Tuesday, February 10, 2009

Συνασπισμός - τίνων και γιατί

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου – και για ένα κόμμα το στοίχημα της αλλαγής κλίμακας είναι ένα δίλημμα συγκατοίκησης.

Ένα μικρό κόμμα μπορεί να είναι κόμμα θέσεων και αρχών, μπορεί επίσης να είναι κόμμα διαμαρτυρίας. Μπορεί να είναι και τα δύο. Για ένα μεγάλο κόμμα, ο συνδυασμός είναι αδύνατος. Για να διευρύνει την απήχησή του και να αλλάξει κλίμακα πολιτικής εμβέλειας και εκλογής καταγραφής δεν αρκεί να ανταποκριθεί σε ένα αίτημα εποχής. Αυτή είναι αναγκαία συνθήκη, όχι όμως και επαρκής. Η μετάβαση στην πολιτική μεγα-κλίμακα ορίζεται όχι υποχρεωτικά από την άσκηση εξουσίας, αλλά οπωσδήποτε από την καθοριστική επιρροή στο ποιος θα την κατέχει και με ποιο τρόπο θα την νέμεται.

Σε αυτά τα μεγέθη, καθαρότητα δεν υπάρχει. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι πώς θα διασφαλιστεί μια λειτουργική πολιτική συγκατοίκηση διαφορετικών ρευμάτων, ανθρώπων, κοινωνικών ομάδων και ιδεολογικών τάσεων, κάποτε ούτε καν συγγενών μεταξύ τους. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα κόμματος διαμαρτυρίας που μεταβλήθηκε σε κόμμα εξουσίας, σε ευρωπαϊκή ή και παγκόσμια κλίμακα, είναι το ΠΑΣΟΚ, από το 74 έως το 81. Περιλάμβανε από τροτσκιστές, Ιταλούς και τριτοκοσμικούς μέχρι παραδοσιακούς κεντρώους και αντιδεξιούς σοσιαλφιλελεύθερους.

Η διατήρηση της συνοχής μιας τέτοιας δύσκολης στη διαχείριση πολυσυλλεκτικής βάσης είχε δύο συγκολλητικά στοιχεία. Στην αρχή, μια ηγετική παρουσία στην οποία είχαν ευθεία πολιτική αναφορά και τα πρόσωπα σε όλη τη στελεχιακή κλίμακα και η ίδια η βάση. Ήταν η λατρεία του Ανδρέα. Στη συνέχεια, ήρθε να προστεθεί η εξουσία και η προοπτική της πρόσβασης σε αυτήν και της διατήρησής της. Άλλοτε ήταν το ένα, άλλοτε το άλλο, στην κορύφωση της δύναμης του ΠΑΣΟΚ ήταν και τα δύο. Αλλά οπωσδήποτε κάποιο από τα δύο.

Ο Συνασπισμός σήμερα κλυδωνίζεται από το στοίχημα της μεγέθυνσης. Το μέγεθος το έφερε η συγκυρία – πιο εύκολα από ό,τι για το ΠΑΣΟΚ στα μέσα της δεκαετίας του 70. Στο κόμμα, οι διαφορετικές απόψεις έχουν μάθει να ζουν μαζί. Άλλωστε, η κουλτούρα της πολιτικής ανοχής και της σύμπλευσης ανθρώπων που διαφωνούν σε πολλά υπήρξε κατεξοχήν συμβολή της ανανεωτικής Αριστεράς στον, ας τον πούμε έτσι, «εξευρωπαϊσμό» της Ελλάδας. Η αλλαγή τάξης μεγέθους, όμως, για ένα πολιτικό σχηματισμό απαιτεί συγκολλητική ουσία για πολύ ευρύτερα στρώματα από μια μικρή αστική ελίτ με ανησυχίες, ανοιχτούς ορίζοντες, αλλά χωρίς σύνδεση και πρόσβαση στη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων.

Πέρα από την ηγεσία και την εξουσία άλλοι παράγοντες συνοχής δεν έχουν εφευρεθεί. Είναι θεμιτό να δοκιμάσει κανείς να εφεύρει, αλλά το ρίσκο είναι δικό του. Είναι επίσης αξιοπρεπές και ευγενικό να αδιαφορήσει για ένα είδος συμβιβασμών που δεν ενδιαφέρεται να κάνει στην πολιτική του διαδρομή – αλλά το τίμημα είναι η απήχηση. Αυτό είναι το είδος των ταλαιπωριών που σήμερα υφίσταται ένα μικρό κόμμα, όπως ο Συνασπισμός, το οποίο η συγκυρία έφερε και θα φέρνει τους επόμενους μήνες μπροστά στα πιο σκληρά διλήμματα.

