Δευτέρα 31 Μαρτίου – και, τώρα που μπαίνουμε στο τριήμερο της κρίσης για μια υπόθεση 20 χρόνων, είναι η ώρα μιας ανακεφαλαίωσης.
Πρώτον, στην πίεση, ο παροξυσμός της εθνοκαπηλικής ανοησίας γυρίζει μπούμερανγκ. Εμπνεύσεις όπως αυτή με την ελληνική σημαία με τη σβάστικα, που κατέβηκε με επίκαιρο τρόπο στη δημιουργική φαντασία καλλιτέχνη κι από εκεί έγινε αφίσα στα Σκόπια, είναι δείγματα αμηχανίας μάλλον, παρά ακαμψίας.
Δεύτερο, ό,τι διαβάζουμε στις αμερικανικές εφημερίδες σήμερα, θα το ακούσουμε από τους Αμερικανούς διπλωμάτες ή από κάποιον μεσολαβητή ή διεθνή παράγοντα αύριο. Η ιδέα των Τάιμς της Νέας Υόρκης ότι η διαφορά για την ονομασία πρέπει να λυθεί εκτός του πλαισίου του ΝΑΤΟ είναι στην ουσία μια προειδοποίηση προς την Αθήνα. Αλλά παραβλέπει μια βασική παράμετρο της υπόθεσης της ένταξης της γειτονικής χώρας στην Ατλαντική Συμμαχία. Με τα Σκόπια ζούμε ειρηνικά και μάλλον φιλικά, όπως έχουν διαπιστώσει όσοι τα επισκέφθηκαν, δυο δεκαετίες τώρα. Άρα ζήτημα ειρήνης στα Βαλκάνια από αυτή τη διένεξη δεν υπάρχει. Αντιθέτως. Η Ελλάδα έχει στηρίξει (με το αζημίωτο για τους επιχειρηματίες της, φυσικά…) την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, την ευημερία και την πρόοδό της – αυτή που επικαλείται η πολιτική της ηγεσία σε κάθε εκλογές. Η οικονομική σταθερότητα, που μόνο χάρη στην Ελλάδα υπάρχει, είναι και η μόνη σταθερότητα σε αυτό το κράτος, η βασική εγγύηση της συνοχής του, που από εθνοτική και γεωγραφική άποψη είναι έτοιμη να καταρρεύσει, καθώς μάλιστα αυξάνεται και η πίεση από τις υπόλοιπες βαλκανικές εξελίξεις, ιδιαίτερα στο Κόσσοβο.
Άρα, εκτός από την ειρήνη, ούτε ζήτημα σταθερότητας θέτει η παράταση της εκκρεμότητας για την ονομασία. Αυτό που ζητείται, όμως, από την Ελλάδα δεν είναι η ειρηνική συμβίωση, ή η φιλική συνύπαρξη με ένα γείτονα – πράγματα που έχουμε κατακτήσει χωρίς δυσκολία ή και παρά τη δυσκολία. Από την Ελλάδα ζητείται να γίνει σύμμαχος με την ΠΓΔΜ. Και μια συμμαχία έχει άλλους όρους από την ειρήνη – πολύ περισσότερο σήμερα που δεν υπάρχει το κλίμα, οι συνθήκες και οι πολιτικές προϋποθέσεις του Ψυχρού Πολέμου. Για μια σχέση συμμαχίας μια τέτοια εκκρεμότητα είναι πράγματι υπονομευτική. Αν μια χώρα δεν μπορεί να διαλέγει τους συμμάχους της είναι χώρα μειωμένης κυριαρχίας. Η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να δεχθεί μια τέτοια συνθήκη.
Αλλά με την προτροπή για λύση εκτός ΝΑΤΟ, δεν ζητείται μόνον αυτό. Ζητείται ουσιαστικά να αποδεχθεί η Ελλάδα ότι με τους όρους της ενδιάμεσης συμφωνίας, την ένταξη δηλαδή ως ΦΥΡΟΜ, θα αποδεχθεί ουσιαστικά την διπλωματική ήττα της σε αυτό που η ίδια –καλώς ή κακώς, και σήμερα δεν μας μένει φαντάζομαι καμμία αμφιβολία για το πόσο κακώς- ανέδειξε σε μείζον ζήτημα της εξωτερικής της πολιτικής. Όλοι γνωρίζουν πως με τα δεδομένα πριν από τη διαδικασία ένταξης, η παγίωση του Δημοκρατία της Μακεδονίας ήταν όχι απλώς δρομολογημένη, αλλά συντελεσμένη πραγματικότητα. Η Ελλάδα έχει μια και μόνη τελευταία ευκαιρία για να αντιστρέψει αυτή την κατάσταση. Και πήρε την απόφαση να αναλάβει το πιθανό κόστος και να επιδιώξει ένα συμβιβασμό με τα Σκόπια αντί για ένα συμβιβασμό με τα τετελεσμένα (που η ευθύνη τους μας βαραίνει αλλά αυτό δεν είναι αυτού του τριημέρου). Άρα «εκτός Συμμαχίας» σημαίνει στην πραγματικότητα το τέλος του ταξιδιού. Και πάλι, η Ελλάδα δεν έχει λόγο να το δεχθεί – ούτε καμμία πρόθεση από ό,τι φαίνεται.
Όσο για την πιθανή αναγνώριση της ΠΓΔΜ από τον ΟΗΕ, και πόση παρηγοριά μπορεί να τους είναι, ας είμαστε ρεαλιστές. Το ΝΑΤΟ δίνει εγγύηση συνόρων και η Ε.Ε. δίνει χρήματα. Ο ΟΗΕ δίνει ό,τι γνωρίζουμε από το Κυπριακό.
Monday, March 31, 2008
Νέοι, γυναίκες και ασφαλιστικό
Παρασκευή 28 Μαρτίου – και ο κ. Καραμανλής θα πει πολλές φορές ακόμη, απόψε και τις επόμενες μέρες, ότι ψηφίστηκε για να κυβερνήσει με βάση την εντολή του Σεπτεμβρίου και όχι τις δημοσκοπήσεις της ημέρας. Οι δημοσκοπήσεις, όμως, είναι κακά νέα για την κυβέρνηση. Και μπορεί να μην λένε πολλά πράγματα για την εντολή του Σεπτεμβρίου, λένε όμως για την επόμενη εντολή. Και οι αριθμοί είναι τέτοιοι ώστε να προεξοφλούν ουσιαστικά πως μια κυβέρνηση που ήδη σήμερα έχει εξασφαλίσει πλειοψηφία μόλις δύο εδρών, θα καταγράψει βαρύ πολιτικό κόστος για το ασφαλιστικό.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν είναι τόσο η γενική αντίδραση. Δεν είναι μόνον ότι θίγονται πολλοί και όλοι, μα όλοι χωρίς εξαίρεση, αισθάνονται ότι κάποια στιγμή, σύντομα αν όχι τώρα, θα έρθει και η δική τους σειρά. Δεν είναι ούτε η κοινωνική αποδοχή που συναντά ο ακτιβισμός του Συνασπισμού, ούτε η ακτιβιστική ροπή που αρχίζει να διακρίνει το ΠΑΣΟΚ και που προδιαθέτει για σκληρότερες συνθήκες διακυβέρνησης από εδώ και πέρα, με περισσότερη αντιπολιτευτική δράση και μάλιστα δράση που θα έχει άμεση κοινωνική –και πιθανώς επικοινωνιακή- επίπτωση.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι η δυσαρέσκεια για τις αποφάσεις της δεν είναι μόνον διάχυτη, αλλά και εστιασμένη σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Και οι ομάδες αυτές φαίνονται ανάγλυφα στο πιο ενδιαφέρον σημείο της έρευνας της ΑΛΚΟ για τη ΓΣΕΕ να είναι οι γυναίκες και οι νέοι. Πρόκειται για δύο κατηγορίες στις οποίες παγιώνεται μια αρνητική εικόνα για την κυβέρνηση, δύο κατηγορίες κρίσιμες στην κάλπη, με ιδιαίτερες εκλογικές συμπεριφορές και οι οποίες, ούτως ή άλλως, μόνον προνομιακές δεν ήταν για τη Νέα Δημοκρατία.
