Τετάρτη 9 Απριλίου – και, όπως συνήθως συμβαίνει, τις δύο πρώτες μέρες τα θέματα που ανακύπτουν είναι σοβαρά. Μετά αρχίζει το πανηγύρι και η κωμωδία. Το ωραίο είναι πως το σοβαρό και το γελοίο συμβιώνουν: τα κωμικά στοιχεία δεν είναι λιγότερο αληθινά. Απλώς είναι ο τρόπος μας να ζούμε το μύθο μας στην Ελλάδα.
Συνέβη και με το ντόπινγκ. Τις πρώτες ώρες ήταν το δράμα. Η συντριβή των γιγάντων. Η πτώση των εθνικών συμβόλων. Οι τύψεις μπροστά στην υπερηφάνεια του εθνικού ύμνου και των χρυσών μεταλλίων. Η συζήτηση για το εάν, εδώ στη γενέτειρα (έτσι δεν λέμε;) του Ολυμπιακού Πνεύματος, που έχει κι ένα λόγο κι ένα συμφέρον παραπάνω να το προστατεύσει, θέλουμε αθλητισμό του κότινου ή αθλητισμό των σπόνσορων και της DDR.
Τέλος αυτά τώρα. Ήρθε η ώρα του γέλιου. Περιμέναμε, ίσως, ότι η μυθική πολιτεία της άρσης βαρών είχε χτιστεί πάνω σε σκοτεινές αποφάσεις και διεθνή κυκλώματα. Αλλά όχι ότι τα, όντως, τρομερά σκευάσματα τα εισήγε ο Παναγιώτης από τη Λάρισα, που έχει γυμναστήριο. Του τα έστελνε η Σούλα από την Κίνα, που στα κινέζικα τη λένε Σου Λι. Έπαιρνε λοιπόν ο κύριος Παναγιώτης ο φουσκωτός ο Λαρισαίος τη σκόνη και τι την έκανε; Την έστελνε στην Ομοσπονδία; Όχι. Την έστελνε στον κύριο Χρήστο το φαρμακοποιό στον Κολωνό. Ο κυρ Χρήστος τα έκανε κάψουλες και έστελνε τα χάπια στην εθνική ομάδα και το τιμολόγιο στην Ομοσπονδία. Είχε στην αποθήκη του «καψουλιέρα» - άκουσα πρώτη φορά τη λέξη και ομολογώ ότι με ενθουσίασε.
Ακόμη πιο πολύ όμως με ενθουσίασε ότι διαλέγουμε τους σωστούς προμηθευτές. Η εταιρεία είναι σοβαρή. Έσπευσε να αναγνωρίσει το λάθος της. Όπως ακούστηκε από πρωταγωνιστές της υπόθεσης είναι «μεγάλη διεθνής εταιρεία» ο προμηθευτής μας. Δεν το ξέρει ούτε η ίδια. Όπως διαβάζω στο μπλογκ του Γιάννη Πανάρετου, το μότο της, που μπορείτε να βρείτε στο διαδίκτυο στη διεύθυνση www.auspure.com, είναι One Small Company to Realise Your Big Dream – μια μικρή εταιρεία για να κάνετε πραγματικότητα τα μεγάλα όνειρά σας. Κι αν είναι μικρά έχουμε ένα χαπάκι για να μεγαλώσουν.
Γιατί πιστεύει πως είναι μικρή μια τόσο μεγάλη εταιρεία, όσο μας την παρουσιάζουν εκείνοι που την επέλεξαν για προμηθευτή; Υπάρχουν τρεις εκδοχές. Πρώτον: οι Κινέζοι είναι μετριόφρονες. Δεύτερον: κάνουν τους μικρούς για να γλιτώσουν την Εφορία. Και, τρίτον και πιθανότερο, η εταιρεία ήταν μικρή αλλά κατανάλωσε μέρος της παραγωγής της και γιγαντώθηκε.
Όπως γιγαντώνεται χωρίς φαρμακοδιέγερση ο κυνισμός, η υποκρισία και η γελοιότητα ενός ακόμη μύθου που καταρρέει και αρνούμαστε να το παραδεχτούμε, όπως τότε που δεν ντρεπόμασταν να φωνάζουμε μέσα στο Ολυμπιακό Στάδιο –έτυχε να βρίσκομαι μέσα και αναρωτιόμουν πού μπορεί να φτάσει η τύφλωση-...
… τότε που φωνάζαμε την ώρα της κούρσας των 200 μέτρων στους Ολυμπιακούς της Αθήνας, βλέποντας διεθνή συνωμοσία εις βάρος μας, Κεντέρης-Κεντέρης. Οι συνωμότες ξαναχτύπησαν, ύπουλα σε κρίσιμη εθνική ώρα. Ίσως να έχει σχέση με το Σκοπιανό τελικά...
Wednesday, April 9, 2008
Tuesday, April 8, 2008
Παζαρεύοντας τον καινούργιο νόμο
Τρίτη 8 Απριλίου – και, όπως και στο ντόπινγκ, έτσι και στο ασφαλιστικό, το θέμα είναι τι παράδειγμα δίνεις. Στον αθλητισμό η πολιτεία, με την άθλια στάση συγκάλυψης για χάρη δήθεν των Ολυμπιακών Αγώνων στην υπόθεση Κεντέρη-Θάνου, με την υιοθέτηση της raison d’etat για να τη γλιτώσουν οι μεγαλέμποροι της πρέζας των επιδόσεων, έδωσε το λάθος μήνυμα. Το πήραν εύκολα όλοι και γι’ αυτό ας μην μας πιάνει δήθεν και τάχα μου ο πόνος σήμερα με τον τίτλο του Βήματος που διαπιστώνει με θαυμαστικό μάλιστα ότι «το ντόπινγκ ξεκινάει από τα σχολεία».
Όπως και στο ντόπινγκ, το παράδειγμα είναι που έχει σημασία και στο ασφαλιστικό. Λοιπόν, αγαπητοί μου συνασφαλισμένοι, θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι είμαστε όλοι μεγάλα κορόιδα. Ξέρετε γιατί εφαρμόζεται η ασφαλιστική μεταρρύθμιση, γιατί ισχύει ο ασφαλιστικός νόμος; Δεν ισχύει επειδή ψηφίστηκε. Δεν ισχύει επειδή η κυβέρνηση πιστεύει πως είναι σωστός. Δεν ισχύει ούτε επειδή το ασφαλιστικό χρειαζόταν αλλαγές και το έλεγαν όλοι κι ας μην μας άρεσε. Ο ασφαλιστικός νόμος ισχύει επειδή οι απεργοί δεν αντέξαμε. Ισχύει επειδή κάναμε λίγη απεργία και όχι πολλή. Επειδή συνδικαλιστικά δεν ήμασταν αρκετά σκληροί οι δημοσιογράφοι, οι δικηγόροι, οι μηχανικοί, οι φαρμακοποιοί. Οι συνδικαλιστές της Τραπέζης Ελλάδος κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους από τους δικούς μας. Και άντεξαν. Και κέρδισαν. Και δεν πρέπει να περάσει στα ψιλά. Πρέπει να μάθουν όλοι ότι η Τράπεζα της Ελλάδος λειτουργεί επειδή η κυβέρνηση αποφάσισε μια εβδομάδα μετά από την απίστευτη πολιτική ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε, μία εβδομάδα μετά από την απίστευτη κοινωνική ταλαιπωρία στην οποία υπέβαλε τη χώρα, να κάνει πίσω. Ναι, σας φαίνεται απίστευτο; Κι όμως.
