
… τώρα ξέρουμε τι συνέβη χτες. Οι μολότοφ έπεφταν σαν το χαλάζι και ο λόχος των μαυροσκούφηδων πηγαινοερχόταν στο Πολυτεχνείο, όπου βρισκόταν σε εξέλιξη συνέλευση. Τους θέλουν και τους αγαπούν όλοι – πιστεύουν πως τους συμφέρουν. Οι φοιτητές εξακολούθησαν τη συνέλευση που παρείχε ασπίδα προστασίας – σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ούτε θέλησαν να τους απομονώσουν, ούτε θέλησαν να τους εκθέσουν σε κίνδυνο. Οι πρυτανικές αρχές, φυσικά, δεν έκαναν τίποτα. Ούτε τώρα που βαίνει προς κατάργηση συνεδρίασε το περίφημο συμβούλιο ασύλου – γιατί; Για να αποδείξει ότι καλώς το έχουν προγραμμένο, ότι έχουν δίκιο όσοι λένε πως η πανεπιστημιακή κοινότητα είναι εντελώς ανίκανη να προστατεύσει οτιδήποτε. Οι πρυτανικές αρχές,
που πληγώθηκαν με τις νέες ρυθμίσεις για το άσυλο, δεν πήραν το βάρος της ευθύνης για μια άδεια επέμβασης μπροστά στην αναίσχυντη πολεμική δράση με ακαδημαϊκό κάλυμμα. Οι συνδικαλιστές πανεπιστημιακοί της ΠΟΣΔΕΠ σχεδιάζουν κινητοποιήσεις – γι’αυτούς πέρα βρέχει… Οι αστυνομικοί σιδηρόφρακτοι και καταγέλαστοι περίμεναν να τελειώσει μια ακόμη συνηθισμένη μέρα εργασίας, να βγάλουν τις στολές και τα κράνη και να εμφανιστούν στα κανάλια για κουβεντούλα, κατά το απίστευτο έθιμο της εκπροσώπησης της αστυνομίας από τη συνδικαλιστική της υπαλληλία. Το ΠΑΣΟΚ κάπου θα ήταν αλλά δεν το πρόσεξα, ίσως να ήταν πολύ απασχολημένο ετοιμάζοντας τα επόμενα συντροφικά μαχαιρώματα. Και η κυβέρνηση, ενθουσιασμένη, μέτραγε στα φόκους γκρουπ κι άλλους απαυδισμένους μεσαιοχωρίτες να δηλώνουν ότι θα την ψηφίσουν για να βάλει τάξη εκεί όπου η ίδια και ο λατίνος υπουργός της σήμερα μπορούν κάλλιστα αλλά δεν βάζουν τάξη – γιατί αυτό βολεύει πολιτικά και κάθε μολότοφ μεταφράζεται σε ψήφους.
Όλα βαίνουν καλώς και οι όμορφες σχολές όμορφα καίγονται.
Thursday, February 22, 2007
Συμφωνώ και καταψηφίζω...
Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου – και αρνούμαι να το πιστέψω, αν και νομίζω ότι θα χρειαστεί.
Στο ΠΑΣΟΚ συζητούσαν για το νομοσχέδιο της Μαριέττας. Συμφώνησαν ότι δεν πρόκειται για ουσιαστική μεταρρύθμιση – και για να συμφωνήσουν οι «στρατηγοί» της Χαριλάου Τρικούπη πρέπει να είναι από προφανές έως εξώφθαλμο. Κατόπιν αυτού αποφάσισαν να το καταψηφίσουν όλο – μαύρο σούμπιτο: όταν θέλεις πάρα πολύ να χάσεις, όπως λέει και ένας μπεστελλερίστας που κάνει το συγγραφέα, συνωμοτεί όλος ο κόσμος για να το πετύχεις. Σε αυτή την περίπτωση, έχουμε αλλάξει επίπεδο. Συνωμοτούν μόνοι εις βάρος του εαυτού τους. Σημειώνουν μεγάλη επιτυχία.