Οι νέοι είναι –ας το πούμε με τον όρο του συρμού- η «γενιά του Τσίπρα». Είναι και κάτι ακόμη: η πρώτη γενιά νεολαίας που, ύστερα και από την υπόθεση του άρθρου 16, μπαίνει στην πολιτική με αριστερόστροφη πλειοψηφική τάση, εδώ και δύο δεκαετίες. Η επιρροή της μπορεί να γίνει ορατή πολύ νωρίτερα από όσο πιστεύει η κυβέρνηση.
Οι γυναίκες, πάλι, είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ομάδα. Ιστορικά, από τη δεκαετία του 80, αλλά και σταθερά από τότε, όχι γενικά η Αριστερά, αλλά συγκεκριμένα το ΠΑΣΟΚ έχει σημαντικά αυξημένα ποσοστά στη γυναικεία παρά στην ανδρική ψήφο. Οι γυναίκες είναι για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ένα προνομιακό εκλογικό ακροατήριο. Είναι επίσης πιο ευαίσθητες σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης ως κριτήριο ψήφου και πολύ περισσότερο εάν αφορούν τις ίδιες. Η παγίωση ενός αισθήματος αδικίας σε βάρος τους με τις ρυθμίσεις του ασφαλιστικού μπορεί να εξελιχθεί σχεδόν ανεπαίσθητα σε πολιτική καταστροφή.
Κι αυτά ανεξάρτητα από το πόσοι συμμετείχαν ή θα συμμετάσχουν στις συγκεντρώσεις της πλατείας Συντάγματος.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν είναι τόσο η γενική αντίδραση. Δεν είναι μόνον ότι θίγονται πολλοί και όλοι, μα όλοι χωρίς εξαίρεση, αισθάνονται ότι κάποια στιγμή, σύντομα αν όχι τώρα, θα έρθει και η δική τους σειρά. Δεν είναι ούτε η κοινωνική αποδοχή που συναντά ο ακτιβισμός του Συνασπισμού, ούτε η ακτιβιστική ροπή που αρχίζει να διακρίνει το ΠΑΣΟΚ και που προδιαθέτει για σκληρότερες συνθήκες διακυβέρνησης από εδώ και πέρα, με περισσότερη αντιπολιτευτική δράση και μάλιστα δράση που θα έχει άμεση κοινωνική –και πιθανώς επικοινωνιακή- επίπτωση.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι η δυσαρέσκεια για τις αποφάσεις της δεν είναι μόνον διάχυτη, αλλά και εστιασμένη σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Και οι ομάδες αυτές φαίνονται ανάγλυφα στο πιο ενδιαφέρον σημείο της έρευνας της ΑΛΚΟ για τη ΓΣΕΕ να είναι οι γυναίκες και οι νέοι. Πρόκειται για δύο κατηγορίες στις οποίες παγιώνεται μια αρνητική εικόνα για την κυβέρνηση, δύο κατηγορίες κρίσιμες στην κάλπη, με ιδιαίτερες εκλογικές συμπεριφορές και οι οποίες, ούτως ή άλλως, μόνον προνομιακές δεν ήταν για τη Νέα Δημοκρατία.
Οι νέοι είναι –ας το πούμε με τον όρο του συρμού- η «γενιά του Τσίπρα». Είναι και κάτι ακόμη: η πρώτη γενιά νεολαίας που, ύστερα και από την υπόθεση του άρθρου 16, μπαίνει στην πολιτική με αριστερόστροφη πλειοψηφική τάση, εδώ και δύο δεκαετίες. Η επιρροή της μπορεί να γίνει ορατή πολύ νωρίτερα από όσο πιστεύει η κυβέρνηση.
Οι γυναίκες, πάλι, είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ομάδα. Ιστορικά, από τη δεκαετία του 80, αλλά και σταθερά από τότε, όχι γενικά η Αριστερά, αλλά συγκεκριμένα το ΠΑΣΟΚ έχει σημαντικά αυξημένα ποσοστά στη γυναικεία παρά στην ανδρική ψήφο. Οι γυναίκες είναι για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ένα προνομιακό εκλογικό ακροατήριο. Είναι επίσης πιο ευαίσθητες σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης ως κριτήριο ψήφου και πολύ περισσότερο εάν αφορούν τις ίδιες. Η παγίωση ενός αισθήματος αδικίας σε βάρος τους με τις ρυθμίσεις του ασφαλιστικού μπορεί να εξελιχθεί σχεδόν ανεπαίσθητα σε πολιτική καταστροφή.
Κι αυτά ανεξάρτητα από το πόσοι συμμετείχαν ή θα συμμετάσχουν στις συγκεντρώσεις της πλατείας Συντάγματος.
Thursday, March 27, 2008
Ο Συνασπισμός στον κόσμο των "μεγάλων"
Πέμπτη 27 Μαρτίου – και είναι περίεργο, αλλά για το Συνασπισμό το τέλος της αθωότητας γράφτηκε μέσα σε έναν παιδότοπο.
Η δήλωση Αλαβάνου, το περιβόητο πια «καλώς τα παιδιά» και οι αντιδράσεις που προκάλεσε (σχεδόν όσες και η ίδια η πρόταση μομφής) λέει πολλά για τη σημερινή κατάσταση του Συνασπισμού. Αν το κόμμα είχε στις δημοσκοπήσεις 3% ή 5% ή 7% - όλοι θα έβλεπαν σε αυτή τη δήλωση ένα ευφυολόγημα, άλλοι πετυχημένο, άλλοι άκαιρο. Το κόμμα, όμως, έχει 17% ή 22% στις μετρήσεις. Και με τέτοιες μετρήσεις μετριέται αλλιώς. Στην ίδια δήλωση όλοι είδαν «αλαζονεία», «μικρομεγαλισμό», «αυθάδεια», «απώλεια αισθήματος του μέτρου». Ο Αλέκος Αλαβάνος ανακαλύπτει με σκληρό τρόπο ότι σημασία δεν έχει μόνον το τι λες αλλά και το ποιος το λέει. Ανακαλύπτει, επίσης, ότι δεν είναι πια αυτός που ήξερε, δεν είναι αυτός που νόμιζε και που ήταν έως τις προηγούμενες εκλογές.
Ο δημοσκοπικός τρικομματισμός αλλάζει και τα κριτήρια με τα οποία αντιμετωπίζονται τα κόμματα και οι αρχηγοί τους. Μια κουβέντα παραπάνω ή παρακάτω, που δεν σημαίνει τίποτα για τον ηγέτη ενός μικρού σχηματισμού της πολύ ελάσσονος αντιπολίτευσης, μπαίνει τώρα στο υποδεκάμετρο της κρίσης της κοινωνίας, αλλά κυρίως των μέσων ενημέρωσης. Ο Συνασπισμός διαπιστώνει πως και τα Μέσα λένε για τον ίδιο «καλώς τα παιδιά»: κάθε λέξη του θα μπαίνει σε κρησάρα, κάθε κίνησή του θα έχει τη δημοσιότητα και το άνοιγμα στο μεγάλο κοινό, μαζί όμως με όλα τα πλεονεκτήματα και όλους τους κινδύνους της ευρείας έκθεσης. Η απαίτηση πια από το Συνασπισμό ξεφεύγει πολύ από τις απαιτήσεις που υπάρχουν έναντι ενός κόμματος διαμαρτυρίας.