Από χτες ο νόμος –νόμος του κράτους κατά τα άλλα- έχει τεθεί σε διαπραγμάτευση. Όχι στη Βουλή. Στο παζάρι του υπουργού Οικονομίας με τους συνδικαλιστές της Τραπέζης Ελλάδος – κατά τεκμήριον όχι από τους πιο εξαθλιωμένους Έλληνες εργαζόμενους. Αυτοί, οι με κάθε κριτήριο προνομιούχοι, συνέχισαν την απεργία μέχρι τελικής πτώσεως. Και έπεσε η κυβέρνηση. Ο κ. Αλογοσκούφης συμφώνησε να συγκροτηθεί επιτροπή. Ναι, επιτροπή για να εξετάσει το νόμο. Γιατί; Επειδή η ΤτΕ μετέχει στο σύστημα ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών. Χτες εντάχθηκε; Δεν το ξέραμε. Πότε έλεγε η κυβέρνηση την αλήθεια; Όταν απαντούσε σκληρά (και νομίζω ορθά) πως δεν μπορεί οι Κεντρικές Τράπεζες να οργανώνουν ημερίδες για το ασφαλιστικό, να κάνουν εκθέσεις για το ασφαλιστικό, να πιέζουν για το ασφαλιστικό και μετά να ζητούν εξαιρέσεις. Ή είπε αλήθεια χτες που συμβιβάστηκε, που συνθηκολόγησε, που πήγε να περάσει την ήττα της στα μουλωχτά γιατί προτιμάει μια ήττα χωρίς κόστος παρά μια θέση αρχής με κόστος;
Την επόμενη φορά που θα κάνουν απεργία στη ΔΕΗ για το ασφαλιστικό, ακόμη και αν είναι αύριο, κανείς ας μην πει αρνητικά για τη ΓΕΝΟΠ. Την επόμενη φορά που θα κάνουν απεργία για το ασφαλιστικό στους Δήμους, κανείς ας μην δυσανασχετήσει για τα σκουπίδια. Ας μας πνίξουν τα σκουπίδια κι ας βουλιάξουμε στο σκοτάδι. Γιατί δεν υπάρχει επιχείρημα γιατί οι ωραίοι τύποι της Πανεπιστημίου να την βγάζουν καθαρή με τις πλάτες του κ. Αλογοσκούφη, για να γλιτώσει από μερικούς ενοχλητικούς, αφήνοντας στους υπόλοιπους ένα περιπαικτικό χαμόγελο και το αίσθημα του μεγάλου κορόιδου.
Όπως και στο ντόπινγκ, το παράδειγμα είναι που έχει σημασία και στο ασφαλιστικό. Λοιπόν, αγαπητοί μου συνασφαλισμένοι, θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι είμαστε όλοι μεγάλα κορόιδα. Ξέρετε γιατί εφαρμόζεται η ασφαλιστική μεταρρύθμιση, γιατί ισχύει ο ασφαλιστικός νόμος; Δεν ισχύει επειδή ψηφίστηκε. Δεν ισχύει επειδή η κυβέρνηση πιστεύει πως είναι σωστός. Δεν ισχύει ούτε επειδή το ασφαλιστικό χρειαζόταν αλλαγές και το έλεγαν όλοι κι ας μην μας άρεσε. Ο ασφαλιστικός νόμος ισχύει επειδή οι απεργοί δεν αντέξαμε. Ισχύει επειδή κάναμε λίγη απεργία και όχι πολλή. Επειδή συνδικαλιστικά δεν ήμασταν αρκετά σκληροί οι δημοσιογράφοι, οι δικηγόροι, οι μηχανικοί, οι φαρμακοποιοί. Οι συνδικαλιστές της Τραπέζης Ελλάδος κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους από τους δικούς μας. Και άντεξαν. Και κέρδισαν. Και δεν πρέπει να περάσει στα ψιλά. Πρέπει να μάθουν όλοι ότι η Τράπεζα της Ελλάδος λειτουργεί επειδή η κυβέρνηση αποφάσισε μια εβδομάδα μετά από την απίστευτη πολιτική ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε, μία εβδομάδα μετά από την απίστευτη κοινωνική ταλαιπωρία στην οποία υπέβαλε τη χώρα, να κάνει πίσω. Ναι, σας φαίνεται απίστευτο; Κι όμως.
Από χτες ο νόμος –νόμος του κράτους κατά τα άλλα- έχει τεθεί σε διαπραγμάτευση. Όχι στη Βουλή. Στο παζάρι του υπουργού Οικονομίας με τους συνδικαλιστές της Τραπέζης Ελλάδος – κατά τεκμήριον όχι από τους πιο εξαθλιωμένους Έλληνες εργαζόμενους. Αυτοί, οι με κάθε κριτήριο προνομιούχοι, συνέχισαν την απεργία μέχρι τελικής πτώσεως. Και έπεσε η κυβέρνηση. Ο κ. Αλογοσκούφης συμφώνησε να συγκροτηθεί επιτροπή. Ναι, επιτροπή για να εξετάσει το νόμο. Γιατί; Επειδή η ΤτΕ μετέχει στο σύστημα ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών. Χτες εντάχθηκε; Δεν το ξέραμε. Πότε έλεγε η κυβέρνηση την αλήθεια; Όταν απαντούσε σκληρά (και νομίζω ορθά) πως δεν μπορεί οι Κεντρικές Τράπεζες να οργανώνουν ημερίδες για το ασφαλιστικό, να κάνουν εκθέσεις για το ασφαλιστικό, να πιέζουν για το ασφαλιστικό και μετά να ζητούν εξαιρέσεις. Ή είπε αλήθεια χτες που συμβιβάστηκε, που συνθηκολόγησε, που πήγε να περάσει την ήττα της στα μουλωχτά γιατί προτιμάει μια ήττα χωρίς κόστος παρά μια θέση αρχής με κόστος;
Την επόμενη φορά που θα κάνουν απεργία στη ΔΕΗ για το ασφαλιστικό, ακόμη και αν είναι αύριο, κανείς ας μην πει αρνητικά για τη ΓΕΝΟΠ. Την επόμενη φορά που θα κάνουν απεργία για το ασφαλιστικό στους Δήμους, κανείς ας μην δυσανασχετήσει για τα σκουπίδια. Ας μας πνίξουν τα σκουπίδια κι ας βουλιάξουμε στο σκοτάδι. Γιατί δεν υπάρχει επιχείρημα γιατί οι ωραίοι τύποι της Πανεπιστημίου να την βγάζουν καθαρή με τις πλάτες του κ. Αλογοσκούφη, για να γλιτώσει από μερικούς ενοχλητικούς, αφήνοντας στους υπόλοιπους ένα περιπαικτικό χαμόγελο και το αίσθημα του μεγάλου κορόιδου.
Monday, April 7, 2008
Ο κρατικός αθλητισμός βρέθηκε ντοπέ
Δευτέρα 7 Απριλίου – και πιο πολύ μου αρέσει η έκπληξη. Κοίτα να δεις. Απίστευτο. Οι αθληταράδες μας ήταν ντοπέ. Ποιος να το έλεγε…. Ένας λαός υπέρβαρων και όχι αρσίβαρων, όλοι εμείς οι αστοί που υποφέρουμε από τη μέση μας από το καθησιό, πρώτον αισθανόμαστε μεγάλη εθνική υπερηφάνεια γιατί αντανακλούν ασφαλώς και σε μας τα κατορθώματα των αθλητών μας και μας καθιστούν μέλη της μεγάλης αθλητικής οικογένειας χωρίς να σηκωθούμε από την πολυθρόνα, και δεύτερον όλοι όσοι βάζουν τέσσερα κουτάκια Νουνού στη σακούλα του σούπερ μάρκετ και κοκκινίζουν να τη σηκώσουν, ουδέποτε φαντάστηκαν ότι δεν μπορεί να υπάρχει φυσιολογικός άνθρωπος χωρίς ντοπάρισμα που να σηκώνει σαν πούπουλο όσα δυσκολεύεται να φορτώσει ένα κλαρκ.
