Πέμπτη 19 Ιουλίου – και έβαλε φόκο… Πριν, όμως, μπούμε στη φλεγομένη και μηδέποτε καιομένη βάτο της πολιτικής, ας κάνουμε μια υπόθεση. Ας υποθέσουμε ότι τους υπαινιγμούς που διατύπωσε ο κ. Γιακουμάτος, δεν τους είχε κάνει ο κ. Γιακουμάτος, αλλά κάποιος άλλος. Ας πούμε ο Σουφλιάς. Ή η Ντόρα. Ή ο Προκόπης. Ή ο Αβραμόπουλος. Ή ο Αλογοσκούφης. Τι θα είχε συμβεί;
Είναι πιο φανερό κι από φωτιά τη νύχτα ότι θα είχε καταρρεύσει το σύστημα. Θα είχαν διαρραγεί άνευ οδού επιστροφής οι σχέσεις της κυβέρνησης με την αξιωματική αντιπολίτευση. Θα είχαμε φτάσει στα άκρα. Γιατί εν τηλεοπτική ελαφρότητι, ο κ. Γιακουμάτος κατηγόρησε την αντιπολίτευση όχι απλώς για εμπρησμούς (δεν τους είπε οικοπεδοφάγους), αλλά για υποδαύλιση –κυριολεκτικά- των πυρκαγιών για εκλογικό όφελος, δηλαδή περίπου για ένωση προς στάση, εσχάτη προδοσία, απόπειρα ανατροπής του πολιτεύματος. Εντάξει, δεν λέω ότι το σκέφθηκε έτσι – αλλά μερικά πράγματα δεν είναι κακό να τα σκέφτεται κανείς καμμιά φορά…
Γιατί δεν κατέρρευσε το σύστημα, γιατί δεν κάηκε το πελεκούδι; Μα είναι απλό. Γιατί όλοι ξέρουν τι παίζει. Ο κ. Γιακουμάτος έχει κατακτήσει στάτους τηλεοπτικής περσόνας. Αναγνωρίζεται πως ό,τι λέει δεν το παίρνουμε και τοις μετρητοίς, γιατί έχει μια καρέκλα στα παράθυρα να προασπίσει. Τα λέει κάπως πιπεράτα, βρε αδερφέ. Γι’ αυτό τον φωνάζουν. Επειδή τα λέει έτσι και κάνει νούμερα. Κι αυτός, επειδή ξέρει πως κάνει νούμερα και πως κάνει νούμερα επειδή τα λέει κάπως, πηγαίνει κάθε φορά και μερικές λέξεις και μερικούς υπαινιγμούς πιο πέρα. Και επιβραβεύεται. Και τον ξαναφωνάζουν. Δεν έχει τέλος, δεν έχει όριο, είναι τα αποκαϊδια της πολιτικής.
Έτσι όμως καίγεται η γούνα μας. Διότι στην τελευταία δημοσκόπηση που είδα για τη Β΄Αθηνών, όπου πολιτεύεται ο έχων τηλεοπτική ασυλία υφυπουργός, ήταν εκείνος που έκανε το μεγαλύτερο άλμα δημοφιλίας προς τα πάνω. Δεύτερος, παρακαλώ, ύστερα μόνο από το Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Σημειώνω ότι στην ίδια δημοσκόπηση για το ΠΑΣΟΚ πρώτος αναδεικνύεται ο κ. Ανδρέας Λοβέρδος, ο οποίος κατά σατανική σύμπτωση βρέθηκε χθες το απόγευμα απέναντι στον κ. Γιακουμάτο για να προασπίσει το κόμμα του σε μια βραχεία τηλεοπτική τιτανομαχία. Επιστρέφω στον κ. Γιακουμάτο που διαψεύδει τις ανοησίες του Ουώρχολ περί ενός τετάρτου και μόνο δημοσιότητας για όλους. Περνάει τους πάντες, τρώνε τη σκόνη του. Όχι θα αφήσει να τον ξαναπεράσουν. Θα πει τα πάντα. Ότι οι αντίπαλοι είναι εμπρηστές, αν χρειαστεί θα γίνει παρωνυχίδα. Η τηλεόραση τα επιτρέπει όλα και τα επιβραβεύει όλα.
Το θέμα είναι ότι και τα κόμματα τα επιτρέπουν όλα και τα επιβραβεύουν όλα. Ότι ανέχονται την ασυλία των παραθυράτων. Το ότι ειπώθηκαν αυτά στο ραδιόφωνο ελάχιστη σημασία έχει. Ο Γιακουμάτος είναι τηλεοπτικός αστέρας και με την ασπίδα αυτή μιλάει πάντα και για τα πάντα.
