Τετάρτη 12 Μαρτίου – και είπα πολλά δυσάρεστα τις προηγούμενες ημέρες για το συνδικαλισμό και την εγχώρια εκδοχή της έννοιας της αντιπροσώπευσης των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Είναι άλλο όμως η κριτική, άλλο να επικρίνεις στάσεις, τακτικές και συμπεριφορές, κι άλλο η διαστρέβλωση, η παραχάραξη της πραγματικότητας, η διαστροφή του επιχειρήματος και εν τέλει η καθαρή συκοφάντηση.
Και ο τηλεμαραθώνιος μιζέριας και ψευδεπίγραφης τραγωδίας που παρακολουθήσαμε με αφορμή την απεργία της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ, το δακρύβρεκτο σήριαλ των ταπεινών και καταφρονεμένων που φτάνουν στο χείλος του θανάτου εξαιτίας των κακών συνδικαλιστών, ε, αυτό ελάχιστα απέχει από την καθαρή συκοφαντία. Και ασφαλώς δεν μας τιμά ως επάγγελμα, που σημειωτέον απεργεί πάλι σε λίγες μέρες.
Ήταν ένα εξαιρετικά κακό τηλεοπτικό θέαμα, μια άθλια εκδοχή της εκμετάλλευσης της κοινωνικής ευαισθησίας. Εικόνες σπάνιας έκπτωσης, σε μια γενικότερη συνθήκη που δεν διεκδικεί δα και δάφνες καθ’ εκάστην. Μια νεαρή που περιμένει για μεταμόσχευση καρδιάς και κινδυνεύει η ζωή της ανά πάσα στιγμή. Να κρατάει στα χέρια το μηχάνημα και να περιγράφει το δράμα της. Πώς θα λειτουργήσει χωρίς ρεύμα; Ένα ζεύγος ηλικιωμένων και εξαθλιωμένων που χωρίς καμμία βοήθεια μοιράζονται την ίδια συσκευή οξυγόνου και περιμένουν τη διακοπή της ηλεκτροδότησης ως καταδίκη ή ως λύτρωση. Ένας νέος με κινητικά προβλήματα που περιμένει να κατέβει με το ασανσέρ και το ρεύμα έχει κοπεί, οπότε εμφανίζεται απομονωμένος από τον κόσμο στο διαμέρισμά του. Μικρές ανθρώπινες ιστορίες, μικρές ανθρώπινες τραγωδίες, μεγάλη στρέβλωση της πραγματικότητας.
Η απάντηση στο πώς θα ζήσουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι χωρίς ρεύμα είναι απλή: όπως ακριβώς θα ζούσαν εάν το ρεύμα κοβόταν για κάποιον άλλο λόγο και όχι λόγω της απεργίας της ΓΕΝΟΠ. Όπως ακριβώς θα ζούσαν εάν η διακοπή είχε γίνει με το μεγάλο χιονιά πριν από λίγες εβδομάδες. Αλλά η κοινωνία και οι αρχές και η κυβέρνηση που κόπτεται σήμερα για τις ανάγκες τους δεν έχουν φροντίσει γι’αυτό. Τώρα τους σκέφτηκαν. Όπως ακριβώς θα ζούσαν εάν το ρεύμα κοβόταν το καλοκαίρι λόγω υπερφόρτωσης από τα κλιματιστικά που εγκαταστάθηκαν μαζικά χωρίς καμμία πρόνοια για την επιβάρυνση από τη χρήση τους. Αλλά η κοινωνία και οι αρχές και η κυβέρνηση που κόπτεται σήμερα για τις ανάγκες τους δεν έχουν φροντίσει γι’αυτό. Τώρα τους σκέφτηκαν. Όπως ακριβώς θα ζούσαν εάν το ρεύμα κοβόταν –και συμβαίνει συχνά- επειδή έπεσε ένα δέντρο στα καλώδια, ή επειδή φύσηξε δυνατά, ή επειδή έχει κακοκαιρία, ή επειδή έχει καύσωνα, ή επειδή έπεσε σκόνη από την Αφρική στους μονωτήρες. Αλλά η κοινωνία και οι αρχές και η κυβέρνηση που κόπτεται σήμερα για τις ανάγκες τους δεν έχουν φροντίσει γι’αυτό. Τώρα τους θυμηθήκαμε, που βολεύει για το επιχείρημα.
Έχουν αρκετά να τους καταλογίσεις οι συνδικαλιστές της ΔΕΗ ώστε δεν χρειάζεται να τους φορτώνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. Όλους τους ταλαιπωρημένους της ζωής είναι τόσο ταπεινό, κυνικο και χυδαίο να τους θυμόμαστε τώρα, όσο είναι ταπεινό, κυνικό και χυδαίο ότι τους ξεχνάμε όλο τον υπόλοιπο καιρό.
Wednesday, March 12, 2008
Tuesday, March 11, 2008
Απεργίες και απεργίες
Τρίτη 11 Μαρτίου – και έχουμε εντελώς ξεφύγει. Δεν ζητάει κανείς να γίνονται στην Ελλάδα γιαπωνέζικες απεργίες με περιβραχιόνια και εντατική εργασία, σαν αυτές που ίσως θα ονειρευόταν ο (άλλο Τογιότα κι άλλο ΔΕΗ) Τάκης Αθανασόπουλος. Δεν ζητάει κανείς να γίνονται απεργίες χωρίς επίπτωση στο κοινωνικό σύνολο. Άλλωστε, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ειδικά οι κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό αντιμετωπίζονται με συμπάθεια από την κοινωνία: δεν υπάρχει κανείς που να πιστεύει πως η υπόθεση δεν τον αφορά, και δεν υπάρχει κανείς που να μην βλέπει πως εάν δεν περιλαμβάνεται στις σημερινές ρυθμίσεις, υπάρχουν κι οι αυριανές για όσους την έχουν έως τώρα γλιτώσει.
Τα παραδείγματα έχουν αξία. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι σκουπίδια. Πρόκειται για μια αξιοθρήνητη εικόνα της πόλης, για μια αξιοθρήνητη εικονογράφηση της ζωής μας και της κοινωνικής μας οργάνωσης. Εμείς, οι πολίτες, που παρά τις εκκλήσεις κατεβάζουμε τα σκουπίδια στο δρόμο, να τα υφιστάμεθα όλοι μαζί και όχι καθένας μόνος στο σπίτι. Οι εργαζόμενοι, που παρά τις εκκλήσεις, δεν βρήκαν άλλο τρόπο διεκδίκησης των αιτημάτων τους, παρά μόνο τη βύθιση της χώρας στη σκουπιδομάζα. Αλλά και η κυβέρνηση που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είχε υποσχεθεί ρύθμιση για τα βαρέα και ανθυγιεινά, όπως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βαρέα και ανθυγιεινά λείπουν από το νομοσχέδιο Πετραλιά. Έχουν, λοιπόν, λόγο να απεργούν και, εν τέλει, δεν κάνουν κάτι παραπάνω από το να απεργούν.
Γιατί λέω ότι έχουμε ξεφύγει; Υπάρχουν ορισμένες άλλες απεργίες, όπως αυτή της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, για παράδειγμα, που αποτυπώνουν την αντίληψη των συνδικαλιστών του ευρύτερου δημόσιου τομέα – αυτών που κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου αποκαλούσε «ρετιρέ», και κάτι ήξερε για το πώς είχαν εκτοξευθεί εκεί από το ισόγειο…
Άκουσα, για παράδειγμα, τον οργανωτικό γραμματέα της ΓΕΝΟΠ να δηλώνει ότι «πρώτα θα κοπεί το 50% του φορτίου που πηγαίνει στις βιομηχανίες και μετά θα γίνουν διακοπές στην οικιακή κατανάλωση». Δικό του είναι το ρεύμα, ό,τι θέλει το κάνει.