Μεταξύ των επιχειρημάτων, ότι δεν μπορεί το ΠΑΣΟΚ να υπερψηφίζει έστω κάποιες προτάσεις, την ώρα που ζητάει εκλογές. Πολύ σωστά. Μόνο που αυτό πρακτικά ισχύει για τα πάντα. Εάν δεν γίνει ο τρίτος βαλκανικός πόλεμος, η αξιωματική αντιπολίτευση θα λέει όχι στα πάντα, έστω κι αν μέσα της, ψιθυριστά, τα υποστηρίζει. Αυτό ισχύει για όλα. Αν για την Παιδεία, κατά μείζονα λόγο για όλα τα υπόλοιπα, όπου δεν υπάρχει και μια κεντρική σύγκλιση τουλάχιστον στις διαπιστώσεις.
Εν προκειμένω σημαίνει ότι θα πει στους φοιτητές, τους πανεπιστημιακούς και την κοινωνία ότι ένα χρόνο τώρα έχουν γίνει άνω κάτω τα ΑΕΙ, τα ΤΕΙ, οι οικογένειες και οι πόλεις, ότι ήρθε τελικώς μια πρόταση, είναι ανεπαρκής αλλά κι αυτά ακόμη τα θετικά της (ότι υπάρχουν ορισμένα δεν το αρνείται κανείς) το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να τα ψηφίσει. Γιατί; Γιατί θα πρέπει να πάρουν όλο το πακέτο, που θα τους προσφερθεί στην κάλπη.
Αυτό όμως ακυρώνει την έννοια της αντιπολίτευσης. Ποιος θα ενδιαφερθεί για το τι πρεσβεύει πράγματι το ΠΑΣΟΚ από τώρα έως τις εκλογές, όταν δηλώνει προκαταβολικά πως ακόμη κι αν προταθεί, πάλι θα το μαυρίσει, επειδή ζητάει πρόωρες κάλπες; Και ποιος θα εμποδίσει την κυβέρνηση να προτείνει ό,τι της κατέβει, βέβαιη πως οι πολίτες θα αδυνατούν να ξεχωρίσουν αν το ΠΑΣΟΚ το απορρίπτει επειδή είναι απορριπτέο ή επειδή τα πάντα είναι για το καλάθι, ή μάλλον για την κάλπη…
Στην ουσία, το δίλημμα το είχε η κυβέρνηση. Τι θα έκανε εάν η αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ, αλλά και σε ορισμένα ζητήματα –πολύ λιγότερα- και ο Συνασπισμός (και διαβάστε επ’αυτού τις προτάσεις της ΑΡΣΗς) πήγαιναν στη Βουλή και έλεγαν στην κα Γιαννάκου: «πολύ ωραία, συμφωνούμε στο ένα ή στο άλλο, και πάντως ασφαλώς στον 4ετή προγραμματισμό και την κατάργηση του ενός συγγράμματος. Τα ψηφίζουμε. Και προτείνουμε επίσης μια σειρά επιπλέον ρυθμίσεων που θα καθιστούσαν το νόμο-πλαίσιο πραγματική μεταρρύθμιση». Ή, έστω, αν υπέβαλλαν μια πλήρη εναλλακτική πρόταση, αναλαμβάνοντας και το κόστος για κάποιους που πάντα, σε κάθε αλλαγή, θα δυσαρεστηθούν, αλλά και την ευθύνη απέναντι στην ευρεία κοινωνία.
Θα ήταν μια δύσκολη στιγμή για την κυβέρνηση. Η οποία τώρα θα κάνει ένα κοινοβουλευτικό περίπατο και στο τέλος θα υποστηρίξει ότι αυτό είναι μεταρρυθμιστική πνοή, αυτό είναι αντιπολιτευτική δράση κι αυτό είναι που μας προσφέρεται ως επιλογή.
Στο ΠΑΣΟΚ συζητούσαν για το νομοσχέδιο της Μαριέττας. Συμφώνησαν ότι δεν πρόκειται για ουσιαστική μεταρρύθμιση – και για να συμφωνήσουν οι «στρατηγοί» της Χαριλάου Τρικούπη πρέπει να είναι από προφανές έως εξώφθαλμο. Κατόπιν αυτού αποφάσισαν να το καταψηφίσουν όλο – μαύρο σούμπιτο: όταν θέλεις πάρα πολύ να χάσεις, όπως λέει και ένας μπεστελλερίστας που κάνει το συγγραφέα, συνωμοτεί όλος ο κόσμος για να το πετύχεις. Σε αυτή την περίπτωση, έχουμε αλλάξει επίπεδο. Συνωμοτούν μόνοι εις βάρος του εαυτού τους. Σημειώνουν μεγάλη επιτυχία.