Monday, February 9, 2009

Παιδεία πεδίο συναίνεσης: πρακτικά μέτρα

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου – και θα έχετε ίσως κι εσείς βαρεθεί να ακούτε ότι τα κόμματα επιθυμούν, επιδιώκουν, τρελλαίνονται για συναίνεση. Αλλά δυστυχώς δεν μπορούν να την καταφέρουν, διότι φταίνε οι πολίτες που δεν την επιβραβεύουν, φταίνε οι ψηφοφόροι που τους απειλούν με το πολιτικό κόστος.

Για την ώρα, το μόνο στο οποίο προτάθηκε πράγματι συναίνεση είναι η άρνησή της. Ο κ. Παυλόπουλος ζήτησε να συμφωνήσουν τα δύο μεγάλα κόμματα (γιατί συναίνεση εν προκειμένω σημαίνει να συμφωνήσουν οι μεγάλοι, ενώ οι μικροί μπορούν να ακολουθήσουν τη γνωστή συμβουλή του Θωμά Μητρόπουλου). Γιατί να συμφωνήσουν; Για να εφαρμοστεί ο νόμος Παυλόπουλου, ώστε να υπάρχει αυτοδυναμία. Δηλαδή να μην υπάρχουν κυβερνήσεις συνεργασίας. Δηλαδή να μην δούμε ποτέ την κεντρική θεσμική έκφραση της συναίνεσης. Συμφωνήστε να μην συμφωνήσουμε ποτέ και με κανέναν, η διαφωνία θρέφει την εναλλαγή στην εξουσία.

Εντάξει, αυτές είναι οι προθέσεις. Αλλά πάει πολύ να φορτώνονται στην κοινωνία, ότι δήθεν αυτή δεν θέλει και δήθεν αυτή αντιδρά. Η δημοσκόπηση της MRB που δημοσιεύει σήμερα ο Ελεύθερος Τύπος δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο αμφιβολίας. Ποια είναι η βάση της συναίνεσης; Η κοινή διαπίστωση του προβλήματος. Εννιά στους δέκα, δηλαδή όλοι, δεν έχουν πια ούτε την ελάχιστη επιφύλαξη. Στην Παιδεία πιάσαμε πάτο. Χρειάζονται αλλαγές και χρειάζονται τώρα. Στο Πανεπιστήμιο, στο Λύκειο, στο Γυμνάσιο, στο Δημοτικό, στις εξετάσεις. Παντού. Το έχουν καταλάβει οι πάντες.

Αυτή είναι η βάση της συναίνεσης. Η κορυφή πού είναι; Οι πολίτες θέλουν αλλαγή. Η καλή τους πίστη φαίνεται στις διαθέσεις τους έναντι εκείνων που ανέλαβαν το διάλογο. Αλλά η ευθύνη της ηγεσίας, πολιτικής και ακαδημαϊκής, είναι προφανώς διαφορετική. Δεν είναι άλλος ένας διάλογος, μακροσκελής έως ατέρμονος, που θα καταλήξει σε άλλο ένα σχέδιο, που σε λίγο θα γίνει κι αυτό tabula rasa. Το βάρος τώρα είναι πολιτικό. Και υπάρχουν πειστήρια αξιοπιστίας. Ας ξεκινήσουν από το ευκολότερο. Ένας διάλογος δεν είναι ανάγκη να είναι συνολικός. Μπορεί εύκολα να χωριστεί σε τομείς και θεματικές. Και σε επιμέρους ζητήματα. Ας δηλώσουν, λοιπόν, στην έναρξη τουλάχιστον οι διεκδικητές της εξουσίας πού συμφωνούν. Και ας το κάνουν αμέσως πράξη – αν όχι πράξη νομοθετική, τουλάχιστον δέσμευση ότι αυτά θα περιληφθούν στις τελικές αποφάσεις. Να ξέρουμε, δηλαδή, τι ΔΕΝ θα χρειαστεί να συζητήσουμε ξανά και ξανά.