Σύμφωνοι. Για χάρη της συζήτησης λέμε πως η ΓΕΝΟΠ έχει μυριστεί σωστά το κόλπο της κυβέρνησης, του υπουργείου και της διοίκησης της ΔΕΗ. Ότι κόβουν το ρεύμα στον κόσμο για να αντιδράσουν οι πολίτες, για να φέρει αντιμέτωπες τις κοινωνικές ομάδες, για να λειτουργήσει ο κοινωνικός αυτοματισμός. Μπορεί να το καταγγείλει, όπως και κάνει. Και οι πολίτες να κρίνουν.
Αυτό που δεν μπορεί να γίνεται είναι να αποφασίζει η συνδικαλιστική ένωση ποιος θα πάρει ρεύμα και ποιος όχι. Αν έκανε την επιλογή η διοίκηση να το δώσει όλο στη βιομηχανία θα κριθεί από την κυβέρνηση που τη διόρισε. Και η κυβέρνηση από τους πολίτες που τη διόρισαν. Γιατί ασφαλώς κανένας δεν διόρισε τη συνδικαλιστική ένωση υπεύθυνη για διοικητικές αποφάσεις – είτε αυτές αφορούν το διαθέσιμο ρεύμα στην απεργία, είτε αυτές αφορούν προαγωγές, μεταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλη εσωτερική λειτουργία της επιχείρησης.
Οι απεργοί της ΔΕΗ χάνουν την κοινωνική τους απήχηση, χάνουν την έξωθεν μαρτυρία. Γιατί; Επειδή είναι φανερό πως γύρω από το ασφαλιστικό δεν δίνουν μόνον μια μάχη κατοχύρωσης έστω κεκτημένων δικαιωμάτων για εκείνους που εκπροσωπούν. Δίνουν μια μάχη διατήρησης του κατοχυρωμένου για τους ίδιους μέσα από δεκαετίες στρέβλωσης και πολιτικής ανοχής για συνδιοίκηση της ΔΕΗ. Αυτό είναι το θέμα και παίζεται στην πλάτη μιας κοινωνίας σε μεγάλο ποσοστό ανύποπτης και σε μικρό της μέρος απολύτως συνένοχης.
Τα παραδείγματα έχουν αξία. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι σκουπίδια. Πρόκειται για μια αξιοθρήνητη εικόνα της πόλης, για μια αξιοθρήνητη εικονογράφηση της ζωής μας και της κοινωνικής μας οργάνωσης. Εμείς, οι πολίτες, που παρά τις εκκλήσεις κατεβάζουμε τα σκουπίδια στο δρόμο, να τα υφιστάμεθα όλοι μαζί και όχι καθένας μόνος στο σπίτι. Οι εργαζόμενοι, που παρά τις εκκλήσεις, δεν βρήκαν άλλο τρόπο διεκδίκησης των αιτημάτων τους, παρά μόνο τη βύθιση της χώρας στη σκουπιδομάζα. Αλλά και η κυβέρνηση που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είχε υποσχεθεί ρύθμιση για τα βαρέα και ανθυγιεινά, όπως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βαρέα και ανθυγιεινά λείπουν από το νομοσχέδιο Πετραλιά. Έχουν, λοιπόν, λόγο να απεργούν και, εν τέλει, δεν κάνουν κάτι παραπάνω από το να απεργούν.
Γιατί λέω ότι έχουμε ξεφύγει; Υπάρχουν ορισμένες άλλες απεργίες, όπως αυτή της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, για παράδειγμα, που αποτυπώνουν την αντίληψη των συνδικαλιστών του ευρύτερου δημόσιου τομέα – αυτών που κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου αποκαλούσε «ρετιρέ», και κάτι ήξερε για το πώς είχαν εκτοξευθεί εκεί από το ισόγειο…
Άκουσα, για παράδειγμα, τον οργανωτικό γραμματέα της ΓΕΝΟΠ να δηλώνει ότι «πρώτα θα κοπεί το 50% του φορτίου που πηγαίνει στις βιομηχανίες και μετά θα γίνουν διακοπές στην οικιακή κατανάλωση». Δικό του είναι το ρεύμα, ό,τι θέλει το κάνει.
Σύμφωνοι. Για χάρη της συζήτησης λέμε πως η ΓΕΝΟΠ έχει μυριστεί σωστά το κόλπο της κυβέρνησης, του υπουργείου και της διοίκησης της ΔΕΗ. Ότι κόβουν το ρεύμα στον κόσμο για να αντιδράσουν οι πολίτες, για να φέρει αντιμέτωπες τις κοινωνικές ομάδες, για να λειτουργήσει ο κοινωνικός αυτοματισμός. Μπορεί να το καταγγείλει, όπως και κάνει. Και οι πολίτες να κρίνουν.
Αυτό που δεν μπορεί να γίνεται είναι να αποφασίζει η συνδικαλιστική ένωση ποιος θα πάρει ρεύμα και ποιος όχι. Αν έκανε την επιλογή η διοίκηση να το δώσει όλο στη βιομηχανία θα κριθεί από την κυβέρνηση που τη διόρισε. Και η κυβέρνηση από τους πολίτες που τη διόρισαν. Γιατί ασφαλώς κανένας δεν διόρισε τη συνδικαλιστική ένωση υπεύθυνη για διοικητικές αποφάσεις – είτε αυτές αφορούν το διαθέσιμο ρεύμα στην απεργία, είτε αυτές αφορούν προαγωγές, μεταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλη εσωτερική λειτουργία της επιχείρησης.
Οι απεργοί της ΔΕΗ χάνουν την κοινωνική τους απήχηση, χάνουν την έξωθεν μαρτυρία. Γιατί; Επειδή είναι φανερό πως γύρω από το ασφαλιστικό δεν δίνουν μόνον μια μάχη κατοχύρωσης έστω κεκτημένων δικαιωμάτων για εκείνους που εκπροσωπούν. Δίνουν μια μάχη διατήρησης του κατοχυρωμένου για τους ίδιους μέσα από δεκαετίες στρέβλωσης και πολιτικής ανοχής για συνδιοίκηση της ΔΕΗ. Αυτό είναι το θέμα και παίζεται στην πλάτη μιας κοινωνίας σε μεγάλο ποσοστό ανύποπτης και σε μικρό της μέρος απολύτως συνένοχης.
Friday, March 7, 2008
The party is over
Παρασκευή 7 Μαρτίου – και πριν από τέσσερα χρόνια το σύνθημα της ημέρας ήταν «πάρτυ-πάρτυ στις 7 του Μάρτη». Σήμερα η γενική αίσθηση είναι πως «το πάρτυ τελείωσε». Όχι μόνο για την κυβέρνηση. Για όλους. Και σίγουρα για τη χώρα.