Μεταξύ των επιχειρημάτων, ότι δεν μπορεί το ΠΑΣΟΚ να υπερψηφίζει έστω κάποιες προτάσεις, την ώρα που ζητάει εκλογές. Πολύ σωστά. Μόνο που αυτό πρακτικά ισχύει για τα πάντα. Εάν δεν γίνει ο τρίτος βαλκανικός πόλεμος, η αξιωματική αντιπολίτευση θα λέει όχι στα πάντα, έστω κι αν μέσα της, ψιθυριστά, τα υποστηρίζει. Αυτό ισχύει για όλα. Αν για την Παιδεία, κατά μείζονα λόγο για όλα τα υπόλοιπα, όπου δεν υπάρχει και μια κεντρική σύγκλιση τουλάχιστον στις διαπιστώσεις.
Εν προκειμένω σημαίνει ότι θα πει στους φοιτητές, τους πανεπιστημιακούς και την κοινωνία ότι ένα χρόνο τώρα έχουν γίνει άνω κάτω τα ΑΕΙ, τα ΤΕΙ, οι οικογένειες και οι πόλεις, ότι ήρθε τελικώς μια πρόταση, είναι ανεπαρκής αλλά κι αυτά ακόμη τα θετικά της (ότι υπάρχουν ορισμένα δεν το αρνείται κανείς) το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να τα ψηφίσει. Γιατί; Γιατί θα πρέπει να πάρουν όλο το πακέτο, που θα τους προσφερθεί στην κάλπη.
Αυτό όμως ακυρώνει την έννοια της αντιπολίτευσης. Ποιος θα ενδιαφερθεί για το τι πρεσβεύει πράγματι το ΠΑΣΟΚ από τώρα έως τις εκλογές, όταν δηλώνει προκαταβολικά πως ακόμη κι αν προταθεί, πάλι θα το μαυρίσει, επειδή ζητάει πρόωρες κάλπες; Και ποιος θα εμποδίσει την κυβέρνηση να προτείνει ό,τι της κατέβει, βέβαιη πως οι πολίτες θα αδυνατούν να ξεχωρίσουν αν το ΠΑΣΟΚ το απορρίπτει επειδή είναι απορριπτέο ή επειδή τα πάντα είναι για το καλάθι, ή μάλλον για την κάλπη…
Στην ουσία, το δίλημμα το είχε η κυβέρνηση. Τι θα έκανε εάν η αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ, αλλά και σε ορισμένα ζητήματα –πολύ λιγότερα- και ο Συνασπισμός (και διαβάστε επ’αυτού τις προτάσεις της ΑΡΣΗς) πήγαιναν στη Βουλή και έλεγαν στην κα Γιαννάκου: «πολύ ωραία, συμφωνούμε στο ένα ή στο άλλο, και πάντως ασφαλώς στον 4ετή προγραμματισμό και την κατάργηση του ενός συγγράμματος. Τα ψηφίζουμε. Και προτείνουμε επίσης μια σειρά επιπλέον ρυθμίσεων που θα καθιστούσαν το νόμο-πλαίσιο πραγματική μεταρρύθμιση». Ή, έστω, αν υπέβαλλαν μια πλήρη εναλλακτική πρόταση, αναλαμβάνοντας και το κόστος για κάποιους που πάντα, σε κάθε αλλαγή, θα δυσαρεστηθούν, αλλά και την ευθύνη απέναντι στην ευρεία κοινωνία.
Θα ήταν μια δύσκολη στιγμή για την κυβέρνηση. Η οποία τώρα θα κάνει ένα κοινοβουλευτικό περίπατο και στο τέλος θα υποστηρίξει ότι αυτό είναι μεταρρυθμιστική πνοή, αυτό είναι αντιπολιτευτική δράση κι αυτό είναι που μας προσφέρεται ως επιλογή.
Wednesday, February 21, 2007
Αντιπρόταση τώρα!
Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου – και για το νομοσχέδιο Γιαννάκου, η εικόνα είναι περίπου αυτή που έχουμε περιγράψει ήδη από χθες. Πρόκειται για ρυθμίσεις και όχι για μεταρρυθμίσεις. Είναι ο θρίαμβος του αυτονόητου στα επιμέρους, ο θρίαμβος της αποφυγής του κόστους στα κρίσιμα. Είναι ένα βήμα στη σωστή κατεύθυνση, αν είναι κανείς αισιόδοξος. Αν πάλι είναι απαισιόδοξος, και νομίζω η κατάσταση των Πανεπιστημίων μας δικαιολογεί απαισιοδοξία, το νομοσχέδιο Γιαννάκου είναι μια γερή ανακαίνιση στις σουίτες του Τιτανικού. Αλλά η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση πηγαίνει πρόσω ολοταχώς προς το παγόβουνο της παγκοσμιοποίησης. Ο διεθνής ανταγωνισμός στην Παιδεία, με τη Μπολώνια, και στην παγκόσμια αγορά, με την αύξηση της κινητικότητας της εργασίας, είναι τρισκατάρατος, όπως όλα τα παγόβουνα – αλλά είναι εκεί. Όταν, σε πολύ λίγο καιρό, τα Πανεπιστήμιά μας και οι φοιτητές τους (και φοβούμαι και η οικονομία μας) συναντηθούν μαζί του, θα πηδάνε από τα φινιστρίνια στον παγωμένο ωκεανό του ανταγωνισμού και πολύ λίγη σημασία θα έχει η ταπετσαρία της καμπίνας και το πουπουλένιο στρώμα στην κουκέτα, όπου κοιμούνται σήμερα αμέριμνοι όταν δεν έχουν πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στις 12 το μεσημέρι.
Και εντάξει, αυτό έκανε η κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση, τώρα, εξαιρουμένου του ΚΚΕ που αρνείται τον παγκόσμιο καπιταλισμό και ως εκ τούτου έχει λύσει τα προβλήματά του…
… η υπόλοιπη αντιπολίτευση έχει δύο δρόμους. Ο ένας είναι να καταγγείλει το νομοσχέδιο, να το καταψηφίσει και να φύγει. Μπορώ να δω την επιχειρηματολογία, δεν μπορώ να δω το αποτέλεσμα. Η επιλογή έγινε και το νομοσχέδιο θα ψηφιστεί. Είναι βέβαιο πως για την κυβέρνηση θα είναι πολύ πιο απλό να το περάσει εν μέσω καταγγελιών, παρά εν μέσω αντιπροτάσεων. Είναι η απόλυτη ευκαιρία για την αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ και το Συνασπισμό δηλαδή, να δώσουν ένα ουσιαστικό στίγμα πολιτικής για την Παιδεία.
Δεν χρειάζεται καν να κάνουν πολλά. Μπορούν απλώς να διευκρινίσουν πώς εννοούν το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων – και να εισαγάγουν αντίστοιχη τροπολογία. Μπορούν να προσδιορίσουν το ύψος αλλά και τους όρους της αυξημένης χρηματοδότησης, κυρίως για την έρευνα – και να προτείνουν τροπολογία για σταθερούς πόρους με σταθερή κατεύθυνση. Δεν χρειάζεται καν να κάνουν πάρα πολλά: υπάρχουν ήδη κατατεθειμένες οι προτάσεις του ΟΠΕΚ, του ΕΛΙΑΜΕΠ και της ΑΡΣΗς. Αν θέλει η αντιπολίτευση, λοιπόν, να έχει ακροατήριο μια κοινωνία που δεν επιθυμεί απλώς αλλά απαιτεί μεταρρύθμιση και μεταρρύθμιση ΤΩΡΑ, γιατί έχει φτάσει στο μη περαιτέρω με το πλήρωνε και μη ερεύνα, τότε θα πρέπει η συζήτηση στη Βουλή να μην είναι ανάμεσα στο νομοσχέδιο της Μαριέττας και την άρνησή του, αλλά ανάμεσα στο νομοσχέδιο και μια εναλλακτική πρόταση.