Η πρόγνωση είναι αρνητική. Το τελευταίο δείγμα γραφής της κυβέρνησης είναι η κατεδάφιση της πολιτικής της Μαριέττας από τον Ευριπίδη και η ισοπέδωση της πολιτικής Ευριπίδη από τον Άρη. Το τελευταίο δείγμα γραφής του ΠΑΣΟΚ είναι το πανηγύρι του άρθρου 16, ένα πολιτικό all time classic για τα εγχειρίδια του μέλλοντος. Αλλά η κοινωνία, επιτέλους, πιέζει. Αυτή τη φορά θα είναι, επίσης, καλό να πιστώσει την πρακτική συμβολή και να χρεώσει το «κουβέντα να γίνεται»…

Friday, February 6, 2009

Ένα σχέδιο, μα ποιό σχέδιο

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου – και χθες ακούσαμε δύο ενδιαφέροντα πράγματα. Πρώτον, ότι η χώρα έχει άμεση ανάγκη από ένα σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης και, δεύτερον, ότι ουδείς είναι διατεθειμένος να το περιγράψει στους πολίτες με την ειλικρίνεια που απαιτείται και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται.

Ο κ. Καραμανλής διάλεξε τη βαριά ώρα των οκτώ. Ένα μίνι-διάγγελμα για μια μάξι-κρίση. «Χτυπά την πόρτα μας», είπε. Χρειαζόμαστε ένα εθνικό σχέδιο, μας προειδοποίησε. Και το σχέδιο αυτό υπάρχει, μας διαβεβαίωσε. Ποιο είναι; Έλα μου ντε… Αφελείς όντες, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι το σχέδιο με το οποίο μας διαβεβαίωνε ο κ. Καραμανλής και ο κ. Αλογοσκούφης ότι έχουν θωρακίσει την οικονομία μας από την κρίση. Αλλά ποιο είναι; Η τελευταία ανακοίνωση του ΣΕΒ περιλαμβάνει μια πλήρη, αναλυτική και συνεκτική δέσμη μέτρων, άμεσης εφαρμογής, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων, μια πλήρη πλατφόρμα οικονομικής πολιτικής. Μπορείς να συμφωνείς, μπορείς να διαφωνείς. Αλλά ξέρεις επί ποίου γίνεται η συζήτηση. Η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει με τέτοιο τρόπο τέτοιο σχέδιο στους πολίτες; Ποια ήταν η στάση του κ. Καραμανλή το αμέσως προηγούμενο διάστημα, που γνώριζε ότι η κρίση φτάνει; Το μόνο πλάνο που είδαμε να εφαρμόζεται από την πλευρά της κυβέρνησης τις προηγούμενες ημέρες είναι το «Σχέδιο Δώμου κι Εμένα Μπάρμπα». Η πολιτική παροχών προς τις ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες είναι αναλογική. Κλιμακώνεται κατ’ευθεία αντιστοιχία με το φάρδος του δρόμου που μπορεί καθεμιά τους να κλείσει. Κλείνεις εθνική οδό; Πάρε πεντακόσια εκατομμύρια; Κλείνεις χωματόδρομο; Πάρε δρόμο – κι αυτό στην καλυτέρα των εκδοχών. Άλλοι ψεκάζονται με ευρω-πενηντάρικα, άλλοι ψεκάζονται με ισραηλο-δακρυγόνα.

Χρειάζεται συναίνεση, είπε ο κ. Καραμανλής. Και εννοούσε συναίνεση των άλλων σε ό,τι αποφασίζει ο ίδιος. Ποιον κάλεσε; Κανέναν. Με ποιόν συζήτησε το σχέδιό του; Με κανέναν. Έχουμε σχέδιο και θέλουμε συναίνεση. Μόνο που η συναίνεση έχει νόημα πριν καταρτιστεί το σχέδιο. Μετά είναι παιχνίδι πολιτικών εντυπώσεων.