Υπάρχει μια πρόσθετη περιπλοκή. Ο Συνασπισμός δεν διεκδικεί μόνον την ίδια εν πολλοίς δεξαμενή ψήφων με το ΠΑΣΟΚ, που ήδη αυτό συνιστά απειλή για ένα μεγάλο κόμμα με παράδοση και βαθιές κοινωνικές ρίζες και ισχυρούς μηχανισμούς. Η αντιπαράθεση με τον Συνασπισμό ως απειλή συνιστά πια και ένα κριτήριο επάρκειας για τα κορυφαία στελέχη του – από τον πρόεδρο έως τους επίδοξους διαδόχους του και τους περίφημους παλιότερα «πρωθυπουργήσιμους». Απέναντί τους δεν είναι πια μόνον ο κ. Καραμανλής, αλλά εξίσου –αν όχι με προτεραιότητα- ο κ. Αλαβάνος και ο κ. Τσίπρας. Και ο σκληρός κόσμος της πολιτικής δεν έχει τη φήμη ότι βγάζει καλά παιδιά που είναι ευχάριστο να τα έχεις διαρκώς απέναντί σου.
Μπορεί ένα κόμμα που μέχρι πρόσφατα πάλευε για την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση, μπορεί ένα κόμμα που πήρε πριν από έξι μήνες 5%, μπορεί ένας μηχανισμός φτιαγμένος για να κάνει δημιουργική μεν, αλλά μικρής κλίμακας αντιπολίτευση σε ένα πολύ συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό χώρο να αντιμετωπίσει την επιτάχυνση της εκτόξευσής του στη στρατόσφαιρα των σφυγμομετρήσεων; Θα ισορροπήσει και θα αποδείξει πως άξιζε να βρίσκεται εκεί ψηλά και στην κάλπη και στη διάρκεια του χρόνου ή θα πάθει βέρτιγκο και θα επιστρέψει ζαλισμένος στις χαμηλές πτήσεις κοινοβουλευτικής επιβίωσης;
Το εγχείρημα είναι δύσκολο – αλλά για πρώτη φορά ίσως (και αντίθετα με την εκτόξευση) εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο από την ανεξέλεγκτη κρίση των υπολοίπων αλλά και από τον ίδιο το Συνασπισμό και την ηγεσία του.
Η δήλωση Αλαβάνου, το περιβόητο πια «καλώς τα παιδιά» και οι αντιδράσεις που προκάλεσε (σχεδόν όσες και η ίδια η πρόταση μομφής) λέει πολλά για τη σημερινή κατάσταση του Συνασπισμού. Αν το κόμμα είχε στις δημοσκοπήσεις 3% ή 5% ή 7% - όλοι θα έβλεπαν σε αυτή τη δήλωση ένα ευφυολόγημα, άλλοι πετυχημένο, άλλοι άκαιρο. Το κόμμα, όμως, έχει 17% ή 22% στις μετρήσεις. Και με τέτοιες μετρήσεις μετριέται αλλιώς. Στην ίδια δήλωση όλοι είδαν «αλαζονεία», «μικρομεγαλισμό», «αυθάδεια», «απώλεια αισθήματος του μέτρου». Ο Αλέκος Αλαβάνος ανακαλύπτει με σκληρό τρόπο ότι σημασία δεν έχει μόνον το τι λες αλλά και το ποιος το λέει. Ανακαλύπτει, επίσης, ότι δεν είναι πια αυτός που ήξερε, δεν είναι αυτός που νόμιζε και που ήταν έως τις προηγούμενες εκλογές.
Ο δημοσκοπικός τρικομματισμός αλλάζει και τα κριτήρια με τα οποία αντιμετωπίζονται τα κόμματα και οι αρχηγοί τους. Μια κουβέντα παραπάνω ή παρακάτω, που δεν σημαίνει τίποτα για τον ηγέτη ενός μικρού σχηματισμού της πολύ ελάσσονος αντιπολίτευσης, μπαίνει τώρα στο υποδεκάμετρο της κρίσης της κοινωνίας, αλλά κυρίως των μέσων ενημέρωσης. Ο Συνασπισμός διαπιστώνει πως και τα Μέσα λένε για τον ίδιο «καλώς τα παιδιά»: κάθε λέξη του θα μπαίνει σε κρησάρα, κάθε κίνησή του θα έχει τη δημοσιότητα και το άνοιγμα στο μεγάλο κοινό, μαζί όμως με όλα τα πλεονεκτήματα και όλους τους κινδύνους της ευρείας έκθεσης. Η απαίτηση πια από το Συνασπισμό ξεφεύγει πολύ από τις απαιτήσεις που υπάρχουν έναντι ενός κόμματος διαμαρτυρίας.
Υπάρχει μια πρόσθετη περιπλοκή. Ο Συνασπισμός δεν διεκδικεί μόνον την ίδια εν πολλοίς δεξαμενή ψήφων με το ΠΑΣΟΚ, που ήδη αυτό συνιστά απειλή για ένα μεγάλο κόμμα με παράδοση και βαθιές κοινωνικές ρίζες και ισχυρούς μηχανισμούς. Η αντιπαράθεση με τον Συνασπισμό ως απειλή συνιστά πια και ένα κριτήριο επάρκειας για τα κορυφαία στελέχη του – από τον πρόεδρο έως τους επίδοξους διαδόχους του και τους περίφημους παλιότερα «πρωθυπουργήσιμους». Απέναντί τους δεν είναι πια μόνον ο κ. Καραμανλής, αλλά εξίσου –αν όχι με προτεραιότητα- ο κ. Αλαβάνος και ο κ. Τσίπρας. Και ο σκληρός κόσμος της πολιτικής δεν έχει τη φήμη ότι βγάζει καλά παιδιά που είναι ευχάριστο να τα έχεις διαρκώς απέναντί σου.
Μπορεί ένα κόμμα που μέχρι πρόσφατα πάλευε για την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση, μπορεί ένα κόμμα που πήρε πριν από έξι μήνες 5%, μπορεί ένας μηχανισμός φτιαγμένος για να κάνει δημιουργική μεν, αλλά μικρής κλίμακας αντιπολίτευση σε ένα πολύ συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό χώρο να αντιμετωπίσει την επιτάχυνση της εκτόξευσής του στη στρατόσφαιρα των σφυγμομετρήσεων; Θα ισορροπήσει και θα αποδείξει πως άξιζε να βρίσκεται εκεί ψηλά και στην κάλπη και στη διάρκεια του χρόνου ή θα πάθει βέρτιγκο και θα επιστρέψει ζαλισμένος στις χαμηλές πτήσεις κοινοβουλευτικής επιβίωσης;
Το εγχείρημα είναι δύσκολο – αλλά για πρώτη φορά ίσως (και αντίθετα με την εκτόξευση) εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο από την ανεξέλεγκτη κρίση των υπολοίπων αλλά και από τον ίδιο το Συνασπισμό και την ηγεσία του.
Ασφαλιστικό από τα επάνω
Παρασκευή 21 Μαρτίου – και είναι θέμα ημερών, μετά το ασφαλιστικό Σιούφα, μετά το ασφαλιστικό Ρέππα, και το ασφαλιστικό Πετραλιά να γίνει νόμος του κράτους.