Τι συνέβη; Μεσολάβησαν τόσα πολλά και το mood σήμερα είναι τόσο διαφορετικό; Νομίζω ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο: η ατμόσφαιρα έχει αλλάξει κυρίως επειδή άλλαξαν πολύ λιγότερα από όσα είχαν υποσχεθεί οι διοργανωτές και, ασφαλώς, πολύ λιγότερα από όσα ήλπιζαν οι προσκεκλημένοι.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς μια τόσο διαφορετική πολιτική συνθήκη έχει τη βάση της στην ίδια ανάγκη της κοινωνίας. Στις 7 Μαρτίου του 2004 εκείνο που έδωσε τη νίκη στη Νέα Δημοκρατία και τον κ. Καραμανλή ήταν η εμπεδωμένη εικόνα στην κοινή γνώμη πως η χώρα είχε ανάγκη μιας αλλαγής. Ότι είχαν εγκατασταθεί πολλαπλά και μη ελεγχόμενα κέντρα εξουσίας, που δρούσαν παραλυτικά για το κράτος, με αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση του συμφέροντος των μελών τους. Ότι υπήρχε ένας ευρύς μηχανισμός νομής της εξουσίας, που είχε παρακαμφθεί για να εκπληρωθούν με επιτυχία μείζονες εθνικοί στόχοι, όπως η ΟΝΕ, αλλά είχε επανακάμψει αμέσως μετά, καταπνίγοντας τη μεταρρυθμιστική πνοή.
Στις 7 Μαρτίου του 2004 οι πολίτες ενεργοποίησαν την ψήφο τους ως το μόνο μέσο που είχαν στη διάθεσή τους για να σπάσουν αυτά τα παράκεντρα απομύζησης της εξουσίας. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το αίτημα είναι το ίδιο – όπως τουλάχιστον λένε οι δημοσκοπήσεις και εδώ ταιριάζουν απολύτως με τη γενική αίσθηση των πολιτών. Το αίτημα είναι ανατροπή.
Ανατροπή δεν είναι μόνο αίσθηση. Έχει πολιτικό περιεχόμενο. Ένα σχέδιο για τη χώρα που να απελευθερώνει τις πολλές, καταπιεσμένες δυνάμεις δημιουργικότητας που διαθέτει και που δεν μπορούν να διαπεράσουν το αόρατο αλλά πανίσχυρο δίχτυ που τις κρατάει καθηλωμένες. Είναι το δίχτυ της κομματικής κατανομής της εξουσίας.
Υπάρχει μια ακόμη μείζων διαφορά μέσα στα τέσσερα χρόνια. Λένε πως η δημοσκοπική ψήφος στο Συνασπισμό είναι ψήφος διαμαρτυρίας. Έχουν δίκιο κι αυτό έχει μεγαλύτερη ακόμη πολιτική αξία. Για πρώτη φορά, κανένας από τους παραδοσιακούς μεταπολιτευτικούς πόλους εξουσίας δεν πείθει ότι η παρουσία του στην διακυβέρνηση της χώρας αντί του άλλου συνιστά πραγματική ανατροπή. Τέσσερα χρόνια κυβέρνησης της Ν.Δ. σήμερα έχουν οδηγήσει στη γενίκευση της πεποίθησης πως ανατροπή από το εσωτερικό του δικομματικού συστήματος δεν θα έρθει. Ότι πρέπει να πιεστεί απέξω. Αυτή είναι η μεγαλύτερη αλλαγή που συντελέστηκε στη βάση του εκλογικού σώματος από την έναρξη του πάρτυ μέχρι σήμερα, που τα φώτα είναι πια αναμμένα (εφόσον το επιτρέπει η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ).
Όσο για την κατάσταση στο ΠΑΣΟΚ, επειδή είμαστε σε κλίμα πάρτυ και τα μέλη του σε κλίμα συνεδρίου, ταιριάζει η περίφημη αποστροφή του Ταλλεϋράνδου για το συνέδριο της Βιέννης, που είχε παρατραβήξει και είχε εξελιχθεί σε πλαίσιο κοινωνικών επαφών περισσότερο παρά πολιτικής. Τον είχαν ρωτήσει, στις μακρινές αρχές του 19ου αιώνα, εάν το συνέδριο προχωρεί και απάντησε: «Δεν προχωρεί. Το συνέδριο χορεύει».
Τι συνέβη; Μεσολάβησαν τόσα πολλά και το mood σήμερα είναι τόσο διαφορετικό; Νομίζω ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο: η ατμόσφαιρα έχει αλλάξει κυρίως επειδή άλλαξαν πολύ λιγότερα από όσα είχαν υποσχεθεί οι διοργανωτές και, ασφαλώς, πολύ λιγότερα από όσα ήλπιζαν οι προσκεκλημένοι.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς μια τόσο διαφορετική πολιτική συνθήκη έχει τη βάση της στην ίδια ανάγκη της κοινωνίας. Στις 7 Μαρτίου του 2004 εκείνο που έδωσε τη νίκη στη Νέα Δημοκρατία και τον κ. Καραμανλή ήταν η εμπεδωμένη εικόνα στην κοινή γνώμη πως η χώρα είχε ανάγκη μιας αλλαγής. Ότι είχαν εγκατασταθεί πολλαπλά και μη ελεγχόμενα κέντρα εξουσίας, που δρούσαν παραλυτικά για το κράτος, με αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση του συμφέροντος των μελών τους. Ότι υπήρχε ένας ευρύς μηχανισμός νομής της εξουσίας, που είχε παρακαμφθεί για να εκπληρωθούν με επιτυχία μείζονες εθνικοί στόχοι, όπως η ΟΝΕ, αλλά είχε επανακάμψει αμέσως μετά, καταπνίγοντας τη μεταρρυθμιστική πνοή.
Στις 7 Μαρτίου του 2004 οι πολίτες ενεργοποίησαν την ψήφο τους ως το μόνο μέσο που είχαν στη διάθεσή τους για να σπάσουν αυτά τα παράκεντρα απομύζησης της εξουσίας. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το αίτημα είναι το ίδιο – όπως τουλάχιστον λένε οι δημοσκοπήσεις και εδώ ταιριάζουν απολύτως με τη γενική αίσθηση των πολιτών. Το αίτημα είναι ανατροπή.
Ανατροπή δεν είναι μόνο αίσθηση. Έχει πολιτικό περιεχόμενο. Ένα σχέδιο για τη χώρα που να απελευθερώνει τις πολλές, καταπιεσμένες δυνάμεις δημιουργικότητας που διαθέτει και που δεν μπορούν να διαπεράσουν το αόρατο αλλά πανίσχυρο δίχτυ που τις κρατάει καθηλωμένες. Είναι το δίχτυ της κομματικής κατανομής της εξουσίας.
Υπάρχει μια ακόμη μείζων διαφορά μέσα στα τέσσερα χρόνια. Λένε πως η δημοσκοπική ψήφος στο Συνασπισμό είναι ψήφος διαμαρτυρίας. Έχουν δίκιο κι αυτό έχει μεγαλύτερη ακόμη πολιτική αξία. Για πρώτη φορά, κανένας από τους παραδοσιακούς μεταπολιτευτικούς πόλους εξουσίας δεν πείθει ότι η παρουσία του στην διακυβέρνηση της χώρας αντί του άλλου συνιστά πραγματική ανατροπή. Τέσσερα χρόνια κυβέρνησης της Ν.Δ. σήμερα έχουν οδηγήσει στη γενίκευση της πεποίθησης πως ανατροπή από το εσωτερικό του δικομματικού συστήματος δεν θα έρθει. Ότι πρέπει να πιεστεί απέξω. Αυτή είναι η μεγαλύτερη αλλαγή που συντελέστηκε στη βάση του εκλογικού σώματος από την έναρξη του πάρτυ μέχρι σήμερα, που τα φώτα είναι πια αναμμένα (εφόσον το επιτρέπει η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ).