Δεν χρειάζεται συναίνεση, απάντησε εκ των προτέρων ο κ. Παπανδρέου. Χρειάζονται εκλογές. Μάλιστα. Αισθάνεται αρκετά έτοιμος για να κυβερνήσει. Γι’αυτό έδωσε και την έκτακτη συνέντευξη, για να πει ότι στον παροξυσμό της κρίσης, υπάρχει λύση. Ποιο θα είναι το οικονομικό του επιτελείο; Θα το μάθουμε, μας είπε, όταν έρθει η ώρα. Απλώς υποψιάζομαι ότι, αφού ζητάει τόσο επίμονα εκλογές, αφού διαπιστώνει (και δικαίως) ότι η κατάσταση «δεν πάει άλλο», η ώρα έχει έρθει. Εκείνος προσδιορίζει την ώρα. Εκτός αν εννοεί ότι μας επιφυλάσσονται εκπλήξεις μετά τις εκλογές, οπότε ο ψηφοφόρος θα πρέπει να ξέρει ότι καλείται σε «ραντεβού στα τυφλά».

Ο κ. Παπανδρέου περιέγραψε επίσης ότι δεν μπορεί να πληρώσουν οι φτωχότεροι, δεν μπορεί να πληρώσουν οι μεσαίοι. Επομένως, ποιοι θα πληρώσουν; Υπονοεί οι πλουσιότεροι. Αλλά αυτό δεν φτάνει. Όταν μια αξιωματική αντιπολίτευση δηλώνει πως μπορεί να βγάλει τη χώρα από μια τέτοια κρίση και ότι ξέρει σε ποιους θα επιμερίσει το κόστος της, έχει υποχρέωση με ρητό και ξεκάθαρο τρόπο να τους προσδιορίσει: και ποιοι και πώς και πόσο. Και αυτό, για μια ακόμη φορά, δεν συνέβη.

Εκτός κι αν εννοεί και αυτή, όπως ο κ. Παπαθανασίου, ότι θα εφαρμόσει το ριζοσπαστικό και πρωτότυπο μέτρο της αύξησης της φορολογίας στα ποτά και τα τσιγάρα, οπότε η κορυφαία πράξη αντίστασης και ανατροπής του συστήματος είναι στο χέρι της κοινωνίας των πολιτών: κόψτε το κάπνισμα, πιείτε σόδες. Και καλή χώνεψη…

Thursday, February 5, 2009

Χωρίς ασφάλεια

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου – και τα ξημερώματα κάποιοι έβαλαν γκαζάκια στο γραφείο του υπουργού που είναι αρμόδιος για τη Δημόσια Τάξη. Λίγες ώρες νωρίτερα κάποιοι άλλοι απειλούσαν ότι θα σκοτώνουν οποιονδήποτε αστυνομικό συναντήσουν, όπου κι αν τον συναντήσουν, ό,τι βαθμό κι αν φέρει. Είναι όλοι ένοχοι, αδιακρίτως. Έχουμε πόλεμο, δηλαδή. Όλοι θεμιτοί στόχοι…

Όσο περνάνε οι μέρες, τόσο περισσότερο ο φόνος του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου αναδεικνύεται σε ορόσημο. Όχι αιτία, ούτε αφορμή. Αλλά αφετηρία μιας νέας κατάστασης στη σχέση της αστυνομίας με την κοινωνία, και αφετηρία, επίσης, για την ανάδυση του νέου τρομοκρατικού φαινομένου που εκκολαπτόταν μετά τη σύλληψη της 17 Νοέμβρη και αναζητούσε μια επίφαση υποτιθέμενης ηθικής νομιμοποίησης.

Η αστυνομία, λοιπόν, έχει ένα πρόσθετο έργο. Να φυλάξει τον εαυτό της. Πρέπει να αφιερώσει πόρους και δυνάμεις κατ’αρχάς για να αποτρέψει τις επιθέσεις που είναι προδιαγεγραμμένο και διακηρυγμένο ότι θα δεχθεί, όπως και ήδη δέχτηκε και δέχεται. Όπως είναι απολύτως σαφές σε όλους, η ελληνική αστυνομία δεν είναι προετοιμασμένη όχι για να αναλάβει μια πρόσθετη, δύσκολη αποστολή, αλλά ούτε για να φέρει σε πέρας το μικρότερων απαιτήσεων έργο που είχε προηγουμένως. Αλλά πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο. Όσο πολλαπλασιάζονται οι επιθέσεις, τόσο μεγαλώνει ο φόβος, τόσο πολλαπλασιάζονται και τα αιτήματα για προστασία, για φύλαξη κάθε είδους πιθανών και απίθανων στόχων. Η αστυνομία πιέζεται για διάθεση ανδρών της την ώρα που κι αυτοί που διαθέτει είναι λίγοι και του επιπέδου που γνωρίσαμε χτες το μεσημέρι, με τον διαταραγμένο στον οποίο είχε δώσει πιστόλι και του είχε αναθέσει τη φύλαξη του Αμερικανού πρεσβευτή – ο σωστός άνθρωπος στη σωστή θέση… Μέχρι το βράδυ δεν μπορούσε ούτε καν να δώσει μια συνεκτική εικόνα για το τι συνέβη.