Γίνεται νόμος με τον τρόπο που ψηφίζονται πάντοτε οι ρυθμίσεις του ασφαλιστικού: μέσα σε θύελλα κοινωνικών αντιδράσεων, μέσα σε καταιγισμό απεργιών, μέσα σε πλήθη διαδηλωτών, μέσα σε ορυμαγδό δηλώσεων και διαβεβαιώσεων ότι μόλις αλλάξει η κυβέρνηση, ο νόμος θα καταργηθεί.
Ο νόμος Πετραλιά δεν πρόκειται να καταργηθεί, όπως το ΠΑΣΟΚ δεν κατήργησε το νόμο Σιούφα, καθώς είχε δεσμευθεί, όπως η Νέα Δημοκρατία δεν κατήργησε (αντιθέτως υπερέβαλε) το νόμο Ρέππα, όπως είχε διακηρύξει. Αυτό που θα συμβεί είναι ότι οι γενικές του ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν – ουσιαστικά πρόκειται για μια γενίκευση των όρων Σιούφα σε μια γενιά πιο πίσω, σε όσους μπήκαν στον εργασιακό στίβο τη δεκαετία του 80. Ορισμένες από τις ρυθμίσεις του θα καταπέσουν στα δικαστήρια, αλλά εάν η επίπτωση από τις δικαστικές αποφάσεις δεν είναι αρκετά μεγάλη ώστε να επηρεάζει τα συνολικά μεγέθη κανείς δεν θα το πληροφορηθεί καν – εκτός βέβαια από τους ενδιαφερόμενους. Η κυβέρνηση θα μπορεί να υποστηρίξει ότι, να που λέγατε ότι δεν κάνει τίποτα, έκανε μεγάλη μεταρρύθμιση. Η αντιπολίτευση θα μπορεί να υποστηρίξει ότι, να που λέγατε ότι έχει απονεκρωθεί, αντέδρασε με όποιον τρόπο μπορούσε. Τα συνδικάτα θα μπορούνε να φωνάζουν ότι, να που λέγατε πως έχουν συμβιβαστεί και το μόνο που ψάχνουν είναι μια εθελουσία όπως του ΟΤΕ, κατέβασαν τον κόσμο στους δρόμους και έδωσαν μέχρις εσχάτων την απεργιακή μάχη και είχαν και τους εργαζομένους στο πλευρό τους.
Το μήνυμα για την κοινωνία, όμως, ποιο θα είναι; Ότι για άλλη μια φορά το ασφαλιστικό συζητείται και προχωρεί με όρους κοινωνικής σύγκρουσης. Ότι κανείς δεν θέλει να συζητήσει στη βάση της συνεννόησης, γιατί συνεννόηση σημαίνει τελικά αναγνώριση πως θα χαθούν ορισμένα κεκτημένα. Ότι καμμία κυβέρνηση δεν έχει μπορέσει να πείσει την ευρεία κοινωνία για την ειλικρίνεια των προθέσεών της – και πώς άραγε να συμβεί αυτό με την παρούσα κυβέρνηση όταν έχουν προηγηθεί Αγάπιοι, Ευγένιοι και τα ρέστα. Ότι το ασφαλιστικό είναι στην ουσία ένα μπρα-ντε-φερ ανάμεσα σε όποια κυβέρνηση αισθάνεται ισχυρή και τα συνδικάτα που θεωρεί ότι βρίσκονται σε φάση υποχώρησης. Ότι το ασφαλιστικό είναι σε τελική ανάλυση ένα ζήτημα πολιτικής ισχύος, ένα ζήτημα επιβολής και όχι ένα καίριο τμήμα του βασικού κοινωνικού συμβολαίου που μας επιτρέπει να ζούμε στην ίδια χώρα. Και, ακόμη, ότι το συγκεκριμένο νομοθέτημα μπορεί να περιορίζει κάπως το γραφειοκρατικό κυκεώνα που κληροδότησε στη χώρα το διαρκές παζάρι των κυβερνήσεων με μικρά, μεσαία και μεγάλα οργανωμένα συμφέροντα, αλλά δεν λύνει το πραγματικό πρόβλημα, που είναι η σχέση των γενεών και το βάρος που θα χρειαστεί στο μέλλον να αναλάβουν τα παιδιά μας για τις δικές μας συντάξεις – εάν στο μεταξύ έχουν μπορέσει να βρουν δουλειά.
Δεν βάζει δηλαδή το ασφαλιστικό μέσα σε ένα σχέδιο για τη χώρα.
Γίνεται νόμος με τον τρόπο που ψηφίζονται πάντοτε οι ρυθμίσεις του ασφαλιστικού: μέσα σε θύελλα κοινωνικών αντιδράσεων, μέσα σε καταιγισμό απεργιών, μέσα σε πλήθη διαδηλωτών, μέσα σε ορυμαγδό δηλώσεων και διαβεβαιώσεων ότι μόλις αλλάξει η κυβέρνηση, ο νόμος θα καταργηθεί.
Ο νόμος Πετραλιά δεν πρόκειται να καταργηθεί, όπως το ΠΑΣΟΚ δεν κατήργησε το νόμο Σιούφα, καθώς είχε δεσμευθεί, όπως η Νέα Δημοκρατία δεν κατήργησε (αντιθέτως υπερέβαλε) το νόμο Ρέππα, όπως είχε διακηρύξει. Αυτό που θα συμβεί είναι ότι οι γενικές του ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν – ουσιαστικά πρόκειται για μια γενίκευση των όρων Σιούφα σε μια γενιά πιο πίσω, σε όσους μπήκαν στον εργασιακό στίβο τη δεκαετία του 80. Ορισμένες από τις ρυθμίσεις του θα καταπέσουν στα δικαστήρια, αλλά εάν η επίπτωση από τις δικαστικές αποφάσεις δεν είναι αρκετά μεγάλη ώστε να επηρεάζει τα συνολικά μεγέθη κανείς δεν θα το πληροφορηθεί καν – εκτός βέβαια από τους ενδιαφερόμενους. Η κυβέρνηση θα μπορεί να υποστηρίξει ότι, να που λέγατε ότι δεν κάνει τίποτα, έκανε μεγάλη μεταρρύθμιση. Η αντιπολίτευση θα μπορεί να υποστηρίξει ότι, να που λέγατε ότι έχει απονεκρωθεί, αντέδρασε με όποιον τρόπο μπορούσε. Τα συνδικάτα θα μπορούνε να φωνάζουν ότι, να που λέγατε πως έχουν συμβιβαστεί και το μόνο που ψάχνουν είναι μια εθελουσία όπως του ΟΤΕ, κατέβασαν τον κόσμο στους δρόμους και έδωσαν μέχρις εσχάτων την απεργιακή μάχη και είχαν και τους εργαζομένους στο πλευρό τους.