Όσο για την κατάσταση στο ΠΑΣΟΚ, επειδή είμαστε σε κλίμα πάρτυ και τα μέλη του σε κλίμα συνεδρίου, ταιριάζει η περίφημη αποστροφή του Ταλλεϋράνδου για το συνέδριο της Βιέννης, που είχε παρατραβήξει και είχε εξελιχθεί σε πλαίσιο κοινωνικών επαφών περισσότερο παρά πολιτικής. Τον είχαν ρωτήσει, στις μακρινές αρχές του 19ου αιώνα, εάν το συνέδριο προχωρεί και απάντησε: «Δεν προχωρεί. Το συνέδριο χορεύει».
Thursday, March 6, 2008
Συνδιαχειριστικός συνδικαλισμός: όλοι σε ομηρία
Πέμπτη 6 Μαρτίου – και έχουμε τρελλαθεί εντελώς; Έχουμε ξεφύγει; Έγιναν εκλογές και βγήκε κυβέρνηση ο Άρθουρ Σκάργκιλ; Για όσους δεν τον θυμούνται, είναι ο αρχηγός των βρετανικών συνδικάτων που με μια σειρά περήφανων μαχών σε ανθρακωρυχεία και δρόμους της πατρίδας του οδήγησε την χώρα στη μεγαλύτερη μεταπολεμική κρίση της οικονομίας, σε δέκα χρόνια άγριου θατσερισμού και σε διάλυση το κόμμα του. Αλλά Άρθουρ ζεις, εσύ μας οδηγείς…
Είναι φανερό πως τα συνδικάτα έχουν βρεθεί σε μια άκρως ευμενή για αυτά συγκυρία. Υπάρχει ένας διάχυτος φόβος στην ελληνική κοινωνία, ίσως μάλιστα αυτό να είναι σήμερα το βασικό ανακλαστικό των ανθρώπων και ο βασικός προσδιοριστικός παράγοντας των πολιτικών τους συμπεριφορών. Ταυτόχρονα υπάρχει ένα αδύναμο πολιτικό σύστημα, που εμφανώς δεν μπορεί να κάνει προτάσεις, να δώσει λύσεις, να εισηγηθεί διέξοδο και να αναλάβει το πιθανό κόστος της. Για το λόγο αυτό οι πολίτες αναζητούν άμυνες και η πιο παραδοσιακή άμυνα είναι η άρνηση της αλλαγής, το πιο παραδοσιακό χαράκωμα ο συνδιοικητικός συνδικαλισμός και τα προπύργιά του στο δημόσιο τομέα.
Η κυβέρνηση έχει 151 βουλευτές και ένα τετραετές ήδη από αύριο παρελθόν αλλεπάλληλων συμβιβασμών με κάθε είδους συνδικαλιστική πίεση, κυρίως εκ των έσω – δεν είναι τυχαίο ότι τηλεοπτικός πρωταγωνιστής της είναι ο κ. Μανώλης και ορόσημο της τακτικής της η περίφημη εθελουσία στον ΟΤΕ. Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν είναι απλώς έμφοβη μπροστά στα συνδικάτα αλλά και πλήρως ελεγχόμενη από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Πάντοτε και παντού τα σοσιαλιστικά κόμματα έχουν ένα ιδιαίτερο δεσμό, δεσμό αίματος από παλιά, με τα συνδικάτα. Αλλά αυτή τη φορά είναι διαφορετικό: η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ εξασφάλισε την παραμονή της μέσα από την πλήρη στήριξη των συνδικαλιστικών «κεφαλιών», κάτι που προφανώς οδηγεί σε πολιτικές δεσμεύσεις έναντί τους.
Οι υπόλοιπο είναι όμηροι. Τα συνδικάτα έχουν κάνει μια παρεξήγηση, ή μάλλον έχουν καταλάβει καλύτερα από εμάς. Δεν είναι φορείς εκπροσώπησης των εργαζομένων σε επιχειρήσεις. Είναι συνιδιοκτήτες και συνδιαχειριστές του αντικειμένου των επιχειρήσεων. Αυτή είναι η έννοια που δίνουν στο «δημόσιο αγαθό».
Τίνος είναι το ρεύμα; Είναι της ΓΕΝΟΠ. Όχι η διοίκηση της εταρείας, που λέγεται ΔΕΗ, όχι τα γραφεία, όχι η διοικητική αλυσίδα, ούτε καν τα έσοδα. Δικό τους είναι το ρεύμα. Γι’αυτό και μπορούν να κατεβάζουν τους ρελέδες ό,τι ώρα θέλουν. Και να κλείνουν τους ομήρους τους στα ασανσέρ. Στην ΕΥΔΑΠ, προφανώς, τους ανήκει το νερό. Εάν δεν συμφωνήσουν, ας ψοφήσουν όλοι της δίψας. Στην Τράπεζα της Ελλάδος τους ανήκει και το χρήμα – το παγώνουν όποτε θέλουν και αφήνουν να στεγνώσει η αγορά και να γελοιοποιηθεί στις παγκόσμιες συναλλαγές η ρεντίκολη χώρα. Στην ΕΙΝΑΠ ανήκει και το συκώτι των ομήρων – δικαιούται να αποφασίσει εάν και πότε θα χειρουργηθεί. Στην ΟΜΕ ανήκει το Ίντερνετ – γι’αυτό και πήρε μπόνους ο παλιός που είναι αλλιώς και θα φεσώσει εσαεί τα κορόιδα τους νεότερους που θα κάνουν την ίδια δουλειά, με τα διπλάσια προσόντα, σε λάθος, όμως, εποχή. Έτσι είναι εδώ, που επειδή τα Βαλκάνια αρχίζουν να προχωρούν είναι μάλλον παίξε-γέλασε. Όποιου δεν του αρέσει να μετοικήσει.
Κι όλα αυτά γιατί; Σκέψου να γινόταν και καμμία ασφαλιστική μεταρρύθμιση…
Είναι φανερό πως τα συνδικάτα έχουν βρεθεί σε μια άκρως ευμενή για αυτά συγκυρία. Υπάρχει ένας διάχυτος φόβος στην ελληνική κοινωνία, ίσως μάλιστα αυτό να είναι σήμερα το βασικό ανακλαστικό των ανθρώπων και ο βασικός προσδιοριστικός παράγοντας των πολιτικών τους συμπεριφορών. Ταυτόχρονα υπάρχει ένα αδύναμο πολιτικό σύστημα, που εμφανώς δεν μπορεί να κάνει προτάσεις, να δώσει λύσεις, να εισηγηθεί διέξοδο και να αναλάβει το πιθανό κόστος της. Για το λόγο αυτό οι πολίτες αναζητούν άμυνες και η πιο παραδοσιακή άμυνα είναι η άρνηση της αλλαγής, το πιο παραδοσιακό χαράκωμα ο συνδιοικητικός συνδικαλισμός και τα προπύργιά του στο δημόσιο τομέα.
Η κυβέρνηση έχει 151 βουλευτές και ένα τετραετές ήδη από αύριο παρελθόν αλλεπάλληλων συμβιβασμών με κάθε είδους συνδικαλιστική πίεση, κυρίως εκ των έσω – δεν είναι τυχαίο ότι τηλεοπτικός πρωταγωνιστής της είναι ο κ. Μανώλης και ορόσημο της τακτικής της η περίφημη εθελουσία στον ΟΤΕ. Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν είναι απλώς έμφοβη μπροστά στα συνδικάτα αλλά και πλήρως ελεγχόμενη από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Πάντοτε και παντού τα σοσιαλιστικά κόμματα έχουν ένα ιδιαίτερο δεσμό, δεσμό αίματος από παλιά, με τα συνδικάτα. Αλλά αυτή τη φορά είναι διαφορετικό: η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ εξασφάλισε την παραμονή της μέσα από την πλήρη στήριξη των συνδικαλιστικών «κεφαλιών», κάτι που προφανώς οδηγεί σε πολιτικές δεσμεύσεις έναντί τους.