Και όσο οι ανεπαρκείς πόροι διασκορπίζονται τόσο θα διαχέεται το αίσθημα ανασφάλειας τους πολίτες και η εντύπωση του ακαταδίωκτου στους κακοποιούς. Με αποτέλεσμα να αυξάνει η εγκληματικότητα, να μένει εντελώς ατιμώρητη η ελαφρά παραβατικότητα, που όμως εθίζει στην ιδέα του ακαταδίωκτου και καλλιεργεί τη βαρύτερη εκδοχή της. Η ανασφάλεια στους πολίτες θα πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες αντιδράσεις, με περιστατικά αυτοδικίας, ενώ ταυτόχρονα έχει κι ένα βαθιά ταξικό χαρακτήρα, καθώς θα δούμε σύντομα να δημιουργούνται ιδιωτικοί στρατοί, από όσους θα μπορούν να πληρώσουν για να απαλύνουν το φόβο τους για μια πιθανή, ας πούμε, απαγωγή. Περισσότεροι σεκιουριτάδες, περισσότερα περιστατικά σαν το χθεσινό.

Βρισκόμαστε, δηλαδή, στα πρόθυρα της κατάρρευσης της πιο στοιχειώδους λειτουργίας του κράτους, που είναι η παροχή ασφάλειας στους πολίτες-μέλη του. Είναι το αντάλλαγμα για την εκχώρηση μέρους της ελευθερίας τους, είναι μια θεμελιώδης, συστατική σχέση της κοινωνίας αυτή που απειλείται. Ευτυχώς έσβησε, όμως, η φωτιά στο γραφείο του κ. Μαρκογιαννάκη…

Wednesday, February 4, 2009

Ψεκάστε, ψηφίστε, τελειώσατε

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου – και «πότε θα γίνουν εκλογές;». Τα δακρυγόνα που έπεσαν χτες στο λιμάνι του Πειραιά έδωσαν με πολύ περίεργο τρόπο την απάντηση: μην αναρωτιέστε, κανείς δεν ξέρει. Το σκηνικό είναι τόσο ρευστό ώστε να επιχειρεί κανείς να δώσει απάντηση είναι χωρίς νόημα. Για την ώρα, οι εκλογές δείχνουν να απομακρύνονται με τον πιο απογοητευτικό για την κυβέρνηση τρόπο: τα πράγματα πηγαίνουν τόσο άσχημα, η επιχείρηση ανάταξής της έχει κολλήσει πριν περάσει ούτε ένας μήνας από τον ανασχηματισμό, έτσι ώστε η προσφυγή στις κάλπες να ισοδυναμεί με αυτοχειριασμό. Πρόκειται για μια παράδοξη κυβέρνηση – όσο χειρότερα πηγαίνει, τόσο πιο πιθανό είναι να μακροημερεύσει στην εξουσία, όσο χαμηλότερες είναι οι επιδόσεις της τόσο ανεβαίνουν οι πιθανότητες να εξαντλήσει τη θητεία της, όσο τουλάχιστον εξαρτάται από την ίδια.