Είμαστε κατάπληκτοι. Εμείς πιστεύαμε πως απλώς ανεβίωσε, χάρη στον εθνικό μας αταβισμό, και κλωνοποιήθηκε από κάποια σύμπτωση ο Μίλων ο Κροτωνιάτης. Κανείς μας δεν έκανε μια απλή ερώτηση όταν εορτάζαμε για τον «Αίολο Κεντέρη» και τη Θάνου μας, ποιες ακριβώς είναι οι πιθανότητες να προέρχονται επί συνόλου έξι δισεκατομμυρίων κατοίκων του πλανήτη από μια χώρα των οκτώ εκατομμυρίων ταυτοχρόνως ο ταχύτερος άντρας και η ταχύτερη γυναίκα.
Τέτοιες ερωτήσεις εμπόδιζαν τους πανηγυρισμούς. Το πανηγύρι είναι πιο ωραίο και πιο βολικό και πιο ευχάριστο για όλους – από την πολιτική ηγεσία μέχρι τους αθλητικούς παράγοντες (προσθέστε εδώ και το κερδοφόρο), από τους σπόνσορες και τους αθλητές (αξιωματικούς του στρατού, παρακαλώ), μέχρι τον τελευταίο προγάστορα φίλαθλο…
Το παραμύθι περί αθλητικού πνεύματος είναι βέβαια πια μόνον για τα πολύ μικρά παιδιά. Σε παγκόσμια κλίμακα, ο πρωταθλητισμός ασφαλώς δεν είναι αθλητισμός. Είναι μια γιγαντιαία βιομηχανία του θεάματος. Έχει τους δικούς της όρους και κανόνες. Όταν θριαμβεύεις στη σκηνή πληρώνεσαι και όταν σε τσιμπάνε να κλέβεις στους κανονισμούς μη γκρινιάζεις. Το ντόπινγκ στον αθλητισμό απαγορεύεται με την ίδια λογική που εξαφανίστηκαν, αν τους θυμάστε, από τη μουσική βιομηχανία ένα συγκρότημα που το έλεγαν Μίλυ Βανίλυ: τους είχαν πιάσει να τραγουδάνε πλέι-μπακ. Τα τραγούδια δεν ήταν άσχημα και στο δίσκο δεν είχε καμμία απολύτως διαφορά. Αλλά το πλέι μπακ στο τραγούδι απαγορεύεται. Όσο δεν σε πιάνουν, έχει καλώς. Όταν σε πιάσουν, τελείωσες. Είναι όρος του παιχνιδιού, είναι προϋπόθεση της αμοιβής και είναι τόσο απλό…
Η πολιτεία, όμως, έχει μια τεράστια ευθύνη. Όχι γιατί δεν έλεγχε το εργαστήριο, όχι μόνον γιατί πληρώνει τα μετάλλια με στρατιωτικά οφφίκια, αλλά γιατί ανέχτηκε και προώθησε την κρατικοποίηση του αθλητισμού. Η κατάργηση του νόμου των πιθανοτήτων, προσαρμοσμένου στις συνθήκες διαβίωσης και το επίπεδο ζωής κάθε χώρας, συνέβη και στο παρελθόν. Υπήρχε μια μικρή χώρα που σάρωνε τα μετάλλια. Ήταν ο φονέας των γιγάντων. Λεγόταν Ανατολική Γερμανία και είχε κρατικό αθλητισμό. Σε αυτούς θελήσαμε να μοιάσουμε; Η απάντηση είναι δυστυχώς ναι. Και το χειρότερο είναι πως, τηρουμένων των αναλογιών, μάλλον τα καταφέραμε.
Η επιτυχία εξαργυρώθηκε. Σε χρήμα και εξουσία. Και εκείνο το βράδυ της 12ης Αυγούστου του 2004, όταν ζήτησαν δείγμα από τον Κεντέρη και τη Θάνου, είδαμε μια διεθνή συνωμοσία σε βάρος μας. Οι αρχές, οι κρατικοί φορείς, η κυβέρνηση, η προηγούμενη κυβέρνηση, όλοι, μα όλοι, έδωσαν ένα άθλιο παράδειγμα συγκάλυψης του απολύτως προφανούς. Και συναίνεσαν, όταν δεν πίεσαν, για να προβληθεί η απίστευτη εκείνη ιστορία με το μοτοσυκλετιστικό ατύχημα. Έτσι εκπαίδευσαν την επόμενη γενιά αθλητών. Με την αίσθηση πως εάν πάνε καλά στο γήπεδο ή το στάδιο ή την παλαίστρα, κάποιο βαρύ κρατικό χέρι θα έρθει να τους σώσει τη δύσκολη στιγμή. Τώρα, φυσικά, πέφτουν από τα σύννεφα. Σαν βαρίδια. Αλλά ευτυχώς η άρση βαρών είναι το εθνικό μας άθλημα.
Είμαστε κατάπληκτοι. Εμείς πιστεύαμε πως απλώς ανεβίωσε, χάρη στον εθνικό μας αταβισμό, και κλωνοποιήθηκε από κάποια σύμπτωση ο Μίλων ο Κροτωνιάτης. Κανείς μας δεν έκανε μια απλή ερώτηση όταν εορτάζαμε για τον «Αίολο Κεντέρη» και τη Θάνου μας, ποιες ακριβώς είναι οι πιθανότητες να προέρχονται επί συνόλου έξι δισεκατομμυρίων κατοίκων του πλανήτη από μια χώρα των οκτώ εκατομμυρίων ταυτοχρόνως ο ταχύτερος άντρας και η ταχύτερη γυναίκα.
Τέτοιες ερωτήσεις εμπόδιζαν τους πανηγυρισμούς. Το πανηγύρι είναι πιο ωραίο και πιο βολικό και πιο ευχάριστο για όλους – από την πολιτική ηγεσία μέχρι τους αθλητικούς παράγοντες (προσθέστε εδώ και το κερδοφόρο), από τους σπόνσορες και τους αθλητές (αξιωματικούς του στρατού, παρακαλώ), μέχρι τον τελευταίο προγάστορα φίλαθλο…
Το παραμύθι περί αθλητικού πνεύματος είναι βέβαια πια μόνον για τα πολύ μικρά παιδιά. Σε παγκόσμια κλίμακα, ο πρωταθλητισμός ασφαλώς δεν είναι αθλητισμός. Είναι μια γιγαντιαία βιομηχανία του θεάματος. Έχει τους δικούς της όρους και κανόνες. Όταν θριαμβεύεις στη σκηνή πληρώνεσαι και όταν σε τσιμπάνε να κλέβεις στους κανονισμούς μη γκρινιάζεις. Το ντόπινγκ στον αθλητισμό απαγορεύεται με την ίδια λογική που εξαφανίστηκαν, αν τους θυμάστε, από τη μουσική βιομηχανία ένα συγκρότημα που το έλεγαν Μίλυ Βανίλυ: τους είχαν πιάσει να τραγουδάνε πλέι-μπακ. Τα τραγούδια δεν ήταν άσχημα και στο δίσκο δεν είχε καμμία απολύτως διαφορά. Αλλά το πλέι μπακ στο τραγούδι απαγορεύεται. Όσο δεν σε πιάνουν, έχει καλώς. Όταν σε πιάσουν, τελείωσες. Είναι όρος του παιχνιδιού, είναι προϋπόθεση της αμοιβής και είναι τόσο απλό…
Η πολιτεία, όμως, έχει μια τεράστια ευθύνη. Όχι γιατί δεν έλεγχε το εργαστήριο, όχι μόνον γιατί πληρώνει τα μετάλλια με στρατιωτικά οφφίκια, αλλά γιατί ανέχτηκε και προώθησε την κρατικοποίηση του αθλητισμού. Η κατάργηση του νόμου των πιθανοτήτων, προσαρμοσμένου στις συνθήκες διαβίωσης και το επίπεδο ζωής κάθε χώρας, συνέβη και στο παρελθόν. Υπήρχε μια μικρή χώρα που σάρωνε τα μετάλλια. Ήταν ο φονέας των γιγάντων. Λεγόταν Ανατολική Γερμανία και είχε κρατικό αθλητισμό. Σε αυτούς θελήσαμε να μοιάσουμε; Η απάντηση είναι δυστυχώς ναι. Και το χειρότερο είναι πως, τηρουμένων των αναλογιών, μάλλον τα καταφέραμε.