Οι υπόλοιπο είναι όμηροι. Τα συνδικάτα έχουν κάνει μια παρεξήγηση, ή μάλλον έχουν καταλάβει καλύτερα από εμάς. Δεν είναι φορείς εκπροσώπησης των εργαζομένων σε επιχειρήσεις. Είναι συνιδιοκτήτες και συνδιαχειριστές του αντικειμένου των επιχειρήσεων. Αυτή είναι η έννοια που δίνουν στο «δημόσιο αγαθό».
Τίνος είναι το ρεύμα; Είναι της ΓΕΝΟΠ. Όχι η διοίκηση της εταρείας, που λέγεται ΔΕΗ, όχι τα γραφεία, όχι η διοικητική αλυσίδα, ούτε καν τα έσοδα. Δικό τους είναι το ρεύμα. Γι’αυτό και μπορούν να κατεβάζουν τους ρελέδες ό,τι ώρα θέλουν. Και να κλείνουν τους ομήρους τους στα ασανσέρ. Στην ΕΥΔΑΠ, προφανώς, τους ανήκει το νερό. Εάν δεν συμφωνήσουν, ας ψοφήσουν όλοι της δίψας. Στην Τράπεζα της Ελλάδος τους ανήκει και το χρήμα – το παγώνουν όποτε θέλουν και αφήνουν να στεγνώσει η αγορά και να γελοιοποιηθεί στις παγκόσμιες συναλλαγές η ρεντίκολη χώρα. Στην ΕΙΝΑΠ ανήκει και το συκώτι των ομήρων – δικαιούται να αποφασίσει εάν και πότε θα χειρουργηθεί. Στην ΟΜΕ ανήκει το Ίντερνετ – γι’αυτό και πήρε μπόνους ο παλιός που είναι αλλιώς και θα φεσώσει εσαεί τα κορόιδα τους νεότερους που θα κάνουν την ίδια δουλειά, με τα διπλάσια προσόντα, σε λάθος, όμως, εποχή. Έτσι είναι εδώ, που επειδή τα Βαλκάνια αρχίζουν να προχωρούν είναι μάλλον παίξε-γέλασε. Όποιου δεν του αρέσει να μετοικήσει.
Κι όλα αυτά γιατί; Σκέψου να γινόταν και καμμία ασφαλιστική μεταρρύθμιση…
Wednesday, March 5, 2008
Ποιός επενδύει σε ρεντίκολα;
Τετάρτη 5 Μαρτίου – και τι είναι αυτό που κατέκτησε με πολύ κόπο σχεδόν δύο δεκαετιών η Ελλάδα; Κατέκτησε το δικαίωμα στη σοβαρότητα. Να την αντιμετωπίζουν οι άλλοι, πρώτα οι Ευρωπαίοι εταίροι της και μετά όλος ο κόσμος, ως ένα σοβαρό συνομιλητή, ως μια αξιόπιστη παρουσία, ως μια χώρα που πληροί τις βασικές προδιαγραφές για να ανήκει στον ανεπτυγμένο –κι όχι πια τον αναπτυσσόμενο- κόσμο. Οι προϋποθέσεις είναι οικονομικές, είναι πολιτικές, είναι κοινωνικές – αλλά κυρίως αφορούν τη συμπεριφορά και τις απαραβίαστες σταθερές. Με λίγα λόγια, την τήρηση των κανόνων του παιχνιδιού.
Η κατάκτηση αυτή είναι μείζον επίτευγμα για τη χώρα με τεράστια πρακτική αξία. Για παράδειγμα, αυτό εξαργυρώνουμε σήμερα όταν η Αθήνα μπορεί και ανατρέπει μια πολυετή κατάσταση αδράνειας και επαναφέρει στο τραπέζι, με δική της επιλογή και πρωτοβουλία, το ζήτημα της ονομασίας. Εάν η Ελλάδα δεν είχε, για παράδειγμα, στο ενεργητικό της τρεις επιτυχημένες προεδρίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ αμφίβολο εάν ο γραμματέας του ΝΑΤΟ θα εμφανιζόταν τόσο προσκολλημένος στις αξίες της Συμμαχίας του για να δηλώνει πως –ακόμη και σε ένα θέμα που οι περισσότεροι μας ρίχνουν άδικο- «άλλο σύμμαχος και μέλος και άλλο υποψήφιο μέλος».
Υπάρχουν όμως και μερικά κριτήρια που αφορούν ευθέως τη σοβαρότητα της χώρας. Και ένα από αυτά παραβιάζεται με σκαιό, αιφνιδιαστικό και εντελώς ακραίο τρόπο από τους συνδικαλιστές της Τραπέζης της Ελλάδος. Μπορούν να κλείσουν την Πανεπιστημίου. Μπορούν να κάνουν πορεία. Μπορούν να σταματήσουν τις συναλλαγές με το κοινό. Μπορούν να αναρτήσουν πανώ νεοελληνικής αισθητικής στις κολώνες της εισόδου της Τράπεζας. Μπορούν να διαμαρτυρηθούν, να φωνάξουν, να προκαλέσουν αναστάτωση στο χώρο τους, μπορούν επίσης να καταψηφίσουν την κυβέρνηση, εάν θέλουν, σε πρώτη ευκαιρία. Αυτό που είναι εντελώς αδιανόητο είναι να διεκδικούν το δικαίωμα και να βγάζουν την Ελλάδα από το χάρτη των διεθνών συναλλαγών.
Σήμερα δεν θα λειτουργήσει το Χρηματιστήριο. Δεν θα εκκαθαριστούν οι συναλλαγές. Για τρίτη μέρα δεν θα είναι διαπραγματεύσιμα τα ελληνικά ομόλογα στις διεθνείς αγορές. Κάποιοι που θα θέλουν να πουλήσουν, δεν θα μπορούν. Θα τους κάνει μεγάλη εντύπωση, θα τους κάνει κατάπληξη γιατί συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια σε παγκόσμια κλίμακα. Θα ρωτήσουν γιατί. Και το χειρότερο είναι ότι θα μάθουν.
Προφανώς με το που θα ξαναρχίσουν οι συναλλαγές θα το λάβουν υπόψη τους. Θα αγοράζουν ομόλογα μιας άλλης παρόμοιας με την Ελλάδα χώρας σε ευρώ. Ή θα πρέπει να πουλήσουμε τα δικά μας φθηνότερα για να τους δελεάσουμε πάλι. Δηλαδή να τους δώσουμε μεγαλύτερο επιτόκιο. Δηλαδή να καταβάλουμε όλοι εξ αδιαιρέτου ένα τέλος αναξιοπιστίας της χώρας μας, μπορείτε να το πείτε επίσης τέλος συνδικαλιστικής ασυλίας.
Αυτά τα εξωφρενικά μπορεί σε εμάς να φαίνονται γραφικά. Τα γραφικά μέρη τα επισκέπτεται κανείς για βόλτα. Δεν βάζει τα λεφτά του σε γραφικότητες. Είναι απολύτως προβλέψιμο ότι αυτό θα είναι το συμπέρασμα των ξένων επενδυτών. Πρόκειται για κυνικούς καπιταλιστές. Δεν θα γελάσουν καν ειρωνικά. Απλώς θα ασχολούνται λιγότερο μαζί μας. Δεν πρόκειται ασφαλώς να δείξουν οι μεγάλοι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι αρκετή υπομονή για να εξαρτήσουν τη δυνατότητά τους για αγοραπωλησία τίτλων από την απόφαση ενός μονομελούς δικαστήριου για τα ασφαλιστικά μέτρα. Γιατί; Γιατί μπορούν να μην το κάνουν. Γιατί έχουν άφθονες εναλλακτικές λύσεις.