Ότι ο κ. Γιακουμάτος θα επιστρέψει σήμερα ευτυχής και δικαιωμένος στο υπουργείο του, ενώ οι συνυποψήφιοί του που σέβονται τον εαυτό τους και δεν θέλουν να γίνουν πολιτικά παρατράγουδα θα αναζητούν μάταια κοινό, αναγνωρισιμότητα και ψήφους. Η σοβαρότητα θα καεί μπροστά στην κάμερα, σε ζωντανή σύνδεση. Κάποιοι θα παρασυρθούν, κάποιοι θα επιλέξουν να κινηθούν στα όρια της αυτοταπείνωσης και του αυτοεξευτελισμού μήπως επιβιώσουν, κάποιοι θα περιθωριοποιηθούν.
Ο κ. Γιακουμάτος, πάλι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα σαρώσει στις εκλογές. Και μετά με τα εχέγγυα σοβαρότητας που έχει παρουσιάσει θα δικαιούται να διεκδικήσει διατήρηση του θώκου του στο υφυπουργείο Απασχόλησης και, γιατί όχι, αναβάθμιση στη θέση του υπουργού. Οπότε θα αναλάβει να λύσει το Ασφαλιστικό. Εκεί να δεις φωτιές στα τόπια…
Thursday, July 19, 2007
Wednesday, July 18, 2007
Η Πάρνηθα σώζεται στην Πεντέλη
Τετάρτη 18 Ιουλίου – και επειδή και σήμερα είμαστε περικυκλωμένοι από φλόγες, επειδή και σήμερα τα πρωτοσέλιδα γεμίζουν από φωτογραφίες που σε αφήνουν άφωνο, όπως αυτή με την Ακροκόρινθο να πολιορκείται από τους καπνούς και τη φωτιά, επειδή και σήμερα αναρωτιέται κανείς τι έχει άραγε απομείνει από το περιαστικό πράσινο της Αθήνας για να καεί κι αυτό, επειδή και σήμερα υπάρχουν προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο πυρκαγιάς…
…ας δούμε που θα κριθεί η μάχη της επόμενης μέρας. Τη μάχη με τη φωτιά, ας μην το κρύβουμε, φέτος την έχουμε χάσει και την έχουμε χάσει κατά κράτος. Δεν θα απορήσει κανείς για τους πολιτικούς διαξιφισμούς, εύλογους στο μέτρο που η κρατική μηχανή εμπλέκεται τόσο άμεσα και στην πυρόσβεση αλλά και σε ό,τι κρύβουν τα αίτια των τόσων πύρινων μετώπων – από τους μετασχηματιστές-εμπρηστές της ΔΕΗ μέχρι τους συμπατριώτες-εμπρηστές, που ονειρεύονται οικοπεδοποιήσεις και δεν έχουν αναστολές. Αλλά και πέρα από αυτούς τους διαξιφισμούς, υπάρχουν μερικά αναμφισβήτητα γεγονότα. Πρώτον, ότι ένας σημαντικός αριθμός από τις πυρκαγιές οφείλεται σε ανθρώπινη δραστηριότητα – μερικές φορές τυχαία, περισσότερες υποβολιμαία. Αλλά ποτέ δεν έχει υπάρξει παραδειγματικός κολασμός εμπρηστών – η σύλληψη είναι δύσκολη και όταν γίνεται έρχεται ο πολυετής πάγος της Δικαιοσύνης για να μην θυμάται στο τέλος κανείς τίποτα.
Δεύτερον, ότι υπάρχει πια διαπιστωμένο και αναμφισβήτητο πρόβλημα στην προπαρασκευή του κρατικού μηχανισμού και στη διοίκησή του στο θέμα της πυρόσβεσης. Και τέλος, ότι πρέπει ήδη να ετοιμαζόμαστε για να ζήσουμε (ή να πεθάνουμε) με τις αναπόφευκτες συνέπειες από την καταστροφή αυτού του καλοκαιριού.
Μένει κάτι να γίνει – εκτός από το να φύγουμε πανικόβλητοι από αυτή την πόλη και να μετοικήσουμε πιο βόρεια; Ασφαλώς μένει. Η υπόθεση της Πάρνηθας είναι πια υπόθεση όλων. Αλλά η μάχη της Πάρνηθας, ισχυρίζομαι, δεν θα κριθεί στην Πάρνηθα. Θα κριθεί στην Πεντέλη. Όχι με ό,τι υποσχόμαστε και φυσικά όλοι θέλουν να γίνει στα πρόσφατα καμμένα. Αλλά με ό,τι θα κάνουμε (στο φως της νέας πραγματικότητας) για όσα κάηκαν πριν από μερικά χρόνια. Θα εντοπιστούν οι επίδοξοι καταπατητές της Πεντέλης; Θα δούμε τι έχει χτιστεί εκεί που ακόμη τίποτα δεν έχει φυτρώσει; Θα εφαρμόσουμε και στην Πεντέλη, αναδρομικά έστω, αυτά που υποσχεθήκαμε τώρα για την Πάρνηθα; Ποιος εμποδίζει την κατεδάφιση των αυθαιρέτων που έχουν ήδη ξεφυτρώσει εκεί; Ποιος εμποδίζει την αναγκαστική απαλλοτρίωσή τους σε πρώτη φάση; Ποιος εμποδίζει τουλάχιστον μια δημοσιογραφική έρευνα για να μάθουμε –με ονοματεπώνυμα όμως- ποιοι πουλάνε οικόπεδα σε τιμή ευκαιρίας, ποιος δασάρχης (όχι ποιο δασαρχείο, ποιος δασάρχης και πού υπηρετεί τώρα) έδωσε τα χαρτιά του αποχαρακτηρισμου, ποιοι εργολάβοι έριξαν τα μπετά, με ποιες άδειες και ποιοι είναι οι ευτυχείς συμπολίτες που αποφάσισαν πως τους αξίζει μια καλύτερη Ελλάδα στη στάχτη της παλιάς – κυριολεκτικά όμως…
Ονόματα και διευθύνσεις. Στην Πεντέλη. Μόνο αυτό θα σώσει την Πάρνηθα.