Για τον κ. Καραμανλή, πάλι, αυτή η αισιόδοξη οπτική δεν υπάρχει. Λένε οι πολιτικοί αναλυτές ότι υπάρχει ένα σημείο στις κυβερνήσεις που είναι το σημείο χωρίς επιστροφή. Όχι γιατί οι ίδιες δεν μπορούν πια να πάρουν μέτρα, να κάνουν κινήσεις ή να διαχειριστούν την εξουσία (που σε δεύτερη φάση και αυτό συμβαίνει). Αλλά επειδή από κάποια στιγμή και μετά, ό,τι και να κάνουν συναντούν ένα τοίχο αδιαφορίας από τους πολίτες. Όλες οι πράξεις και οι αποφάσεις τους κρίνονται με διάθεση αποδοκιμασίας και καταδίκης, αν όχι ειρωνείας και σαρκασμού. Για όσους θυμούνται, η «χάρτα της σύγκλισης» το Σεπτέμβρη του 2003 ήταν ένα εκτεταμένο πρόγραμμα 150 σελίδων, ίσως το πιο συνεκτικό, οργανωμένο και μακροπρόθεσμο πρόγραμμα κοινωνικής αναδιανομής υπέρ των ασθενέστερων. Λίγοι το ξέρουν γιατί ελάχιστοι την διάβασαν. Για την κυβέρνηση Σημίτη εκείνη την εποχή το θέμα πια (στην συνείδηση των πολιτών) δεν ήταν τι κάνει ή τι θα ήθελε να κάνει. Το θέμα ήταν πότε θα φύγει. Συνέβη μετά από λίγους μήνες.

Ο κ. Καραμανλής άγγιξε το σημείο χωρίς επιστροφής με τη συνέντευξή του στη Θεσσαλονίκη. Για ειδικούς, συγκυριακούς λόγους, που συνδέονται με το βάθος της φθοράς που είχε υποστεί το ΠΑΣΟΚ στην μακρότατη περίοδο της διακυβέρνησής του, είχε μια τρίτη ευκαιρία (μετά τις εκλογές του 2004 και του 2007). Τρίτη ευκαιρία πολύ σπάνια δίνεται στην πολιτική, σχεδόν ποτέ στην ίδια θητεία. Με τον ανασχηματισμό και τις κινήσεις που ακολούθησαν έδειξε να προσπαθεί να την αξιοποιήσει. Αλλά ο δρόμος της επιστροφής από την πολιτική κόλαση είναι ανηφορικός και γλιστερός. Αρκεί μια μέρα, μια ανύποπτη μέρα, για να χαθούν όλα. Και αυτό συνέβη στον Πειραιά. Οι αγροτικές κινητοποιήσεις είχαν εκτονωθεί. Έμεναν κάτι περίεργοι Κρητικοί – καμμία σχέση ως μέγεθος προβλήματος με το ζήτημα της Θεσσαλίας, που είχε λυθεί χωρίς ιδιαίτερο κόστος, αν όχι με κέρδη για την κυβέρνηση μετά από πολλή προσπάθεια. Και με μια κίνηση, με μια απόφαση, με ένα ψέκασμα δακρυγόνων, η δύναμη της εικόνας (ανεξάρτητα από το εάν είναι εύλογο να πηγαίνει ο αρχηγός της αντιπολίτευσης στο λιμάνι χωρίς να ειδοποιηθεί η αστυνομία) δρα καταλυτικά. Από πολιτική άποψη μέσα σε ένα δεκάλεπτο εξαφανίστηκε το πολιτικό προϊόν που είχε παραγάγει ο κ. Καραμανλής από τον ανασχηματισμό έως σήμερα. Βρίσκεται ξανά στην 7η Ιανουαρίου. Και, ως γνωστόν, δεν είναι κάθε μέρα του Αη Γιαννιού…

Tuesday, February 3, 2009

Έξαρση βίας, έκλειψη αστυνομίας

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου – και τα ξημερώματα για άλλη μία φορά άγνωστοι γάζωσαν ένα αστυνομικό τμήμα και φεύγοντας του πέταξαν και μία χειροβομβίδα. Για την επανεμφάνιση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα έχουμε μιλήσει και ξαναμιλήσει. Το νέο κρούσμα αποδεικνύει ότι δεν είναι κάτι αμελητέο ή προσωρινό – είναι μια καινούργια κατάσταση, άλλο ένα πρόβλημα στα πολλά μιας προβληματικής χώρας.