Το μήνυμα για την κοινωνία, όμως, ποιο θα είναι; Ότι για άλλη μια φορά το ασφαλιστικό συζητείται και προχωρεί με όρους κοινωνικής σύγκρουσης. Ότι κανείς δεν θέλει να συζητήσει στη βάση της συνεννόησης, γιατί συνεννόηση σημαίνει τελικά αναγνώριση πως θα χαθούν ορισμένα κεκτημένα. Ότι καμμία κυβέρνηση δεν έχει μπορέσει να πείσει την ευρεία κοινωνία για την ειλικρίνεια των προθέσεών της – και πώς άραγε να συμβεί αυτό με την παρούσα κυβέρνηση όταν έχουν προηγηθεί Αγάπιοι, Ευγένιοι και τα ρέστα. Ότι το ασφαλιστικό είναι στην ουσία ένα μπρα-ντε-φερ ανάμεσα σε όποια κυβέρνηση αισθάνεται ισχυρή και τα συνδικάτα που θεωρεί ότι βρίσκονται σε φάση υποχώρησης. Ότι το ασφαλιστικό είναι σε τελική ανάλυση ένα ζήτημα πολιτικής ισχύος, ένα ζήτημα επιβολής και όχι ένα καίριο τμήμα του βασικού κοινωνικού συμβολαίου που μας επιτρέπει να ζούμε στην ίδια χώρα. Και, ακόμη, ότι το συγκεκριμένο νομοθέτημα μπορεί να περιορίζει κάπως το γραφειοκρατικό κυκεώνα που κληροδότησε στη χώρα το διαρκές παζάρι των κυβερνήσεων με μικρά, μεσαία και μεγάλα οργανωμένα συμφέροντα, αλλά δεν λύνει το πραγματικό πρόβλημα, που είναι η σχέση των γενεών και το βάρος που θα χρειαστεί στο μέλλον να αναλάβουν τα παιδιά μας για τις δικές μας συντάξεις – εάν στο μεταξύ έχουν μπορέσει να βρουν δουλειά.
Δεν βάζει δηλαδή το ασφαλιστικό μέσα σε ένα σχέδιο για τη χώρα.
Monday, March 17, 2008
Κερασάκι χωρίς τούρτα
Δευτέρα 17 Μαρτίου – και ο κ. Τσίπρας το είπε κατηγορηματικά, όπως το είχε πει μια μέρα νωρίτερα και ο κ. Αλαβάνος: «δεν θα γίνουμε το κόκκινο κερασάκι στην κεντροαριστερή τούρτα».
Δεν θα χρειαστεί ιδιαίτερος κόπος. Το πολιτικό συμπέρασμα του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ, εάν κρίνει κανείς από τις ομιλίες του κ. Παπανδρέου, είναι ότι κεντροαριστερή τούρτα δεν πρόκειται να υπάρξει. Ο κ. Παπανδρέου φαίνεται πως έχει κάνει οριστικά μια επιλογή. Πιστεύει πως η άνοδος του Συνασπισμού δεν οφείλεται μόνο σε μια συγκυριακή αδυναμία του δικού του κόμματος να συγκρατήσει την παραδοσιακή του βάση, αλλά και σε μια συνολικότερη ριζοσπαστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας.
Η άλλη εκδοχή θα ήταν διαφορετική. Μπορεί κανείς να δει στην άνοδο του Συνασπισμού ως την μοναδική εκδοχή αξιόπιστης ψήφου διαμαρτυρίας σε μια συγκυρία όπου η δυσανεξία προς το πολιτικό κατεστημένο βρίσκεται σε κορύφωση, όπου το σύστημα αδυνατεί να δώσει λύσεις και προοπτική, ενώ η Αριστερά ταυτίζεται με ένα ξεχασμένο από τη δεκαετία του 80 πλεονέκτημά της, την πρωτοκαθεδρία στους νέους.
Αλλά και οι δύο ερμηνείες είναι θεμιτές. Ο κ. Παπανδρέου επιλέγει λοιπόν να ακολουθήσει στην ανανέωση των στελεχών (έξω όλοι οι παλιοί από το βασικό όργανο παραγωγής πολιτικής) και να διεκδικήσει μερίδιο στο –διευρυνόμενο, κατά την εκτίμησή του- πεδίο της αριστερής ψήφου.
Αλλά η αριστερή ψήφος, όσο κι αν ο κ. Τσίπρας μιλά για κυβερνητική προοπτική της Αριστεράς, είναι σήμερα ψήφος δυσαρέσκειας προς τον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Αυτή την εξουσία την έχει ασκήσει για πολλά χρόνια το ΠΑΣΟΚ. Η στροφή που κάνει δεν γίνεται με όρους κριτικής προς το παρελθόν του, αλλά με όρους ρήξης προς αυτό. Εάν η συζήτηση αφορά το ποιος μπορεί να ενσαρκώσει καλύτερα την αποστροφή προς την εξουσία και τον κυβερνητισμό – η συζήτηση έχει λήξει πριν αρχίσει.
Αλλά η μετατόπιση προς τα Αριστερά, θα έλεγε κανείς, ευνοεί τη συνεργασία. Νομίζω όχι. Πρώτα από όλα, το ΠΑΣΟΚ δεν υιοθέτησε την πρόταση της κοινής πολιτικής λογικής που ήρθε από δύο αντίθετες πλευρές του, το Ρεύμα Βενιζέλου και την αριστερή πτέρυγα των Ελλήνων Σοσιαλιστών, για ρητή και προκαταβολική δέσμευση ότι δεν θα υπάρξει συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία. Μια στροφή στα Αριστερά προφανώς περιορίζει δραστικά τις πιθανότητες υλοποίησης τέτοιου σεναρίου. Ταυτόχρονα, όμως, οδηγεί στη διεκδίκηση του ίδιου ακριβώς εκλογικού ακροατηρίου με το διευρυνόμενο Συνασπισμό. Εάν η διεκδίκηση γίνει λίγο πιο επιτυχής από το ΠΑΣΟΚ, οι σχέσεις τους –με μαθηματική ακρίβεια θα επιδεινωθούν. Το κέρδος του ενός θα είναι απώλεια για τον άλλο.
Και φυσικά, έτσι δεν λύνεται η βασική στρέβλωση του σημερινού πολιτικού συστήματος. Ότι δηλαδή απουσιάζει ένας χώρος υποδοχής της μετριοπαθούς δυσαρέσκειας προς την κυβέρνηση και της κριτικής, αλλά όχι απορριπτικής, στάσης έναντι του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Όσο μεγαλώνει το κενό στο κέντρο, συμβαίνει όλο και περισσότεροι Έλληνες να αυτοτοποθετούνται στον περίφημο μεσαίο χώρο. Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο ελληνικό παράδοξο.
Δεν θα χρειαστεί ιδιαίτερος κόπος. Το πολιτικό συμπέρασμα του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ, εάν κρίνει κανείς από τις ομιλίες του κ. Παπανδρέου, είναι ότι κεντροαριστερή τούρτα δεν πρόκειται να υπάρξει. Ο κ. Παπανδρέου φαίνεται πως έχει κάνει οριστικά μια επιλογή. Πιστεύει πως η άνοδος του Συνασπισμού δεν οφείλεται μόνο σε μια συγκυριακή αδυναμία του δικού του κόμματος να συγκρατήσει την παραδοσιακή του βάση, αλλά και σε μια συνολικότερη ριζοσπαστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας.
Η άλλη εκδοχή θα ήταν διαφορετική. Μπορεί κανείς να δει στην άνοδο του Συνασπισμού ως την μοναδική εκδοχή αξιόπιστης ψήφου διαμαρτυρίας σε μια συγκυρία όπου η δυσανεξία προς το πολιτικό κατεστημένο βρίσκεται σε κορύφωση, όπου το σύστημα αδυνατεί να δώσει λύσεις και προοπτική, ενώ η Αριστερά ταυτίζεται με ένα ξεχασμένο από τη δεκαετία του 80 πλεονέκτημά της, την πρωτοκαθεδρία στους νέους.
Αλλά και οι δύο ερμηνείες είναι θεμιτές. Ο κ. Παπανδρέου επιλέγει λοιπόν να ακολουθήσει στην ανανέωση των στελεχών (έξω όλοι οι παλιοί από το βασικό όργανο παραγωγής πολιτικής) και να διεκδικήσει μερίδιο στο –διευρυνόμενο, κατά την εκτίμησή του- πεδίο της αριστερής ψήφου.