Η επιτυχία εξαργυρώθηκε. Σε χρήμα και εξουσία. Και εκείνο το βράδυ της 12ης Αυγούστου του 2004, όταν ζήτησαν δείγμα από τον Κεντέρη και τη Θάνου, είδαμε μια διεθνή συνωμοσία σε βάρος μας. Οι αρχές, οι κρατικοί φορείς, η κυβέρνηση, η προηγούμενη κυβέρνηση, όλοι, μα όλοι, έδωσαν ένα άθλιο παράδειγμα συγκάλυψης του απολύτως προφανούς. Και συναίνεσαν, όταν δεν πίεσαν, για να προβληθεί η απίστευτη εκείνη ιστορία με το μοτοσυκλετιστικό ατύχημα. Έτσι εκπαίδευσαν την επόμενη γενιά αθλητών. Με την αίσθηση πως εάν πάνε καλά στο γήπεδο ή το στάδιο ή την παλαίστρα, κάποιο βαρύ κρατικό χέρι θα έρθει να τους σώσει τη δύσκολη στιγμή. Τώρα, φυσικά, πέφτουν από τα σύννεφα. Σαν βαρίδια. Αλλά ευτυχώς η άρση βαρών είναι το εθνικό μας άθλημα.
Το τέλος της αμερικανικής επικυριαρχίας
Παρασκευή 4 Απριλίου – και η σύνοδος του ΝΑΤΟ είναι ένα τέλος διαδρομής. Η διαδρομή ξεκίνησε με την εισβολή στο Ιράκ.
Ήταν μια ατυχής παγκόσμια συγκυρία. Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου να συμπέσουν με την παρουσία στο Λευκό Οίκο των πιο ακραίων εκπροσώπων του νεοσυντηρητισμού και ταυτόχρονα της πιο συνδεδεμένης με συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα κυβέρνησης που είχαν ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση των ευαγγελιστών και των πετρελαιάδων αξιοποίησε την κορύφωση της αμερικανικής ηγεμονίας που σφραγίστηκε από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου για να προωθήσει μια παγκόσμια ατζέντα «εξαγωγής της δημοκρατίας» με τη μορφή της πιο εκκεντρικά συντηρητικής ιδεολογίας, με κάθε μέσο: τους πολέμους, κατά προτίμηση, όπως στο Ιράκ, τη διάρκεια της στρατιωτικής εμπλοκής, όπως στο Αφγανιστάν, τις απειλές πολέμου, όπως με το Ιράν, τη Συρία και παλιότερα τη Βόρεια Κορέα, ή την επιβολή.
Εδώ η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πολιτική της αντιπυραυλικής ασπίδας στην ανατολική Ευρώπη. Το μόνο αντίστοιχο προηγούμενο είναι η πολιτική του Ρήγκαν για το σχέδιο του «Πολέμου των Άστρων», όπως είχε αποκληθεί τη δεκαετία του 80. Μια ασπίδα που θα έκανε άτρωτη την Αμερική. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έλυσε αυτά τα ζητήματα και το σχέδιο εγκαταλείφθηκε. Αλλά η προσομοίωσή του σε εντελώς διαφορετικές πολιτικές συνθήκες δείχνει μια συνάφεια αντιλήψεων και, παράλληλα, μια έλλειψη συναίσθησης για το πραγματικό πολιτικό περιβάλλον.
Με αυτές τις διαθέσεις, με αυτή τη στάση, η πολιτική Μπους θέλησε να χωρίσει τον κόσμο στα δύο – και μάλιστα πολλές φορές. Οι χώρες ήταν «καλοί και κακοί»: ο άξονας του καλού, αν θυμάστε την περίφημη τριμερή Μπους με Μπλαιρ και Αθνάρ, και ο «άξονας του κακού», με κράτη να ρίχνονται στην πυρά. Δεν ήταν μόνο για τους φίλους και τους αντιπάλους αυτή η πρωτόλεια, μανιχαϊκή αντίληψη του κόσμου. Ίσχυε εξίσου σε κάθε περίπτωση. Πας μη μεθ’ημών καθ’ημών. Ίσχυε εξίσου και για τα τους φίλους. Η «παλιά Ευρώπη», αυτή που έφτιαξε το ΝΑΤΟ, ήταν φθαρμένη, ξεπεσμένη, σε τροχιά ιστορικής ήττας. Αντίθετα, οι Αμερικανοί του Μπους επένδυσαν στη «νέα Ευρώπη», αυτήν που είχε ζήσει τον υπαρκτό σοσιαλισμό και είχε υποφέρει αρκετά ώστε να τον βιώνει ως σύνδρομο και να αναζητεί κυρίως εγγυήσεις ασφάλειας: Εσθονοί, Λιθουανοί, Τσέχοι, Ούγγροι, Πολωνοί, ήταν η «νέα Ευρώπη» που ήθελε αιχμή του δόρατός της στη «γηραιά ήπειρο» η κυβέρνηση του αντιπροέδρου Τσένι, περισσότερο παρά του προέδρου Μπους.
Όλα αυτά κατέληξαν στο Βουκουρέστι. Και πήραν τέλος. Γιατί στο Αφγανιστάν εφτά χρόνια κατοχής δεν έχουν κάμψει τους Ταλιμπάν. Γιατί στο Ιράκ η υποτιθέμενη δημοκρατία πνίγεται στο αίμα. Γιατί η αμερικανική οικονομία βουλιάζει, και απειλεί να παρασύρει όλο τον κόσμο, για να χρηματοδοτήσει εξωφρενικά σχέδια πολέμων σε πλανητικό επίπεδο. Γιατί η πραγματικότητα εν τέλει επιβάλλει τη δική της λογική πάνω στα σχέδια επί χάρτου, πάνω στην ιδεοληψία και το φανατισμό. Η αμερικανική ηγεμονία υπάρχει, αλλά δεν είναι επικυριαρχία. Θα ζούμε από εδώ και πέρα σε ένα πιο πολύπλοκο κόσμο.
Ήταν μια ατυχής παγκόσμια συγκυρία. Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου να συμπέσουν με την παρουσία στο Λευκό Οίκο των πιο ακραίων εκπροσώπων του νεοσυντηρητισμού και ταυτόχρονα της πιο συνδεδεμένης με συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα κυβέρνησης που είχαν ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση των ευαγγελιστών και των πετρελαιάδων αξιοποίησε την κορύφωση της αμερικανικής ηγεμονίας που σφραγίστηκε από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου για να προωθήσει μια παγκόσμια ατζέντα «εξαγωγής της δημοκρατίας» με τη μορφή της πιο εκκεντρικά συντηρητικής ιδεολογίας, με κάθε μέσο: τους πολέμους, κατά προτίμηση, όπως στο Ιράκ, τη διάρκεια της στρατιωτικής εμπλοκής, όπως στο Αφγανιστάν, τις απειλές πολέμου, όπως με το Ιράν, τη Συρία και παλιότερα τη Βόρεια Κορέα, ή την επιβολή.