Σε αυτή τη συγκυρία, όμως, η τρομοκρατική υποτροπή έχει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον. Γιατί έρχεται σε μια συγκυρία που σηματοδοτείται από δύο παράλληλα φαινόμενα, τα οποία, χωρίς να σχετίζοναι μαζί της, αλλάζουν τα δεδομένα. Το πρώτο είναι η γενίκευση της βίας. Η βία αποτελεί πια συνηθισμένο ατομικό και ομαδικό ανακλαστικό. Και είναι μια βία που αναβαθμίζεται σε ολοένα πιο επικίνδυνες μορφές. Το φίλαθλο πνεύμα αφήνει κάθε Σαββατοκύριακο πίσω του τραυματίες και καταστροφές. Ουδείς συγκινείται. Το θέμα είναι η βαθμολογία και το πρωτάθλημα. Αυτή την κούπα ποιος θα την πάρει; Εκεί επανέρχεται το ενδιαφέρον, μετά το ρόπαλο και το στυλιάρι. Η εγκληματικότητα παίρνει κάθε μέρα και πιο βίαιες μορφές – από την ακραία, αλλά υπαρκτή πια, απειλή των απαγωγών μέχρι την εισβολή κακοποιών σε κατοικίες χωρίς να τους αποτρέπει η παρουσία των ενοίκων.

Η έξαρση της βίας συμπίπτει επίσης με την κατάρρευση της κοινωνικής νομιμοποίησης της αστυνομίας. Το σώμα που είναι ο μηχανισμός προστασίας των πολιτών απέναντι σε αυτά ακριβώς τα φαινόμενα αντιμετωπίζεται από τους πολίτες ως δεδομένος εχθρός. Η εμφάνιση των αστυνομικών, ιδιαίτερα των ΜΑΤ, εκλαμβάνεται ως πρόκληση. Όπου μια ομάδα πολιτών δει αστυνομικούς τους επιτίθεται με πέτρες, όπως έγινε στο πάρκο της Κύπρου, ή με πατάτες, όπως έγινε στον Πειραιά. Κι εκείνοι, χωρίς πολλά-πολλά, ψεκάζουν όποιον βρουν με τα νέα, άφθονα και αποτελεσματικά, δακρυγόνα που έχει στο στοκ της.

Όμως, οι πολίτες, ακόμη κι αν έχουν άδικο, όπως συμβαίνει όχι σπάνια, δικαιούνται να έχουν άδικο. Η αστυνομία όχι. Είναι εντεταλμένη και εκπαιδευμένη για την εκτέλεση ενός συγκεκριμένου έργου. Η πολιτική της ηγεσία, και (γιατί όχι) και η φυσική της, θα πρέπει να αναζητήσουν πολύ γρήγορα τρόπους αποκατάστασης της εμπιστοσύνης που έχει πλήρως διαρραγεί, με ορόσημο το φόνο του 15χρονου στα Εξάρχεια.

Βεβαίως, το έλλειμμα κοινωνικής νομιμοποίησης της αστυνομίας είναι μία μόνο πτυχή, αλλά η πιο σοβαρή και πιο παροξυμμένη, της γενικής κατάρρευσης της κοινωνικής νομιμοποίησης του κράτους συνολικά. Η μέθοδος που έχει επιλέξει το πολιτικό σύστημα για την ανάσχεσή της είναι οι εκλογές και, για τις συνιστώσες του δικομματισμού, η πιθανή εναλλαγή στην εξουσία. Πράγματι, μέχρι τώρα στη μεταπολίτευση αυτός είναι ο μηχανισμός και έχει δουλέψει αποτελεσματικά. Η σημερινή εσωτερική κρίση, όμως, σε συνδυασμό με την παγκόσμια οικονομική περιδίνηση, δείχνει μια βλάβη μεγαλύτερη από αυτή που μπορούν να επισκευάσουν τα συνηθισμένα εργαλεία. Προσδεθείτε – όσοι μπορείτε…

Monday, February 2, 2009

Εκλογικά παίγνια

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου – και το πρώτο εκλογικό δίλημμα είναι ο νόμος με τον οποίο θα διεξαχθούν σύντομα, κανείς πια δεν αμφιβάλλει ότι θα είναι σύντομα, οι εκλογές.
Η πρώτη εκδοχή, νόμος Σκανδαλίδη. Πλεονέκτημα η θεσμική ομαλότητα. Ήταν κατάκτηση για το πολιτικό σύστημα ότι με τη ρύθμιση για εφαρμογή των εκλογικών νόμων στη μεθεπόμενη εκλογή καταργήθηκε το παλιό συνήθειο, κυρίως της δεκαετίας του 80, να αλλάζει ο εκλογικός νόμος κατά βούληση και ανάλογα με το τι βόλευε το κυβερνών κόμμα. Η αλλαγή αυτής της πρακτικής, έστω και με διακομματική συναίνεση, έστω και με την αυξημένη πλειοψηφία που απαιτεί το Σύνταγμα, θα συνιστούσε υπαναχώρηση από μια δέσμευση ακεραιότητας των πολιτικών κομμάτων.