Αλλά η αριστερή ψήφος, όσο κι αν ο κ. Τσίπρας μιλά για κυβερνητική προοπτική της Αριστεράς, είναι σήμερα ψήφος δυσαρέσκειας προς τον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Αυτή την εξουσία την έχει ασκήσει για πολλά χρόνια το ΠΑΣΟΚ. Η στροφή που κάνει δεν γίνεται με όρους κριτικής προς το παρελθόν του, αλλά με όρους ρήξης προς αυτό. Εάν η συζήτηση αφορά το ποιος μπορεί να ενσαρκώσει καλύτερα την αποστροφή προς την εξουσία και τον κυβερνητισμό – η συζήτηση έχει λήξει πριν αρχίσει.
Αλλά η μετατόπιση προς τα Αριστερά, θα έλεγε κανείς, ευνοεί τη συνεργασία. Νομίζω όχι. Πρώτα από όλα, το ΠΑΣΟΚ δεν υιοθέτησε την πρόταση της κοινής πολιτικής λογικής που ήρθε από δύο αντίθετες πλευρές του, το Ρεύμα Βενιζέλου και την αριστερή πτέρυγα των Ελλήνων Σοσιαλιστών, για ρητή και προκαταβολική δέσμευση ότι δεν θα υπάρξει συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία. Μια στροφή στα Αριστερά προφανώς περιορίζει δραστικά τις πιθανότητες υλοποίησης τέτοιου σεναρίου. Ταυτόχρονα, όμως, οδηγεί στη διεκδίκηση του ίδιου ακριβώς εκλογικού ακροατηρίου με το διευρυνόμενο Συνασπισμό. Εάν η διεκδίκηση γίνει λίγο πιο επιτυχής από το ΠΑΣΟΚ, οι σχέσεις τους –με μαθηματική ακρίβεια θα επιδεινωθούν. Το κέρδος του ενός θα είναι απώλεια για τον άλλο.
Και φυσικά, έτσι δεν λύνεται η βασική στρέβλωση του σημερινού πολιτικού συστήματος. Ότι δηλαδή απουσιάζει ένας χώρος υποδοχής της μετριοπαθούς δυσαρέσκειας προς την κυβέρνηση και της κριτικής, αλλά όχι απορριπτικής, στάσης έναντι του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Όσο μεγαλώνει το κενό στο κέντρο, συμβαίνει όλο και περισσότεροι Έλληνες να αυτοτοποθετούνται στον περίφημο μεσαίο χώρο. Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο ελληνικό παράδοξο.
Friday, March 14, 2008
Προσαράξαμε
Παρασκευή 14 Μαρτίου – και η πραγματικότητα δεν διαψεύδεται. Αλλά δεν υπάρχει μία πραγματικότητα. Δείτε, για παράδειγμα, μερικές εικόνες της χθεσινής μέρας.
Η Ελλάδα είναι μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα. Ο Πρωθυπουργός της βρίσκεται στις Βρυξέλλες, όπως όλοι οι άλλοι πρωθυπουργοί της Ευρώπης. Σύνοδος κορυφής. Η Ελλάδα έχει κάτι προβλήματα με τους γείτονές της. Συμβαίνουν και στις καλύτερες περιοχές. Η υπουργός της των Εξωτερικών, μια γυναίκα, όπως και αλλού στην Ευρώπη και τον κόσμο, συναντήθηκε με τους δύσκολους γείτονες και θα εποπτεύσει άλλο ένα γύρο διαβουλεύσεων από Δευτέρα στη Βιέννη. Στην Αθήνα, το κόμμα της αντιπολίτευσης, είχε συνέδριο. Ο πρόεδρός του έκανε έκκληση για συνεργασίες στον ευρύτερο χώρο του. Είναι πρόεδρος και της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται παντού στην Ευρώπη σε μια φάση αναζήτησης. Ο γραμματέας του αντίπαλου κυβερνώντος κόμματος και ένας νέος αρχηγός ενός κόμματος της Αριστεράς ήταν παρόντες στο συνέδριο – δείγμα εκλέπτυνσης της πολιτικής ζωής. Δείγμα πολιτικού πολιτισμού.
Ευτυχώς διαλέξατε το σωστό πακέτο φωτογραφιών από τη χθεσινή μέρα. Γιατί αν είχατε κάνει λάθος, και παίρνατε το άλλο πακέτο, τι θα βλέπατε; Τίποτα. Γιατί όταν ο φακός καλύπτεται από μαύρες σακούλες, η φωτογραφία βγαίνει μαύρη κατάμαυρη, σαν τις ώρες που πέρασαν χτες οι πολίτες της ευτυχισμένης χώρας. Μέσα μαζικής μεταφοράς δεν είχε. Πήραν λοιπόν όλοι τα αυτοκίνητά τους. Α, από κούρσα πάμε καλά. Υπέροχο θέαμα οι ακινητοποιημένες Καγιέν στο χάος της κυκλοφορίας. Αλλά δεν είναι μόνο που πήραν όλοι τα αυτοκίνητα – τι να κάνουν άλλωστε; Ήταν και χαλασμένα τα φανάρια, γιατί δεν έχουμε ούτε ρεύμα, στην πόλη που φωτίζει ο Θεός περισσότερο από τη ΔΕΗ.
Δυο ώρες από Χίλτον στην πλατεία Κοτζιά, αλλά η Καγιέν, Καγιέν. Να ξέρουμε και ποιοι είμαστε δηλαδή. Ευτυχισμένοι στο βολάν του αυτοκινήτου τους, οι οδηγοί απολάμβαναν την κοινωνική καταξίωση που τους παρέχει το ακριβό μοντέλο ρουφώντας τη βαριά αποφορά από τους λόφους των σκουπιδιών.
Εδώ αγαπάμε την τέχνη. Η πόλη μας είναι γεμάτη με κάτι πραγματικά ωραίες και πρωτότυπες εικαστικές καρδιές. Η μισή μου καρδιά στην όψη τους βρίσκεται. Η άλλη μισή δεν φαίνεται, η άλλη μισή καρδιά σκεπάζεται από ξέχειλες, κομματιασμένες σακκούλες και προβάλλει μέσα από κουρέλια και αποφάγια, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε όχι σε καμμιά σκοτεινή γωνιά της πόλης, αλλά Βουκουρεστίου και Βαλαωρίτου. Γιατί εδώ γεννήθηκε η δημοκρατία. Όσα σκουπίδια έχουν τα Σεπόλια, τόσα και το Κολωνάκι. Είμαστε κατά των κοινωνικών διακρίσεων.
Ανοίγοντας δρόμο μέσα από το σκουπιδαριό, ακροβατώντας ανάμεσα σε ακινητοποιημένες λαμαρίνες, περιμένοντας μάταια να ανάψει το πράσινο για να περάσουν απέναντι, κλείνοντας τα αυτιά τους για να υποφέρουν τα κορναρίσματα και κοιτώντας σα χαμένοι, κάτι δυστυχισμένοι τουρίστες προσπαθούσαν χτες το μεσημέρι να πετύχουν το αδύνατο: να διασχίσουν την Ερμού για να φτάσουν προς το Θησείο. Έτσι κατάλαβαν γιατί ο Θησέας ήταν ημίθεος.