Και εντάξει, αυτό έκανε η κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση, τώρα, εξαιρουμένου του ΚΚΕ που αρνείται τον παγκόσμιο καπιταλισμό και ως εκ τούτου έχει λύσει τα προβλήματά του…
… η υπόλοιπη αντιπολίτευση έχει δύο δρόμους. Ο ένας είναι να καταγγείλει το νομοσχέδιο, να το καταψηφίσει και να φύγει. Μπορώ να δω την επιχειρηματολογία, δεν μπορώ να δω το αποτέλεσμα. Η επιλογή έγινε και το νομοσχέδιο θα ψηφιστεί. Είναι βέβαιο πως για την κυβέρνηση θα είναι πολύ πιο απλό να το περάσει εν μέσω καταγγελιών, παρά εν μέσω αντιπροτάσεων. Είναι η απόλυτη ευκαιρία για την αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ και το Συνασπισμό δηλαδή, να δώσουν ένα ουσιαστικό στίγμα πολιτικής για την Παιδεία.
Δεν χρειάζεται καν να κάνουν πολλά. Μπορούν απλώς να διευκρινίσουν πώς εννοούν το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων – και να εισαγάγουν αντίστοιχη τροπολογία. Μπορούν να προσδιορίσουν το ύψος αλλά και τους όρους της αυξημένης χρηματοδότησης, κυρίως για την έρευνα – και να προτείνουν τροπολογία για σταθερούς πόρους με σταθερή κατεύθυνση. Δεν χρειάζεται καν να κάνουν πάρα πολλά: υπάρχουν ήδη κατατεθειμένες οι προτάσεις του ΟΠΕΚ, του ΕΛΙΑΜΕΠ και της ΑΡΣΗς. Αν θέλει η αντιπολίτευση, λοιπόν, να έχει ακροατήριο μια κοινωνία που δεν επιθυμεί απλώς αλλά απαιτεί μεταρρύθμιση και μεταρρύθμιση ΤΩΡΑ, γιατί έχει φτάσει στο μη περαιτέρω με το πλήρωνε και μη ερεύνα, τότε θα πρέπει η συζήτηση στη Βουλή να μην είναι ανάμεσα στο νομοσχέδιο της Μαριέττας και την άρνησή του, αλλά ανάμεσα στο νομοσχέδιο και μια εναλλακτική πρόταση.
Ποιά μεταρρύθμιση;
Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου – και μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται κάθε χρόνο, ούτε κατά τη βούληση του κάθε υπουργού, αν και όλους τους κυνηγά το φάντασμα του Παπανούτσου. Είναι κάπως σαν σεισμός. Για να γίνει μεταρρύθμιση χρειάζεται να έχει συσσωρευτεί εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή ένταση, να έχει διαμορφωθεί ένα ευρύ κλίμα αποδοχής στην κοινωνία. Συνέβαινε το 1982, τότε που ψηφίστηκε ο περίφημος νόμος-πλαίσιο. Συμβαίνει ξανά σήμερα – αν χαθεί δεν θα είναι μια χαμένη ευκαιρία, θα είναι μια χαμένη γενιά για τα Πανεπιστήμια.
Τα 25 χρόνια που μεσολάβησαν δείχνουν πόσο δύσκολο είναι να αλλάξει κάτι, έστω και δευτερεύον, έστω κι αν όλοι αναγνωρίζουν πως έχει στραβώσει ή έχει σαπίσει. Η Μαριέττα Γιαννάκου έχει μια μοναδική ευκαιρία. Κι όλα δείχνουν ότι με την εισήγησή της σήμερα στην κυβερνητική επιτροπή θα κάνει κάτι, θα είναι κάτι σωστό, και θα περνάει πολύ κάτω από τον πήχυ των προκλήσεων, θα είναι εντελώς δυσανάλογο με το μέγεθος της ευκαιρίας.
Εντάξει, σύμφωνοι. Αιώνιοι φοιτητές – τους ξεγράψαμε. Και ολίγη από άσυλο – αυτό που έχει ξεπεράσει κάθε όριο ανοχής. Και λιγότερη ψήφος φοιτητών, με ένα ομολογουμένως έξυπνο τρόπο να μην δώσουμε και λαβή να ξεσηκωθούν οι φοιτητοπαρατάξεις.