Είναι μερικά πράγματα που κρίνουν τη σοβαρότητα μιας χώρας. Και η δική μας, τρεις μέρες τώρα, είναι νεκρή όπως οι συναλλαγές.
Η κατάκτηση αυτή είναι μείζον επίτευγμα για τη χώρα με τεράστια πρακτική αξία. Για παράδειγμα, αυτό εξαργυρώνουμε σήμερα όταν η Αθήνα μπορεί και ανατρέπει μια πολυετή κατάσταση αδράνειας και επαναφέρει στο τραπέζι, με δική της επιλογή και πρωτοβουλία, το ζήτημα της ονομασίας. Εάν η Ελλάδα δεν είχε, για παράδειγμα, στο ενεργητικό της τρεις επιτυχημένες προεδρίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ αμφίβολο εάν ο γραμματέας του ΝΑΤΟ θα εμφανιζόταν τόσο προσκολλημένος στις αξίες της Συμμαχίας του για να δηλώνει πως –ακόμη και σε ένα θέμα που οι περισσότεροι μας ρίχνουν άδικο- «άλλο σύμμαχος και μέλος και άλλο υποψήφιο μέλος».
Υπάρχουν όμως και μερικά κριτήρια που αφορούν ευθέως τη σοβαρότητα της χώρας. Και ένα από αυτά παραβιάζεται με σκαιό, αιφνιδιαστικό και εντελώς ακραίο τρόπο από τους συνδικαλιστές της Τραπέζης της Ελλάδος. Μπορούν να κλείσουν την Πανεπιστημίου. Μπορούν να κάνουν πορεία. Μπορούν να σταματήσουν τις συναλλαγές με το κοινό. Μπορούν να αναρτήσουν πανώ νεοελληνικής αισθητικής στις κολώνες της εισόδου της Τράπεζας. Μπορούν να διαμαρτυρηθούν, να φωνάξουν, να προκαλέσουν αναστάτωση στο χώρο τους, μπορούν επίσης να καταψηφίσουν την κυβέρνηση, εάν θέλουν, σε πρώτη ευκαιρία. Αυτό που είναι εντελώς αδιανόητο είναι να διεκδικούν το δικαίωμα και να βγάζουν την Ελλάδα από το χάρτη των διεθνών συναλλαγών.
Σήμερα δεν θα λειτουργήσει το Χρηματιστήριο. Δεν θα εκκαθαριστούν οι συναλλαγές. Για τρίτη μέρα δεν θα είναι διαπραγματεύσιμα τα ελληνικά ομόλογα στις διεθνείς αγορές. Κάποιοι που θα θέλουν να πουλήσουν, δεν θα μπορούν. Θα τους κάνει μεγάλη εντύπωση, θα τους κάνει κατάπληξη γιατί συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια σε παγκόσμια κλίμακα. Θα ρωτήσουν γιατί. Και το χειρότερο είναι ότι θα μάθουν.
Προφανώς με το που θα ξαναρχίσουν οι συναλλαγές θα το λάβουν υπόψη τους. Θα αγοράζουν ομόλογα μιας άλλης παρόμοιας με την Ελλάδα χώρας σε ευρώ. Ή θα πρέπει να πουλήσουμε τα δικά μας φθηνότερα για να τους δελεάσουμε πάλι. Δηλαδή να τους δώσουμε μεγαλύτερο επιτόκιο. Δηλαδή να καταβάλουμε όλοι εξ αδιαιρέτου ένα τέλος αναξιοπιστίας της χώρας μας, μπορείτε να το πείτε επίσης τέλος συνδικαλιστικής ασυλίας.
Αυτά τα εξωφρενικά μπορεί σε εμάς να φαίνονται γραφικά. Τα γραφικά μέρη τα επισκέπτεται κανείς για βόλτα. Δεν βάζει τα λεφτά του σε γραφικότητες. Είναι απολύτως προβλέψιμο ότι αυτό θα είναι το συμπέρασμα των ξένων επενδυτών. Πρόκειται για κυνικούς καπιταλιστές. Δεν θα γελάσουν καν ειρωνικά. Απλώς θα ασχολούνται λιγότερο μαζί μας. Δεν πρόκειται ασφαλώς να δείξουν οι μεγάλοι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι αρκετή υπομονή για να εξαρτήσουν τη δυνατότητά τους για αγοραπωλησία τίτλων από την απόφαση ενός μονομελούς δικαστήριου για τα ασφαλιστικά μέτρα. Γιατί; Γιατί μπορούν να μην το κάνουν. Γιατί έχουν άφθονες εναλλακτικές λύσεις.
Είναι μερικά πράγματα που κρίνουν τη σοβαρότητα μιας χώρας. Και η δική μας, τρεις μέρες τώρα, είναι νεκρή όπως οι συναλλαγές.
Μήπως εμείς θέλουμε τη λύση;
Τρίτη 4 Μαρτίου – και όπως ξέρουν όσοι έχουν σπαταλήσει κάποιες ώρες της ζωής τους γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι, υπάρχει ένας άγραφος νόμος του παιχνιδιού. Για το τελικό μέτρημα δεν έχει τόση σημασία εάν έχει κανείς κερδίσει πολλούς γύρους, πολλές χαρτωσιές, στην αρχή. Τα μεγάλα χτυπήματα γίνονται από όλους στο τέλος. Εκεί κρίνονται τα πάντα.
Τώρα, λοιπόν, που μπαίνουμε στην τελική ευθεία των συζητήσεων, και ετοιμάζουν όλοι τα χτυπήματά τους, τώρα που κρίνονται τα πάντα γύρω από μια 20ετή υπόθεση της ονομασίας, πρώτα από όλα ας μην μας κάνει έκπληξη η καθυστέρηση και ο χρόνος που έχει διαρρεύσει. Το όνομα είναι ένα από τα πολλά, και ενδεχομένως το λιγότερο σημαντικό για την τύχη της περιοχής, υστερόγραφο της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, και της γενικής ανακατανομής ισχύος στα Βαλκάνια μετά το τέλος της ψυχροπολεμικής εποχής. Τα Βαλκάνια έζησαν πιο έντονα και πιο δραματικά από τις περισσότερες περιοχές του κόσμου την αρχή του ψυχρού πολέμου, με τον ελληνικό εμφύλιο, τα Βαλκάνια πλήρωσαν πιο ακριβά και το τέλος του με το αίμα να ρέει αυτή τη φορά στη Γιουγκοσλαβία και να αφήνει πίσω του ανεκπλήρωτους πόθους, αγεφύρωτα χάσματα και βαθύ μίσος, στη χειρότερη έκρηξη εθνικισμού στην Ευρώπη από τη εποχή του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου.