Εδώ η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πολιτική της αντιπυραυλικής ασπίδας στην ανατολική Ευρώπη. Το μόνο αντίστοιχο προηγούμενο είναι η πολιτική του Ρήγκαν για το σχέδιο του «Πολέμου των Άστρων», όπως είχε αποκληθεί τη δεκαετία του 80. Μια ασπίδα που θα έκανε άτρωτη την Αμερική. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έλυσε αυτά τα ζητήματα και το σχέδιο εγκαταλείφθηκε. Αλλά η προσομοίωσή του σε εντελώς διαφορετικές πολιτικές συνθήκες δείχνει μια συνάφεια αντιλήψεων και, παράλληλα, μια έλλειψη συναίσθησης για το πραγματικό πολιτικό περιβάλλον.
Με αυτές τις διαθέσεις, με αυτή τη στάση, η πολιτική Μπους θέλησε να χωρίσει τον κόσμο στα δύο – και μάλιστα πολλές φορές. Οι χώρες ήταν «καλοί και κακοί»: ο άξονας του καλού, αν θυμάστε την περίφημη τριμερή Μπους με Μπλαιρ και Αθνάρ, και ο «άξονας του κακού», με κράτη να ρίχνονται στην πυρά. Δεν ήταν μόνο για τους φίλους και τους αντιπάλους αυτή η πρωτόλεια, μανιχαϊκή αντίληψη του κόσμου. Ίσχυε εξίσου σε κάθε περίπτωση. Πας μη μεθ’ημών καθ’ημών. Ίσχυε εξίσου και για τα τους φίλους. Η «παλιά Ευρώπη», αυτή που έφτιαξε το ΝΑΤΟ, ήταν φθαρμένη, ξεπεσμένη, σε τροχιά ιστορικής ήττας. Αντίθετα, οι Αμερικανοί του Μπους επένδυσαν στη «νέα Ευρώπη», αυτήν που είχε ζήσει τον υπαρκτό σοσιαλισμό και είχε υποφέρει αρκετά ώστε να τον βιώνει ως σύνδρομο και να αναζητεί κυρίως εγγυήσεις ασφάλειας: Εσθονοί, Λιθουανοί, Τσέχοι, Ούγγροι, Πολωνοί, ήταν η «νέα Ευρώπη» που ήθελε αιχμή του δόρατός της στη «γηραιά ήπειρο» η κυβέρνηση του αντιπροέδρου Τσένι, περισσότερο παρά του προέδρου Μπους.
Όλα αυτά κατέληξαν στο Βουκουρέστι. Και πήραν τέλος. Γιατί στο Αφγανιστάν εφτά χρόνια κατοχής δεν έχουν κάμψει τους Ταλιμπάν. Γιατί στο Ιράκ η υποτιθέμενη δημοκρατία πνίγεται στο αίμα. Γιατί η αμερικανική οικονομία βουλιάζει, και απειλεί να παρασύρει όλο τον κόσμο, για να χρηματοδοτήσει εξωφρενικά σχέδια πολέμων σε πλανητικό επίπεδο. Γιατί η πραγματικότητα εν τέλει επιβάλλει τη δική της λογική πάνω στα σχέδια επί χάρτου, πάνω στην ιδεοληψία και το φανατισμό. Η αμερικανική ηγεμονία υπάρχει, αλλά δεν είναι επικυριαρχία. Θα ζούμε από εδώ και πέρα σε ένα πιο πολύπλοκο κόσμο.
Μετά το βέτο
Πέμπτη 3 Απριλίου – και μετά το βέτο, τι; Αυτό είναι το ερώτημα που έχει να απαντήσει η Αθήνα, ύστερα από ένα δείπνο στο οποίο κατέρρευσαν μερικοί μύθοι.
Ο πρώτος μύθος ήταν εκείνος της απομόνωσης. Η θεωρία των απειλών έλεγε πως ο κ. Καραμανλής θα ζούσε την αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτυ, πως ο διαιτητής ήταν στημένος, πως θα έπεφτε ο ουρανός πάνω στο κεφάλι μας, πως θα βλέπαμε να συγκροτείται ένα παγκόσμιο μέτωπο εναντίον μας και υπέρ της στήριξης των γειτόνων ως πτωχών και αδυνάτων. Είναι όμως ένας σκληρός κόσμος – κι αν συμβαίνει η Ελλάδα να είναι μια χώρα λιγότερο ισχυρή από τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμβαίνει επίσης η Ελλάδα να είναι μια χώρα πολύ ισχυρότερη από την ΠΓΔΜία.
Ο δεύτερος μύθος είναι η αμερικανική παντοδυναμία. Στη μετά το Ιράκ εποχή –που είναι πολύ διαφορετική από την προ-Ιράκ- η αμερικανική ηγεμονία δεν έχει τα χαρακτηριστικά επικυριαρχίας που είχε προσλάβει για ένα διάστημα στη σχέση με τους Ευρωπαίους. Η επιθυμία τους δεν είναι διαταγή. Τα Σκόπια δεν ήταν το πρώτο μέλημα του κ. Μπους. Το βασικό του ενδιαφέρον ήταν η Ουκρανία (και δευτερευόντως η Γεωργία). Και του χάλασαν το χατήρι. Η Γερμανία δεν είχε καμμία δυσκολία να αναλάβει το βάρος να μπλοκάρει την προοπτική μιας διεύρυνσης πολύ σημαντικότερης στρατηγικά από το πακέτο Κροατία-Αλβανία-πρώην Μακεδονία. Η Γαλλία, που έχει κι ένα παρελθόν στις σχέσεις της με το ΝΑΤΟ, δεν είχε καμμία δυσκολία να ταχθεί αντίθετη με τις θέσεις των Αμερικανών σε όλα: και για την Ουκρανία, και για τη Γεωργία και για τα δικά μας. Η Ισπανία δεν είχε καμμία δυσκολία να ακολουθήσει. Και, έκπληξη: ο Γκόρντον Μπράουν δεν βρήκε λόγο να υιοθετήσει την επιθετική στάση των γραφειοκρατών του Φόρεϊν Όφφις. Άκουγε, έβλεπε και έτρωγε. Και άφηνε να συμβεί ό,τι ήταν προδιαγεγραμμένο να συμβεί. Σε αυτό τον κόσμο της ισχύος και των ισορροπιών, που κατεξοχήν εκφράζει από τη φύση του το ΝΑΤΟ, υπάρχουν οι πιο δυνατοί και οι πιο αδύναμοι. Αλλά ζούμε πια σε έναν πολυπολικό κόσμο. Και ο κ. Μπους είναι ένας αποτυχημένος στην εξωτερική του πολιτική αποχωρών πρόεδρος. Τα υπόλοιπα ήταν δράκοι και αποσύρθηκαν χτες βράδυ από την κυκλοφορία.