Το μέρος έχει λάθος όνομα. Έπρεπε να λέγεται «Γιωργής». Δεν είναι υπερωκεάνειο, είναι ένα μικρό κρουαζιερόπλοιο για το Σαρωνικό. Σχετικά παλιό, αλλά πρόσφατα ανακαινισμένο, άνετο και καλοβαμμένο. Ο καιρός είναι ωραίος και η θάλασσα γύρω σχετικά ήρεμη. Τυχερό καράβι. Οι επιβάτες κολατσίζουν στις ξαπλώστρες, πίνουν καφέ στα σαλόνια, πετάνε στο κύμα τα άδεια κουτάκια από τα αναψυκτικά, αλείβονται αντηλιακό και γενικά περνάνε καλά. Δεν δείχνει να τους απασχολεί κάτι έντονα, η ζωή είναι ωραία. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι το πλοίο έχει προσαράξει.
Η Ελλάδα είναι μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα. Ο Πρωθυπουργός της βρίσκεται στις Βρυξέλλες, όπως όλοι οι άλλοι πρωθυπουργοί της Ευρώπης. Σύνοδος κορυφής. Η Ελλάδα έχει κάτι προβλήματα με τους γείτονές της. Συμβαίνουν και στις καλύτερες περιοχές. Η υπουργός της των Εξωτερικών, μια γυναίκα, όπως και αλλού στην Ευρώπη και τον κόσμο, συναντήθηκε με τους δύσκολους γείτονες και θα εποπτεύσει άλλο ένα γύρο διαβουλεύσεων από Δευτέρα στη Βιέννη. Στην Αθήνα, το κόμμα της αντιπολίτευσης, είχε συνέδριο. Ο πρόεδρός του έκανε έκκληση για συνεργασίες στον ευρύτερο χώρο του. Είναι πρόεδρος και της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται παντού στην Ευρώπη σε μια φάση αναζήτησης. Ο γραμματέας του αντίπαλου κυβερνώντος κόμματος και ένας νέος αρχηγός ενός κόμματος της Αριστεράς ήταν παρόντες στο συνέδριο – δείγμα εκλέπτυνσης της πολιτικής ζωής. Δείγμα πολιτικού πολιτισμού.
Ευτυχώς διαλέξατε το σωστό πακέτο φωτογραφιών από τη χθεσινή μέρα. Γιατί αν είχατε κάνει λάθος, και παίρνατε το άλλο πακέτο, τι θα βλέπατε; Τίποτα. Γιατί όταν ο φακός καλύπτεται από μαύρες σακούλες, η φωτογραφία βγαίνει μαύρη κατάμαυρη, σαν τις ώρες που πέρασαν χτες οι πολίτες της ευτυχισμένης χώρας. Μέσα μαζικής μεταφοράς δεν είχε. Πήραν λοιπόν όλοι τα αυτοκίνητά τους. Α, από κούρσα πάμε καλά. Υπέροχο θέαμα οι ακινητοποιημένες Καγιέν στο χάος της κυκλοφορίας. Αλλά δεν είναι μόνο που πήραν όλοι τα αυτοκίνητα – τι να κάνουν άλλωστε; Ήταν και χαλασμένα τα φανάρια, γιατί δεν έχουμε ούτε ρεύμα, στην πόλη που φωτίζει ο Θεός περισσότερο από τη ΔΕΗ.
Δυο ώρες από Χίλτον στην πλατεία Κοτζιά, αλλά η Καγιέν, Καγιέν. Να ξέρουμε και ποιοι είμαστε δηλαδή. Ευτυχισμένοι στο βολάν του αυτοκινήτου τους, οι οδηγοί απολάμβαναν την κοινωνική καταξίωση που τους παρέχει το ακριβό μοντέλο ρουφώντας τη βαριά αποφορά από τους λόφους των σκουπιδιών.
Εδώ αγαπάμε την τέχνη. Η πόλη μας είναι γεμάτη με κάτι πραγματικά ωραίες και πρωτότυπες εικαστικές καρδιές. Η μισή μου καρδιά στην όψη τους βρίσκεται. Η άλλη μισή δεν φαίνεται, η άλλη μισή καρδιά σκεπάζεται από ξέχειλες, κομματιασμένες σακκούλες και προβάλλει μέσα από κουρέλια και αποφάγια, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε όχι σε καμμιά σκοτεινή γωνιά της πόλης, αλλά Βουκουρεστίου και Βαλαωρίτου. Γιατί εδώ γεννήθηκε η δημοκρατία. Όσα σκουπίδια έχουν τα Σεπόλια, τόσα και το Κολωνάκι. Είμαστε κατά των κοινωνικών διακρίσεων.
Ανοίγοντας δρόμο μέσα από το σκουπιδαριό, ακροβατώντας ανάμεσα σε ακινητοποιημένες λαμαρίνες, περιμένοντας μάταια να ανάψει το πράσινο για να περάσουν απέναντι, κλείνοντας τα αυτιά τους για να υποφέρουν τα κορναρίσματα και κοιτώντας σα χαμένοι, κάτι δυστυχισμένοι τουρίστες προσπαθούσαν χτες το μεσημέρι να πετύχουν το αδύνατο: να διασχίσουν την Ερμού για να φτάσουν προς το Θησείο. Έτσι κατάλαβαν γιατί ο Θησέας ήταν ημίθεος.
Το μέρος έχει λάθος όνομα. Έπρεπε να λέγεται «Γιωργής». Δεν είναι υπερωκεάνειο, είναι ένα μικρό κρουαζιερόπλοιο για το Σαρωνικό. Σχετικά παλιό, αλλά πρόσφατα ανακαινισμένο, άνετο και καλοβαμμένο. Ο καιρός είναι ωραίος και η θάλασσα γύρω σχετικά ήρεμη. Τυχερό καράβι. Οι επιβάτες κολατσίζουν στις ξαπλώστρες, πίνουν καφέ στα σαλόνια, πετάνε στο κύμα τα άδεια κουτάκια από τα αναψυκτικά, αλείβονται αντηλιακό και γενικά περνάνε καλά. Δεν δείχνει να τους απασχολεί κάτι έντονα, η ζωή είναι ωραία. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι το πλοίο έχει προσαράξει.
Thursday, March 13, 2008
Ο Νεύτωνας στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ
Πέμπτη 13 Μαρτίου – και συνήθως τα συνέδρια των κομμάτων πρέπει να απαντήσουν στο κλασικό ερώτημα του Λένιν: «τι να κάνουμε». Δεν είναι έτσι τα πράγματα με το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ που αρχίζει σήμερα. Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να απαντήσει σε ένα διαφορετικό ερώτημα: «ποιοι είμαστε». Κι αφού αρνήθηκε να το αντιμετωπίσει σε συνθήκες ήπιου προβληματισμού, θα υποχρεωθεί να το κάνει τώρα, σε συνθήκες παροξυσμού και βαθιάς κρίσης.
Για το κόμμα που χτίστηκε επειδή ακριβώς έδωσε για πρώτη φορά κυβερνητική δυναμική στην αριστερή ή κεντροαριστερή παράταξη, η κρίση ταυτότητας πηγαίνει στη βάση της ύπαρξής του. Από τα χρόνια του 70, το ΠΑΣΟΚ συγκροτήθηκε μέσα από δύο στοιχεία: πρώτον, την αναφορά σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και τη σαφώς διαφορετική οπτική και ρητορική του σε μείζονα θέματα, από την οικονομία έως την εξωτερική πολιτική. Το στοιχείο αυτό έχει προφανώς αποδυναμωθεί μέσα στις διεθνείς εξελίξεις που άλλαξαν τον κόσμο αυτές τις τρεις δεκαετίες.
Το δεύτερο στοιχείο συγκρότησης του ΠΑΣΟΚ υπήρξε η κυβερνητική του δυνατότητα. Από την πρώτη στιγμή συσπείρωνε γύρω από αυτή την προοπτική εξουσίας πρόσωπα και ομάδες με ακραία διαφορετικούς πολιτικούς προσανατολισμούς – από τροτσκιστές μέχρι στελέχη της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου, για να το πω με πρόσωπα από το Μιχάλη Χαραλαμπίδη έως το Στέλιο Παπαθεμελή, περνώντας από όποιον και όσους μπορείτε να σκεφτείτε και είμαι βέβαιος πως δεν θα είναι λίγοι.