Εδώ εγγράφονται τα Σκόπια και το όνομα της χώρας που όταν ήταν ομόσπονδη λεγόταν Δημοκρατία της Μακεδονίας. Γι’αυτόν ακριβώς το λόγο η Ελλάδα δεν έχει απλώς ένα λόγο παραπάνω. Έχει τον καθοριστικό λόγο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι βόρειοι γείτονες έχουν κερδίσει, μέσα από μια ασύλληπτη δική μας παράκρουση, την παγκόσμια αναγνώριση με τους χειρότερους για εμάς όρους. Είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι η αναγνώριση που τους χρειάζεται είναι η ελληνική. Από την Αθήνα περνάει η τελική τους νομιμοποίηση – όπως από την Ελλάδα ήρθε και η οικονομική τους στήριξη και επιβίωση. Εξάλλου, εάν δεν ήταν έτσι, δεν θα γινόταν και τόση συζήτηση.
Για την Ελλάδα, το πρόβλημα δεν είναι εάν θα αναγνωρίσει ή όχι. Ασφαλώς και μπορεί να αρνηθεί και το κόστος θα είναι υπαρκτό μεν, αλλά όχι αβάσταχτο. Ακόμη και εάν δυσαρεστηθούν οι Αμερικανοί – η κυβέρνησή τους είναι μια κυβέρνηση που φεύγει. Ξέρουμε, όμως, ότι χωρίς σταθερότητα και, στην ουσία, διεθνή παρέμβαση η χώρα απειλείται με διάλυση. Δεν υπάρχουν δωρεάν λύσεις. Εάν εκείνοι αναλάβουν τον κίνδυνο και μείνουν αμετακίνητοι, δική τους και η χώρα που διακυβεύεται. Εάν τελικά κάνουν το βήμα προς τη λύση για την Ελλάδα η επιλογή είναι πολύ απλή – και, πέρα πολύ από τις δημοσκοπήσεις και τη δημαγωγία, έχει ήδη γίνει από τη χώρα: η Ελλάδα προτιμάει τους σχετικά μικρούς κινδύνους από πιθανούς, δεν το αρνείται κανείς, αλυτρωτικούς παροξυσμούς μιας ελαφράς εθνοτικής πλειοψηφίας σε μια μικρή και κλυδωνιζόμενη χώρα, παρά μια γενική αποσταθεροποίηση και την πυροδότηση εθνικισμών, όπως του αλβανικού, πολύ πιο επικίνδυνων επειδή έχουν ευρύτερη πληθυσμιακή βάση και κέντρα αναφοράς.
Τώρα, λοιπόν, που μπαίνουμε στην τελική ευθεία των συζητήσεων, και ετοιμάζουν όλοι τα χτυπήματά τους, τώρα που κρίνονται τα πάντα γύρω από μια 20ετή υπόθεση της ονομασίας, πρώτα από όλα ας μην μας κάνει έκπληξη η καθυστέρηση και ο χρόνος που έχει διαρρεύσει. Το όνομα είναι ένα από τα πολλά, και ενδεχομένως το λιγότερο σημαντικό για την τύχη της περιοχής, υστερόγραφο της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, και της γενικής ανακατανομής ισχύος στα Βαλκάνια μετά το τέλος της ψυχροπολεμικής εποχής. Τα Βαλκάνια έζησαν πιο έντονα και πιο δραματικά από τις περισσότερες περιοχές του κόσμου την αρχή του ψυχρού πολέμου, με τον ελληνικό εμφύλιο, τα Βαλκάνια πλήρωσαν πιο ακριβά και το τέλος του με το αίμα να ρέει αυτή τη φορά στη Γιουγκοσλαβία και να αφήνει πίσω του ανεκπλήρωτους πόθους, αγεφύρωτα χάσματα και βαθύ μίσος, στη χειρότερη έκρηξη εθνικισμού στην Ευρώπη από τη εποχή του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου.
Εδώ εγγράφονται τα Σκόπια και το όνομα της χώρας που όταν ήταν ομόσπονδη λεγόταν Δημοκρατία της Μακεδονίας. Γι’αυτόν ακριβώς το λόγο η Ελλάδα δεν έχει απλώς ένα λόγο παραπάνω. Έχει τον καθοριστικό λόγο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι βόρειοι γείτονες έχουν κερδίσει, μέσα από μια ασύλληπτη δική μας παράκρουση, την παγκόσμια αναγνώριση με τους χειρότερους για εμάς όρους. Είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι η αναγνώριση που τους χρειάζεται είναι η ελληνική. Από την Αθήνα περνάει η τελική τους νομιμοποίηση – όπως από την Ελλάδα ήρθε και η οικονομική τους στήριξη και επιβίωση. Εξάλλου, εάν δεν ήταν έτσι, δεν θα γινόταν και τόση συζήτηση.
Για την Ελλάδα, το πρόβλημα δεν είναι εάν θα αναγνωρίσει ή όχι. Ασφαλώς και μπορεί να αρνηθεί και το κόστος θα είναι υπαρκτό μεν, αλλά όχι αβάσταχτο. Ακόμη και εάν δυσαρεστηθούν οι Αμερικανοί – η κυβέρνησή τους είναι μια κυβέρνηση που φεύγει. Ξέρουμε, όμως, ότι χωρίς σταθερότητα και, στην ουσία, διεθνή παρέμβαση η χώρα απειλείται με διάλυση. Δεν υπάρχουν δωρεάν λύσεις. Εάν εκείνοι αναλάβουν τον κίνδυνο και μείνουν αμετακίνητοι, δική τους και η χώρα που διακυβεύεται. Εάν τελικά κάνουν το βήμα προς τη λύση για την Ελλάδα η επιλογή είναι πολύ απλή – και, πέρα πολύ από τις δημοσκοπήσεις και τη δημαγωγία, έχει ήδη γίνει από τη χώρα: η Ελλάδα προτιμάει τους σχετικά μικρούς κινδύνους από πιθανούς, δεν το αρνείται κανείς, αλυτρωτικούς παροξυσμούς μιας ελαφράς εθνοτικής πλειοψηφίας σε μια μικρή και κλυδωνιζόμενη χώρα, παρά μια γενική αποσταθεροποίηση και την πυροδότηση εθνικισμών, όπως του αλβανικού, πολύ πιο επικίνδυνων επειδή έχουν ευρύτερη πληθυσμιακή βάση και κέντρα αναφοράς.
Monday, March 3, 2008
Κόμματα εξουσίας: δύο, τρία ή κανένα;
Δευτέρα 3 Μαρτίου – και οι σφυγμομετρήσεις (που, παρεμπιπτόντως, καιρό έχω να ακούσω ότι είναι στημένες και όργανα συμφερόντων)…
… οι σφυγμομετρήσεις, λοιπόν, δεν αφήνουν καμμία αμφιβολία για το τι συμβαίνει σήμερα στην ελληνική κοινωνία σε σχέση με το πολιτικό σύστημα. Υπάρχει μια γενική απογοήτευση, μια γενική απαξίωση, που μετατρέπεται σε οξεία αποστροφή, αποσαθρώνει την εκλογική βάση των δύο μεγάλων κομμάτων και θέτει σε αμφισβήτηση το μεταπολιτευτικό δικομματισμό. Για το γεγονός λίγες αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις θα μπορούσαν να διατυπωθούν. Οι συνέπειές του και πού θα οδηγήσει είναι ένα άλλο κεφάλαιο.