Αλλά το βέτο είναι μια αρχή και όχι ένα τέλος διαδρομής. Οι προκλήσεις του ξεκινούν ήδη από σήμερα. Τι θα γράφει το κοινό ανακοινωθέν; Πώς ακριβώς θα διατυπώνεται η άρνηση της Ελλάδας; Τα Σκόπια έχουν λάβει μια πρόσκληση με παράταση ή τους δόθηκε μια παράταση για να μπορέσουν να λάβουν, τότε και μόνον τότε, την πρόσκληση; Υπάρχει μια κρίσιμη παράμετρος και αυτή πρέπει να δούμε στα scripta της συνόδου: ότι, δηλαδή, τα Σκόπια δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, αλλά δεν προσκαλούνται λόγω των ελληνικών αντιρρήσεων, όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν οι Αμερικανοί. Αντίθετα, ΔΕΝ πληρούν τις προϋποθέσεις, ακριβώς γιατί έχει αντίρρηση η Ελλάδα. Δεν υπάρχει μια δέσμη προϋποθέσεων και μετά μια αντίρρηση. Η συναίνεση όλων, χωρίς εξαίρεση, των μελών ΕΙΝΑΙ προϋπόθεση και μάλιστα η πιο βασική για μια συμμαχία για να εντάξει στους κόλπους της νέα μέλη.
Αυτό είναι – και μετά διαπραγματεύσεις. Με καλή διάθεση και σταθερή επιθυμία για λύση, χωρίς μεγαλομανίες και επικίνδυνους μικρομεγαλισμούς, επειδή τα πράγματα δεν πήγαν όσο άσχημα φοβόμασταν. Το βέτο, όπως παλιότερα το εμπάργκο, είναι ευκαιρία και όχι φετίχ. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ποιες αβελτηρίες μας έφεραν σήμερα στη θέση που είμαστε.
Ο πρώτος μύθος ήταν εκείνος της απομόνωσης. Η θεωρία των απειλών έλεγε πως ο κ. Καραμανλής θα ζούσε την αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτυ, πως ο διαιτητής ήταν στημένος, πως θα έπεφτε ο ουρανός πάνω στο κεφάλι μας, πως θα βλέπαμε να συγκροτείται ένα παγκόσμιο μέτωπο εναντίον μας και υπέρ της στήριξης των γειτόνων ως πτωχών και αδυνάτων. Είναι όμως ένας σκληρός κόσμος – κι αν συμβαίνει η Ελλάδα να είναι μια χώρα λιγότερο ισχυρή από τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμβαίνει επίσης η Ελλάδα να είναι μια χώρα πολύ ισχυρότερη από την ΠΓΔΜία.
Ο δεύτερος μύθος είναι η αμερικανική παντοδυναμία. Στη μετά το Ιράκ εποχή –που είναι πολύ διαφορετική από την προ-Ιράκ- η αμερικανική ηγεμονία δεν έχει τα χαρακτηριστικά επικυριαρχίας που είχε προσλάβει για ένα διάστημα στη σχέση με τους Ευρωπαίους. Η επιθυμία τους δεν είναι διαταγή. Τα Σκόπια δεν ήταν το πρώτο μέλημα του κ. Μπους. Το βασικό του ενδιαφέρον ήταν η Ουκρανία (και δευτερευόντως η Γεωργία). Και του χάλασαν το χατήρι. Η Γερμανία δεν είχε καμμία δυσκολία να αναλάβει το βάρος να μπλοκάρει την προοπτική μιας διεύρυνσης πολύ σημαντικότερης στρατηγικά από το πακέτο Κροατία-Αλβανία-πρώην Μακεδονία. Η Γαλλία, που έχει κι ένα παρελθόν στις σχέσεις της με το ΝΑΤΟ, δεν είχε καμμία δυσκολία να ταχθεί αντίθετη με τις θέσεις των Αμερικανών σε όλα: και για την Ουκρανία, και για τη Γεωργία και για τα δικά μας. Η Ισπανία δεν είχε καμμία δυσκολία να ακολουθήσει. Και, έκπληξη: ο Γκόρντον Μπράουν δεν βρήκε λόγο να υιοθετήσει την επιθετική στάση των γραφειοκρατών του Φόρεϊν Όφφις. Άκουγε, έβλεπε και έτρωγε. Και άφηνε να συμβεί ό,τι ήταν προδιαγεγραμμένο να συμβεί. Σε αυτό τον κόσμο της ισχύος και των ισορροπιών, που κατεξοχήν εκφράζει από τη φύση του το ΝΑΤΟ, υπάρχουν οι πιο δυνατοί και οι πιο αδύναμοι. Αλλά ζούμε πια σε έναν πολυπολικό κόσμο. Και ο κ. Μπους είναι ένας αποτυχημένος στην εξωτερική του πολιτική αποχωρών πρόεδρος. Τα υπόλοιπα ήταν δράκοι και αποσύρθηκαν χτες βράδυ από την κυκλοφορία.
Αλλά το βέτο είναι μια αρχή και όχι ένα τέλος διαδρομής. Οι προκλήσεις του ξεκινούν ήδη από σήμερα. Τι θα γράφει το κοινό ανακοινωθέν; Πώς ακριβώς θα διατυπώνεται η άρνηση της Ελλάδας; Τα Σκόπια έχουν λάβει μια πρόσκληση με παράταση ή τους δόθηκε μια παράταση για να μπορέσουν να λάβουν, τότε και μόνον τότε, την πρόσκληση; Υπάρχει μια κρίσιμη παράμετρος και αυτή πρέπει να δούμε στα scripta της συνόδου: ότι, δηλαδή, τα Σκόπια δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, αλλά δεν προσκαλούνται λόγω των ελληνικών αντιρρήσεων, όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν οι Αμερικανοί. Αντίθετα, ΔΕΝ πληρούν τις προϋποθέσεις, ακριβώς γιατί έχει αντίρρηση η Ελλάδα. Δεν υπάρχει μια δέσμη προϋποθέσεων και μετά μια αντίρρηση. Η συναίνεση όλων, χωρίς εξαίρεση, των μελών ΕΙΝΑΙ προϋπόθεση και μάλιστα η πιο βασική για μια συμμαχία για να εντάξει στους κόλπους της νέα μέλη.
Αυτό είναι – και μετά διαπραγματεύσεις. Με καλή διάθεση και σταθερή επιθυμία για λύση, χωρίς μεγαλομανίες και επικίνδυνους μικρομεγαλισμούς, επειδή τα πράγματα δεν πήγαν όσο άσχημα φοβόμασταν. Το βέτο, όπως παλιότερα το εμπάργκο, είναι ευκαιρία και όχι φετίχ. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ποιες αβελτηρίες μας έφεραν σήμερα στη θέση που είμαστε.
Wednesday, April 2, 2008
Το βέτο δεν είναι ταμπού
Τετάρτη 2 Απριλίου – και καθώς όλοι μετράνε το χρόνο αντίστροφα για το δείπνο των ηγετών του ΝΑΤΟ απόψε στο Βουκουρέστι, όλοι περιμένουν να δουν πώς θα αποτολμήσει η Ελλάδα να πει όχι στις Ηνωμένες Πολιτείες, να διαπιστώσουν εάν κάποιος θα αρθρώσει μια λέξη υπέρ της ελληνικής θέσης ή θα βρεθεί η χώρα ολομόναχη απέναντι στο σύνολο των συμμάχων της που θα πιέζουν αφόρητα (αλλά μάταια, φυσικά…) τον κ. Καραμανλή να δεχθεί την ένταξη της ΠΓΔΜ με κάποια άλλη φόρμουλα εκτός από την καθαρή λύση…
…καθώς λοιπόν διαβάζω και ακούω τα εφιαλτικά σενάρια, θυμήθηκα μια ιστορία από τις παλιές ωραίες μέρες. Ας τιμήσουμε τα σημερινά γενέθλια του παραμυθά Χανς-Κρίστιαν Άντερσεν, με μια διήγηση που δεν είναι παραμύθι.