Τι ήταν αυτό που διασφάλισε τη δυνατότητα του κόμματος να διεξάγει μεγάλο μέρος του πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου στη χώρα για είκοσι και πλέον χρόνια μέσα στους κόλπους του; Τι ήταν αυτό που έκανε προηγούμενα συνέδριά του –όπως, ας πούμε, το 1996- να έχουν ίση, αν όχι μεγαλύτερη, σημασία για τη χώρα και τον πολιτικό της προσανατολισμό με τις εθνικές εκλογές; Ήταν ακριβώς η συνάντηση των διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων σε ένα κοινό χώρο με οπτική εξουσίας.
Από εδώ ξεκινάει σήμερα και η κρίση του ΠΑΣΟΚ. Το 1996 έκανε τη μετάβαση σε μια άλλη εποχή, πείθοντας πως η άσκηση της εξουσίας θα ήταν προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες και τις νέες ανάγκες – εκείνης της εποχής, που όλοι διαπίστωναν ότι δεν ήταν σαν την προηγούμενη. Είναι ακριβώς αυτό που δεν συνέβη το 2004. Το ΠΑΣΟΚ πέρασε τέσσερα χρόνια πιστεύοντας πως δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε άλλο παρά να περιμένει. Πίστεψε στο ώριμο φρούτο και τη δεξιά παρένθεση. Ο δισταγμός μπροστά στο κόστος μιας πραγματικής πολιτικής ανανέωσης, που σήμαινε όπως πάντοτε και μια πραγματική πολιτική ρήξη, ίσως με μειοψηφία και πλειοψηφία, αλλά πάντως με καθαρό το διαφορετικό στίγμα, οδήγησε στο μαρασμό και την εσωστρέφεια.
Το πρώτο που έχει να κάνει ένα συνέδριο κόμματος σε τέτοιες συνθήκες είναι να δώσει –πέρα από τη μάλλον αδιάφορη για τους υπόλοιπους ενότητα- ένα καθαρό στίγμα πολιτικής. Πώς δηλαδή θα είναι η χώρα σε τέσσερα χρόνια, εάν το κόμμα κερδίσει εκλογές – όσο και αν οι σφυγμομετρήσεις δείχνουν ότι αυτό είναι απίθανο να συμβεί σύντομα. Εάν δεν απαντήσει, τότε η πιθανότητα θα γίνει ακόμη μικρότερη.
Μπορεί να μετακινηθεί προς τα Αριστερά, εάν θεωρεί ότι υπάρχει πολιτικός χώρος. Μπορεί να τοποθετηθεί προς το κέντρο, αν θεωρεί ότι μπορεί να γίνει η κεντρική δύναμη ενός διπολικού και όχι δικομματικού συστήματος. Αλλά δεν μπορεί να μείνει εκεί που βρίσκεται, για τον απλό λόγο ότι βρίσκεται στο κενό και οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν απλώς το νόμο της βαρύτητας.
Για το κόμμα που χτίστηκε επειδή ακριβώς έδωσε για πρώτη φορά κυβερνητική δυναμική στην αριστερή ή κεντροαριστερή παράταξη, η κρίση ταυτότητας πηγαίνει στη βάση της ύπαρξής του. Από τα χρόνια του 70, το ΠΑΣΟΚ συγκροτήθηκε μέσα από δύο στοιχεία: πρώτον, την αναφορά σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και τη σαφώς διαφορετική οπτική και ρητορική του σε μείζονα θέματα, από την οικονομία έως την εξωτερική πολιτική. Το στοιχείο αυτό έχει προφανώς αποδυναμωθεί μέσα στις διεθνείς εξελίξεις που άλλαξαν τον κόσμο αυτές τις τρεις δεκαετίες.
Το δεύτερο στοιχείο συγκρότησης του ΠΑΣΟΚ υπήρξε η κυβερνητική του δυνατότητα. Από την πρώτη στιγμή συσπείρωνε γύρω από αυτή την προοπτική εξουσίας πρόσωπα και ομάδες με ακραία διαφορετικούς πολιτικούς προσανατολισμούς – από τροτσκιστές μέχρι στελέχη της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου, για να το πω με πρόσωπα από το Μιχάλη Χαραλαμπίδη έως το Στέλιο Παπαθεμελή, περνώντας από όποιον και όσους μπορείτε να σκεφτείτε και είμαι βέβαιος πως δεν θα είναι λίγοι.
Τι ήταν αυτό που διασφάλισε τη δυνατότητα του κόμματος να διεξάγει μεγάλο μέρος του πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου στη χώρα για είκοσι και πλέον χρόνια μέσα στους κόλπους του; Τι ήταν αυτό που έκανε προηγούμενα συνέδριά του –όπως, ας πούμε, το 1996- να έχουν ίση, αν όχι μεγαλύτερη, σημασία για τη χώρα και τον πολιτικό της προσανατολισμό με τις εθνικές εκλογές; Ήταν ακριβώς η συνάντηση των διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων σε ένα κοινό χώρο με οπτική εξουσίας.
Από εδώ ξεκινάει σήμερα και η κρίση του ΠΑΣΟΚ. Το 1996 έκανε τη μετάβαση σε μια άλλη εποχή, πείθοντας πως η άσκηση της εξουσίας θα ήταν προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες και τις νέες ανάγκες – εκείνης της εποχής, που όλοι διαπίστωναν ότι δεν ήταν σαν την προηγούμενη. Είναι ακριβώς αυτό που δεν συνέβη το 2004. Το ΠΑΣΟΚ πέρασε τέσσερα χρόνια πιστεύοντας πως δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε άλλο παρά να περιμένει. Πίστεψε στο ώριμο φρούτο και τη δεξιά παρένθεση. Ο δισταγμός μπροστά στο κόστος μιας πραγματικής πολιτικής ανανέωσης, που σήμαινε όπως πάντοτε και μια πραγματική πολιτική ρήξη, ίσως με μειοψηφία και πλειοψηφία, αλλά πάντως με καθαρό το διαφορετικό στίγμα, οδήγησε στο μαρασμό και την εσωστρέφεια.
Το πρώτο που έχει να κάνει ένα συνέδριο κόμματος σε τέτοιες συνθήκες είναι να δώσει –πέρα από τη μάλλον αδιάφορη για τους υπόλοιπους ενότητα- ένα καθαρό στίγμα πολιτικής. Πώς δηλαδή θα είναι η χώρα σε τέσσερα χρόνια, εάν το κόμμα κερδίσει εκλογές – όσο και αν οι σφυγμομετρήσεις δείχνουν ότι αυτό είναι απίθανο να συμβεί σύντομα. Εάν δεν απαντήσει, τότε η πιθανότητα θα γίνει ακόμη μικρότερη.
Μπορεί να μετακινηθεί προς τα Αριστερά, εάν θεωρεί ότι υπάρχει πολιτικός χώρος. Μπορεί να τοποθετηθεί προς το κέντρο, αν θεωρεί ότι μπορεί να γίνει η κεντρική δύναμη ενός διπολικού και όχι δικομματικού συστήματος. Αλλά δεν μπορεί να μείνει εκεί που βρίσκεται, για τον απλό λόγο ότι βρίσκεται στο κενό και οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν απλώς το νόμο της βαρύτητας.
Subscribe to:
Posts (Atom)