Μειονέκτημα του νόμου Σκανδαλίδη η δημιουργία συνθηκών έλλειψης αυτοδυναμίας. Εδώ, όμως, υπάρχει ένα σημείο που δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει. Ότι, δηλαδή, η έλλειψη αυτοδυναμίας συναρτάται και εξαρτάται από τη λαϊκή βούληση. Απλώς η εικαζόμενη σήμερα ψήφος δεν δίνει 151 έδρες σε κανένα κόμμα. Αυτό αύριο μπορεί να αλλάξει. Ο νόμος δυσχεραίνει την εξασφάλιση κυβερνητικής πλειοψηφίας αλλά δεν την αποκλείει. Και, επίσης, όσο τη δυσχεραίνει ο νόμος, άλλο τόσο τη δυσκολεύει η ανεπάρκεια, η υστέρηση εκείνων που διεκδικούν την αυτοδυναμία και η αδυναμία τους να συγκροτήσουν ισχυρό πολιτικό ρεύμα στη χώρα.

Δεύτερη εκδοχή: ο νόμος Παυλόπουλου. Το ισχυρότερο, αν όχι το μόνο, επιχείρημα για άμεση εφαρμογή του είναι ότι οδηγεί σε «ακυβερνησία». Όμως, έλλειψη αυτοδυναμίας δεν σημαίνει αυτονοήτως και αυτομάτως «ακυβερνησία», όπως σταθερά περιγράφεται σε όλες τις αναλύσεις. Μπορεί σήμερα να φαίνεται δύσκολη η συνεργασία άλλων κομμάτων (πλην ίσως του ΠΑΣΟΚ με το Συνασπισμό), μπορεί ο «μεγάλος συνασπισμός» να δημιουργεί μεσοπρόθεσμα συνθήκες έντασης του αδιεξόδου, αλλά σε τελική ανάλυση οι πολιτικές εξελίξεις δεν είναι πάντα γραμμικές. Αν οι πολιτικοί σχηματισμοί σήμερα δεν μπορούν να δώσουν κυβέρνηση συνεργασίας, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εμποδιστούν οι πολίτες από το να δώσουν (αν το θέλουν) εντολή για συνεργασίες. Γιατί πρέπει υποχρεωτικά να αλλάξει ο εκλογικός νόμος – και όχι ενδεχομένως η φύση, ή και η μορφή, των πολιτικών σχηματισμών που δεν μπορούν να προσαρμοστούν στη λαϊκή επιθυμία;

Και, σε κάθε περίπτωση, υπάρχει και ένα ακόμη μείζον πρόβλημα με την πρόταση για αλλαγή του εκλογικού νόμου, την ώρα που είναι ορατές οι πρόωρες κάλπες. Μια δικομματική συναίνεση για προσαρμογή του στην επιδίωξη της αυτοδυναμίας θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να μην ερμηνευθεί από τους πολίτες ως συμπαιγνία για τη νόθευση της βούλησής τους, ως ένα ακόμη παιχνίδι εξουσίας, ως τέχνασμα για επιβίωση του δικομματισμού και των συνιστωσών του, δηλαδή της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ. Σε συνθήκες απόλυτης κρίσης εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι των κομμάτων εξουσίας, σε συνθήκες κρίσης της χώρας, κρίσης αντιπροσώπευσης και κρίσης αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, το τελευταίο που του λείπει είναι να εμφανιστεί αλληλοσπαρασσόμενο στα μπαλκόνια και αγκαλιασμένο στα παρασκήνια για να αποτρέψει τον κοινό κίνδυνο που συνιστά η λαϊκή ψήφος. Μια τέτοια σκληρά συστημική παρέμβαση θα εκληφθεί ασφαλώς ως αδίστακτο ανακλαστικό επιβίωσης ενός πλέγματος εξουσίας, που περιλαμβάνει, αλλά υπερβαίνει, τα δύο μεγάλα κόμματα.

Πάντως, είναι ωραία σύμπτωση ότι η πορεία προς τις κάλπες ξεκινά ουσιαστικά σήμερα, της Υπαπαντής, που το μόττο της ημέρας είναι το «νυν απολύοις τον δούλον Σου, Δέσποτα»…