Ήταν καλοκαίρι του 1994, 25 Ιουνίου. Σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Κέρκυρα. Αν θυμάστε, η ιστορική σύνοδος που επισφράγισε τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς Βορρά, που άνοιξε τον πρώτο δρόμο συνεργασίας ανάμεσα στην ενωμένη Ευρώπη και την παραπαίουσα ακόμη Ρωσία του Γιέλτσιν, η συνάντηση όπου ο οικοδεσπότης Θόδωρος Πάγκαλος, καθώς υποδεχόταν τους καλεσμένους του, δεν είχε δώσει το χέρι στο Σίλβιο Μπερλουσκόνι – τον ίδιο αυτό Μπερλουσκόνι που σε λίγες μέρες θα ξανακερδίσει τις ιταλικές εκλογές.
Σε εκείνη τη σύνοδο, η Βρετανία είχε αποφασίσει να απορρίψει τον εμφανώς πιο κατάλληλο υποψήφιο για την προεδρία της Κομισιόν. Ήταν ο τότε πρωθυπουργός του Βελγίου, ο Ζαν Λυκ Ντεάν. Και το αποτέλεσμα των ψηφοφοριών ήταν μια γνωστή, πικρή, ευρωπαϊκή ιστορία: όλοι πλην Βρετανών. Άλλο ένα βρετανικό βέτο – «η ιστορία της ζωής μας», γκρίνιαζε ένα πολύχρωμο πλήθος διπλωματών και πολιτικών από όλες τις άλλες χώρες, οικτίροντας αναδρομικά και χωρίς ουσία εκείνους που έκαναν το «λάθος του 1973», εντάσσοντας τους Βρετανούς στην Ένωση.
Στο τέλος της συνόδου, αδιέξοδο. Η υποψηφιότητα Ντεάν είχε αποσυρθεί. Οι γνωστοί τίτλοι: «η Βρετανία οδηγεί τη διαπραγμάτευση σε κατάρρευση» και τα λοιπά. Βρέθηκα αμέσως μετά το τέλος της συνόδου, ένας Έλληνας δημοσιογράφος ανάμεσα σε πολλούς ξένους στη συνέντευξη του Τζον Μέητζορ – που δεν ήταν δα και κανένας πολιτικός μεγάλου διαμετρήματος. Μπήκε χαμογελαστός και άνετος, σε ένα από τα μικρά δωμάτια του Φρουρίου της Κέρκυρας, ξέροντας πως θα αρχίσουν να τον πυροβολούν. Και άρχισαν. «Γιατί πάλι εσείς; Γιατί μόνο εσείς; Γιατί μόνοι εναντίον όλων; Γιατί βάζετε συνεχώς προσκόμματα; Γιατί σας αντέχουν;» Κάποια στιγμή ένας δημοσιογράφος του λέει: «ήταν πάλι 13 προς 1». (Υπήρχε η Ευρώπη των 14.) Ήταν η πρώτη και μόνη φορά που ο Μέητζορ διέκοψε επιθετικά, για να του απαντήσει. Δεν θα ξεχάσω την απάντηση: «αυτό που αποκαλείτε 13 προς 1, του είπε, δεν υπάρχει. Εδώ, σε αυτή την Ένωση, έχουμε αποφασίσει ότι για ορισμένα θέματα ισχύει η αρχή της συναίνεσης. Αποφασίζουμε μόνο με consensus και έχουμε συμφωνήσει στο ποια είναι αυτά τα θέματα. Επομένως εδώ δεν υπάρχουν πλειοψηφίες και μειοψηφίες, δεν υπάρχει 13 προς 1. Ή έχουμε συμφωνία όλων, ή δεν έχουμε καθόλου συμφωνία. Δεν έχει καμμία σημασία πόσοι διαφωνούν, ούτε ποιοι διαφωνούν, ούτε πόσες φορές στο παρελθόν έχουν διαφωνήσει. Η βάση της Ένωσης είναι αυτό το δικαίωμα και για τη χώρα μου θα το ασκώ όποτε νομίζω, όσες φορές κι αν χρειαστεί». Ο Τζον Μέητζορ – όχι ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, ούτε ο Λόυντ Τζωρτζ.
Κι αν αυτό ισχύει μία φορά για μια πολιτική ένωση όπως η Ευρωπαϊκή, ισχύει a fortiori, κατά μείζονα λόγο, για μια στρατιωτική συμμαχία, όπως το ΝΑΤΟ.
…καθώς λοιπόν διαβάζω και ακούω τα εφιαλτικά σενάρια, θυμήθηκα μια ιστορία από τις παλιές ωραίες μέρες. Ας τιμήσουμε τα σημερινά γενέθλια του παραμυθά Χανς-Κρίστιαν Άντερσεν, με μια διήγηση που δεν είναι παραμύθι.
Ήταν καλοκαίρι του 1994, 25 Ιουνίου. Σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Κέρκυρα. Αν θυμάστε, η ιστορική σύνοδος που επισφράγισε τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς Βορρά, που άνοιξε τον πρώτο δρόμο συνεργασίας ανάμεσα στην ενωμένη Ευρώπη και την παραπαίουσα ακόμη Ρωσία του Γιέλτσιν, η συνάντηση όπου ο οικοδεσπότης Θόδωρος Πάγκαλος, καθώς υποδεχόταν τους καλεσμένους του, δεν είχε δώσει το χέρι στο Σίλβιο Μπερλουσκόνι – τον ίδιο αυτό Μπερλουσκόνι που σε λίγες μέρες θα ξανακερδίσει τις ιταλικές εκλογές.
Σε εκείνη τη σύνοδο, η Βρετανία είχε αποφασίσει να απορρίψει τον εμφανώς πιο κατάλληλο υποψήφιο για την προεδρία της Κομισιόν. Ήταν ο τότε πρωθυπουργός του Βελγίου, ο Ζαν Λυκ Ντεάν. Και το αποτέλεσμα των ψηφοφοριών ήταν μια γνωστή, πικρή, ευρωπαϊκή ιστορία: όλοι πλην Βρετανών. Άλλο ένα βρετανικό βέτο – «η ιστορία της ζωής μας», γκρίνιαζε ένα πολύχρωμο πλήθος διπλωματών και πολιτικών από όλες τις άλλες χώρες, οικτίροντας αναδρομικά και χωρίς ουσία εκείνους που έκαναν το «λάθος του 1973», εντάσσοντας τους Βρετανούς στην Ένωση.