Ο δικομματισμός, εδώ όπως παντού, έχει μια πολιτική προϋπόθεση: ένα μεγάλο κόμμα στον ευρύτερο συντηρητικό χώρο και ένα μεγάλο κόμμα στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, που το καθένα από αυτά να είναι η προφανής και αυτονόητη εναλλακτική πρόταση εξουσίας ανά πάσα στιγμή για τη χώρα. Να διαθέτουν, δηλαδή, σχέδιο για τη χώρα, στελεχιακό δυναμικό και εικόνα στην κοινωνία ότι δεν πρόκειται σε καμμία περίπτωση, έστω κι αν το ένα συγκυριακά αποτύχει στην άσκηση της εξουσίας, να υπάρξει κενό εξουσίας: το άλλο είναι έτοιμο, δηλαδή προετοιμασμένο πολιτικά και οργανωτικά, όχι να την καταλάβει αλλά να την αναλάβει.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις θέτουν ένα διαφορετικό ερώτημα. Ο δικομματισμός με την έννοια αυτή σήμερα στην Ελλάδα απλώς δεν υπάρχει. Το ισχύον εκλογικό σύστημα, όπως και εκείνο με το οποίο θα διεξαχθούν οι μεταπροσεχείς εκλογές, εγγυώνται ότι με τα σημερινά ποσοστά δεν τίθεται ούτε κατ’ιδέαν θέμα μονοκομματικής κυβέρνησης, που κι αυτή είναι συστατικό του δικομματισμού. Επομένως τι υπάρχει;
Τα σενάρια είναι δύο. Μπορεί να βρεθούμε μπροστά σε τρία κόμματα εξουσίας, αντί για δύο. Θα είναι μια εντελώς διαφορετική συνθήκη, μια πλήρης και μακροπρόθεσμη αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Οι κυβερνήσεις θα προκύπτουν με διαφορετικό τρόπο και οι συνεργασίες επίσης. Ο σχηματισμός των κυβερνήσεων θα είναι δυσκολότερος και τα σχήματα ασταθέστερα, αφού ένα σχήμα τριών κομμάτων θα ρέπει πάντοτε προς την αποδυνάμωση του ενός και την επιστροφή στη δικομματική σταθερότητα.
Το άλλο σενάριο είναι αυτό που έχουμε σήμερα. Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, και η αίσθηση από την κοινωνία μας προτρέπει να τις πιστέψουμε, η κατάρρευση του δικομματισμού δεν αφήνει πίσω της τρία δυνητικά κόμματα εξουσίας. Αφήνει μια κατάσταση εκκρεμούς, χωρίς κανένα κόμμα εξουσίας. Η απογοήτευση είναι τέτοια που φτάνει, εν τέλει, όχι στο αίτημα αλλαγής ή εναλλαγής, αλλά στην άρνησή τους. Ίσως γι’ αυτό ακούγεται όλο και συχνότερα από διάφορες πλευρές το παλιό σύνθημα του Μάο «μεγάλη αναταραχή, υπέροχη κατάσταση».
Αλλά ο καιρός των επαναστάσεων έχει περάσει. Απέχουμε ήδη 40 χρόνια από το 1968. Και οι αιτίες της ανατροπής είναι εντελώς αντιφατικές με το αίτημά της. Η αποστροφή προς την εξουσία δεν έρχεται από τα στρώματα που την αμφισβητούν ως ιδέα και κατάσταση, αλλά από τους απογοητευμένους από την άσκησή της. Είναι αίτημα διαχείρισης, που συνδέεται λιγότερο με τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας και περισσότερο με την απουσία πραγματικής πολιτικής έκφρασης των μεσαίων στρωμάτων.
… οι σφυγμομετρήσεις, λοιπόν, δεν αφήνουν καμμία αμφιβολία για το τι συμβαίνει σήμερα στην ελληνική κοινωνία σε σχέση με το πολιτικό σύστημα. Υπάρχει μια γενική απογοήτευση, μια γενική απαξίωση, που μετατρέπεται σε οξεία αποστροφή, αποσαθρώνει την εκλογική βάση των δύο μεγάλων κομμάτων και θέτει σε αμφισβήτηση το μεταπολιτευτικό δικομματισμό. Για το γεγονός λίγες αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις θα μπορούσαν να διατυπωθούν. Οι συνέπειές του και πού θα οδηγήσει είναι ένα άλλο κεφάλαιο.
Ο δικομματισμός, εδώ όπως παντού, έχει μια πολιτική προϋπόθεση: ένα μεγάλο κόμμα στον ευρύτερο συντηρητικό χώρο και ένα μεγάλο κόμμα στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, που το καθένα από αυτά να είναι η προφανής και αυτονόητη εναλλακτική πρόταση εξουσίας ανά πάσα στιγμή για τη χώρα. Να διαθέτουν, δηλαδή, σχέδιο για τη χώρα, στελεχιακό δυναμικό και εικόνα στην κοινωνία ότι δεν πρόκειται σε καμμία περίπτωση, έστω κι αν το ένα συγκυριακά αποτύχει στην άσκηση της εξουσίας, να υπάρξει κενό εξουσίας: το άλλο είναι έτοιμο, δηλαδή προετοιμασμένο πολιτικά και οργανωτικά, όχι να την καταλάβει αλλά να την αναλάβει.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις θέτουν ένα διαφορετικό ερώτημα. Ο δικομματισμός με την έννοια αυτή σήμερα στην Ελλάδα απλώς δεν υπάρχει. Το ισχύον εκλογικό σύστημα, όπως και εκείνο με το οποίο θα διεξαχθούν οι μεταπροσεχείς εκλογές, εγγυώνται ότι με τα σημερινά ποσοστά δεν τίθεται ούτε κατ’ιδέαν θέμα μονοκομματικής κυβέρνησης, που κι αυτή είναι συστατικό του δικομματισμού. Επομένως τι υπάρχει;
Τα σενάρια είναι δύο. Μπορεί να βρεθούμε μπροστά σε τρία κόμματα εξουσίας, αντί για δύο. Θα είναι μια εντελώς διαφορετική συνθήκη, μια πλήρης και μακροπρόθεσμη αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Οι κυβερνήσεις θα προκύπτουν με διαφορετικό τρόπο και οι συνεργασίες επίσης. Ο σχηματισμός των κυβερνήσεων θα είναι δυσκολότερος και τα σχήματα ασταθέστερα, αφού ένα σχήμα τριών κομμάτων θα ρέπει πάντοτε προς την αποδυνάμωση του ενός και την επιστροφή στη δικομματική σταθερότητα.
Το άλλο σενάριο είναι αυτό που έχουμε σήμερα. Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, και η αίσθηση από την κοινωνία μας προτρέπει να τις πιστέψουμε, η κατάρρευση του δικομματισμού δεν αφήνει πίσω της τρία δυνητικά κόμματα εξουσίας. Αφήνει μια κατάσταση εκκρεμούς, χωρίς κανένα κόμμα εξουσίας. Η απογοήτευση είναι τέτοια που φτάνει, εν τέλει, όχι στο αίτημα αλλαγής ή εναλλαγής, αλλά στην άρνησή τους. Ίσως γι’ αυτό ακούγεται όλο και συχνότερα από διάφορες πλευρές το παλιό σύνθημα του Μάο «μεγάλη αναταραχή, υπέροχη κατάσταση».
Αλλά ο καιρός των επαναστάσεων έχει περάσει. Απέχουμε ήδη 40 χρόνια από το 1968. Και οι αιτίες της ανατροπής είναι εντελώς αντιφατικές με το αίτημά της. Η αποστροφή προς την εξουσία δεν έρχεται από τα στρώματα που την αμφισβητούν ως ιδέα και κατάσταση, αλλά από τους απογοητευμένους από την άσκησή της. Είναι αίτημα διαχείρισης, που συνδέεται λιγότερο με τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας και περισσότερο με την απουσία πραγματικής πολιτικής έκφρασης των μεσαίων στρωμάτων.
Subscribe to:
Posts (Atom)