Αλλά υπάρχουν τρία βασικά ζητήματα, για τα οποία το νομοσχέδιο Γιαννάκου, δηλαδή το αδίκως κουτσουρεμένο σχέδιο Βερέμη, δεν έχει απάντηση:
* πρώτον: για ποιόν υπάρχουν τα Πανεπιστήμια. Θα πει κανείς πως για τα Πανεπιστήμια η διδασκαλία είναι μια συμπαρομαρτούσα διαδικασία και ότι τα ιδρύματα υπάρχουν για την έρευνα και την προαγωγή της επιστήμης; Ότι δεν είναι ανωτάτου επιπέδου μεταλυκειακά, όπου το καημένο επιστήμων τελειώνει, ώστε αφού το χώσουμε στο δημόσιο από τη χαραμάδα να πάρει 10% στο μισθό;
* δεύτερο ερώτημα: βλέπουμε τα Πανεπιστήμια ενταγμένα σε κάποιο μοντέλο ανάπτυξης και ποιο είναι αυτό; Τι τελοσπάντων θέλουμε να κάνει αυτή η χώρα μέσα στην περίφημη παγκοσμιοποίηση και πώς το προετοιμάζουμε μέσα από τα εκπαιδευτικά και ερευνητικά μας ιδρύματα;
Και τρίτον:
* θα τηρηθεί επιτέλους ο συνταγματικός κατά τα άλλα όρος του αυτοδιοίκητου των Πανεπιστημίων; Κι όταν λέμε αυτοδιοίκηση εννοούμε ελευθερία στη διαχείριση των χρημάτων. Αλλιώς Καλή Σαρακοστή.
Τα 25 χρόνια που μεσολάβησαν δείχνουν πόσο δύσκολο είναι να αλλάξει κάτι, έστω και δευτερεύον, έστω κι αν όλοι αναγνωρίζουν πως έχει στραβώσει ή έχει σαπίσει. Η Μαριέττα Γιαννάκου έχει μια μοναδική ευκαιρία. Κι όλα δείχνουν ότι με την εισήγησή της σήμερα στην κυβερνητική επιτροπή θα κάνει κάτι, θα είναι κάτι σωστό, και θα περνάει πολύ κάτω από τον πήχυ των προκλήσεων, θα είναι εντελώς δυσανάλογο με το μέγεθος της ευκαιρίας.
Εντάξει, σύμφωνοι. Αιώνιοι φοιτητές – τους ξεγράψαμε. Και ολίγη από άσυλο – αυτό που έχει ξεπεράσει κάθε όριο ανοχής. Και λιγότερη ψήφος φοιτητών, με ένα ομολογουμένως έξυπνο τρόπο να μην δώσουμε και λαβή να ξεσηκωθούν οι φοιτητοπαρατάξεις.
Αλλά υπάρχουν τρία βασικά ζητήματα, για τα οποία το νομοσχέδιο Γιαννάκου, δηλαδή το αδίκως κουτσουρεμένο σχέδιο Βερέμη, δεν έχει απάντηση:
* πρώτον: για ποιόν υπάρχουν τα Πανεπιστήμια. Θα πει κανείς πως για τα Πανεπιστήμια η διδασκαλία είναι μια συμπαρομαρτούσα διαδικασία και ότι τα ιδρύματα υπάρχουν για την έρευνα και την προαγωγή της επιστήμης; Ότι δεν είναι ανωτάτου επιπέδου μεταλυκειακά, όπου το καημένο επιστήμων τελειώνει, ώστε αφού το χώσουμε στο δημόσιο από τη χαραμάδα να πάρει 10% στο μισθό;
* δεύτερο ερώτημα: βλέπουμε τα Πανεπιστήμια ενταγμένα σε κάποιο μοντέλο ανάπτυξης και ποιο είναι αυτό; Τι τελοσπάντων θέλουμε να κάνει αυτή η χώρα μέσα στην περίφημη παγκοσμιοποίηση και πώς το προετοιμάζουμε μέσα από τα εκπαιδευτικά και ερευνητικά μας ιδρύματα;
Και τρίτον:
* θα τηρηθεί επιτέλους ο συνταγματικός κατά τα άλλα όρος του αυτοδιοίκητου των Πανεπιστημίων; Κι όταν λέμε αυτοδιοίκηση εννοούμε ελευθερία στη διαχείριση των χρημάτων. Αλλιώς Καλή Σαρακοστή.
Subscribe to:
Posts (Atom)