Στο τέλος της συνόδου, αδιέξοδο. Η υποψηφιότητα Ντεάν είχε αποσυρθεί. Οι γνωστοί τίτλοι: «η Βρετανία οδηγεί τη διαπραγμάτευση σε κατάρρευση» και τα λοιπά. Βρέθηκα αμέσως μετά το τέλος της συνόδου, ένας Έλληνας δημοσιογράφος ανάμεσα σε πολλούς ξένους στη συνέντευξη του Τζον Μέητζορ – που δεν ήταν δα και κανένας πολιτικός μεγάλου διαμετρήματος. Μπήκε χαμογελαστός και άνετος, σε ένα από τα μικρά δωμάτια του Φρουρίου της Κέρκυρας, ξέροντας πως θα αρχίσουν να τον πυροβολούν. Και άρχισαν. «Γιατί πάλι εσείς; Γιατί μόνο εσείς; Γιατί μόνοι εναντίον όλων; Γιατί βάζετε συνεχώς προσκόμματα; Γιατί σας αντέχουν;» Κάποια στιγμή ένας δημοσιογράφος του λέει: «ήταν πάλι 13 προς 1». (Υπήρχε η Ευρώπη των 14.) Ήταν η πρώτη και μόνη φορά που ο Μέητζορ διέκοψε επιθετικά, για να του απαντήσει. Δεν θα ξεχάσω την απάντηση: «αυτό που αποκαλείτε 13 προς 1, του είπε, δεν υπάρχει. Εδώ, σε αυτή την Ένωση, έχουμε αποφασίσει ότι για ορισμένα θέματα ισχύει η αρχή της συναίνεσης. Αποφασίζουμε μόνο με consensus και έχουμε συμφωνήσει στο ποια είναι αυτά τα θέματα. Επομένως εδώ δεν υπάρχουν πλειοψηφίες και μειοψηφίες, δεν υπάρχει 13 προς 1. Ή έχουμε συμφωνία όλων, ή δεν έχουμε καθόλου συμφωνία. Δεν έχει καμμία σημασία πόσοι διαφωνούν, ούτε ποιοι διαφωνούν, ούτε πόσες φορές στο παρελθόν έχουν διαφωνήσει. Η βάση της Ένωσης είναι αυτό το δικαίωμα και για τη χώρα μου θα το ασκώ όποτε νομίζω, όσες φορές κι αν χρειαστεί». Ο Τζον Μέητζορ – όχι ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, ούτε ο Λόυντ Τζωρτζ.
Κι αν αυτό ισχύει μία φορά για μια πολιτική ένωση όπως η Ευρωπαϊκή, ισχύει a fortiori, κατά μείζονα λόγο, για μια στρατιωτική συμμαχία, όπως το ΝΑΤΟ.
Τί είναι "¨Ελληνας"; - Ζυλ Ντασσέν
Τρίτη 1η Απριλίου – κι ο Απρίλης είναι ο πιο σκληρός. Και ο θάνατος του Ζυλ Ντασσέν έρχεται σε μια ώρα που μας λέει και μας θυμίζει πολλά, για εμάς και για τους άλλους.
Αυτές τις μέρες κυκλοφορούν διάφοροι περίεργοι τύποι, εντός και εκτός. Φιλόστοργοι πάτρωνες που ενδιαφέρονται για το πραγματικό συμφέρον μας πιο πολύ κι από εμάς τους ίδιους. Επίδοξοι σύμμαχοι που δείχνουν να ψηλώνουν πάνω σε ξένα παπούτσια και κορδώνονται πριν ακόμη ρίξουν οι ίδιοι μπόι. Φίλοι από παλιά που βρίσκουν την ώρα για μια καλοπροαίρετη προτροπή. Όλοι αυτοί είναι το λιγότερο κακό – με αυτούς ξέρεις τις έχεις μπροστά σου.
Υπάρχουν και οι δικοί μας. Εθνοκάπηλοι παλαιάς και νέας κοπής, που κόπτονται για τα εθνικά δίκαια, χτίζοντας καρριέρες στην άμμο του φανατισμού. Έτοιμοι πάλι να ξεμυτίσουν. Μαυραγορίτες λάτρεις των εθνικώς υπερήφανων και προσοδοφόρων εμπάργκο. Δημοκόποι και λαοπλάνοι, από γραφικές καρρικατούρες της τηλεόρασης μέχρι δέσμιοι αχαλίνωτης φιλοδοξίας και διόλου ευγενούς τύφλωσης. Είναι όλοι πάλι επί σκηνής.
Γι’ αυτό θα λείψει τέτοιες μέρες περισσότερο ο Ζυλ Ντασσέν. Γιατί το υπόδειγμα δεν υπάρχει. Δεν υπάρχουν μόνο εκείνοι που μισούν ή που μετρούν με τον τραπεζικό τους λογαριασμό την Ελλάδα. Υπάρχουν κι εκείνοι που την αγάπησαν πραγματικά, την αγάπησαν χωρίς να την έχουν ανάγκη, την υιοθέτησαν για πατρίδα τους και δεν ζήτησαν να τους υιοθετήσει και να τους περιθάλψει. Υπάρχουν κι αυτοί που έδωσαν χωρίς να ζητήσουν, αυτοί που έκαναν αγώνα της ύστερης ζωής τους, για παράδειγμα, τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Ο Ντασσέν είχε δυο πατρίδες: την Αμερική, όπου γεννήθηκε, και τη Γαλλία, όπου τον έστειλε ο μακαρθισμός για να αποκτήσει παγκόσμια λάμψη. Και διάλεξε μια τρίτη, την Ελλάδα. Κάνοντας γι αυτή την τρίτη πατρίδα αυτό που έλεγε ο Κένεντυ: μην ψάχνεις τι μπορεί να κάνει η χώρα σου για σένα, ψάξε τι μπορείς να κάνεις εσύ για τη χώρα σου.
Τόσο ντεμοντέ – άλλωστε ήταν 97 ετών.
Αυτές τις μέρες κυκλοφορούν διάφοροι περίεργοι τύποι, εντός και εκτός. Φιλόστοργοι πάτρωνες που ενδιαφέρονται για το πραγματικό συμφέρον μας πιο πολύ κι από εμάς τους ίδιους. Επίδοξοι σύμμαχοι που δείχνουν να ψηλώνουν πάνω σε ξένα παπούτσια και κορδώνονται πριν ακόμη ρίξουν οι ίδιοι μπόι. Φίλοι από παλιά που βρίσκουν την ώρα για μια καλοπροαίρετη προτροπή. Όλοι αυτοί είναι το λιγότερο κακό – με αυτούς ξέρεις τις έχεις μπροστά σου.
Υπάρχουν και οι δικοί μας. Εθνοκάπηλοι παλαιάς και νέας κοπής, που κόπτονται για τα εθνικά δίκαια, χτίζοντας καρριέρες στην άμμο του φανατισμού. Έτοιμοι πάλι να ξεμυτίσουν. Μαυραγορίτες λάτρεις των εθνικώς υπερήφανων και προσοδοφόρων εμπάργκο. Δημοκόποι και λαοπλάνοι, από γραφικές καρρικατούρες της τηλεόρασης μέχρι δέσμιοι αχαλίνωτης φιλοδοξίας και διόλου ευγενούς τύφλωσης. Είναι όλοι πάλι επί σκηνής.
Γι’ αυτό θα λείψει τέτοιες μέρες περισσότερο ο Ζυλ Ντασσέν. Γιατί το υπόδειγμα δεν υπάρχει. Δεν υπάρχουν μόνο εκείνοι που μισούν ή που μετρούν με τον τραπεζικό τους λογαριασμό την Ελλάδα. Υπάρχουν κι εκείνοι που την αγάπησαν πραγματικά, την αγάπησαν χωρίς να την έχουν ανάγκη, την υιοθέτησαν για πατρίδα τους και δεν ζήτησαν να τους υιοθετήσει και να τους περιθάλψει. Υπάρχουν κι αυτοί που έδωσαν χωρίς να ζητήσουν, αυτοί που έκαναν αγώνα της ύστερης ζωής τους, για παράδειγμα, τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Ο Ντασσέν είχε δυο πατρίδες: την Αμερική, όπου γεννήθηκε, και τη Γαλλία, όπου τον έστειλε ο μακαρθισμός για να αποκτήσει παγκόσμια λάμψη. Και διάλεξε μια τρίτη, την Ελλάδα. Κάνοντας γι αυτή την τρίτη πατρίδα αυτό που έλεγε ο Κένεντυ: μην ψάχνεις τι μπορεί να κάνει η χώρα σου για σένα, ψάξε τι μπορείς να κάνεις εσύ για τη χώρα σου.
Τόσο ντεμοντέ – άλλωστε ήταν 97 ετών.
Subscribe to:
Posts (Atom)