…ας δούμε που θα κριθεί η μάχη της επόμενης μέρας. Τη μάχη με τη φωτιά, ας μην το κρύβουμε, φέτος την έχουμε χάσει και την έχουμε χάσει κατά κράτος. Δεν θα απορήσει κανείς για τους πολιτικούς διαξιφισμούς, εύλογους στο μέτρο που η κρατική μηχανή εμπλέκεται τόσο άμεσα και στην πυρόσβεση αλλά και σε ό,τι κρύβουν τα αίτια των τόσων πύρινων μετώπων – από τους μετασχηματιστές-εμπρηστές της ΔΕΗ μέχρι τους συμπατριώτες-εμπρηστές, που ονειρεύονται οικοπεδοποιήσεις και δεν έχουν αναστολές. Αλλά και πέρα από αυτούς τους διαξιφισμούς, υπάρχουν μερικά αναμφισβήτητα γεγονότα. Πρώτον, ότι ένας σημαντικός αριθμός από τις πυρκαγιές οφείλεται σε ανθρώπινη δραστηριότητα – μερικές φορές τυχαία, περισσότερες υποβολιμαία. Αλλά ποτέ δεν έχει υπάρξει παραδειγματικός κολασμός εμπρηστών – η σύλληψη είναι δύσκολη και όταν γίνεται έρχεται ο πολυετής πάγος της Δικαιοσύνης για να μην θυμάται στο τέλος κανείς τίποτα.
Δεύτερον, ότι υπάρχει πια διαπιστωμένο και αναμφισβήτητο πρόβλημα στην προπαρασκευή του κρατικού μηχανισμού και στη διοίκησή του στο θέμα της πυρόσβεσης. Και τέλος, ότι πρέπει ήδη να ετοιμαζόμαστε για να ζήσουμε (ή να πεθάνουμε) με τις αναπόφευκτες συνέπειες από την καταστροφή αυτού του καλοκαιριού.
Μένει κάτι να γίνει – εκτός από το να φύγουμε πανικόβλητοι από αυτή την πόλη και να μετοικήσουμε πιο βόρεια; Ασφαλώς μένει. Η υπόθεση της Πάρνηθας είναι πια υπόθεση όλων. Αλλά η μάχη της Πάρνηθας, ισχυρίζομαι, δεν θα κριθεί στην Πάρνηθα. Θα κριθεί στην Πεντέλη. Όχι με ό,τι υποσχόμαστε και φυσικά όλοι θέλουν να γίνει στα πρόσφατα καμμένα. Αλλά με ό,τι θα κάνουμε (στο φως της νέας πραγματικότητας) για όσα κάηκαν πριν από μερικά χρόνια. Θα εντοπιστούν οι επίδοξοι καταπατητές της Πεντέλης; Θα δούμε τι έχει χτιστεί εκεί που ακόμη τίποτα δεν έχει φυτρώσει; Θα εφαρμόσουμε και στην Πεντέλη, αναδρομικά έστω, αυτά που υποσχεθήκαμε τώρα για την Πάρνηθα; Ποιος εμποδίζει την κατεδάφιση των αυθαιρέτων που έχουν ήδη ξεφυτρώσει εκεί; Ποιος εμποδίζει την αναγκαστική απαλλοτρίωσή τους σε πρώτη φάση; Ποιος εμποδίζει τουλάχιστον μια δημοσιογραφική έρευνα για να μάθουμε –με ονοματεπώνυμα όμως- ποιοι πουλάνε οικόπεδα σε τιμή ευκαιρίας, ποιος δασάρχης (όχι ποιο δασαρχείο, ποιος δασάρχης και πού υπηρετεί τώρα) έδωσε τα χαρτιά του αποχαρακτηρισμου, ποιοι εργολάβοι έριξαν τα μπετά, με ποιες άδειες και ποιοι είναι οι ευτυχείς συμπολίτες που αποφάσισαν πως τους αξίζει μια καλύτερη Ελλάδα στη στάχτη της παλιάς – κυριολεκτικά όμως…
Ονόματα και διευθύνσεις. Στην Πεντέλη. Μόνο αυτό θα σώσει την Πάρνηθα.
Tuesday, July 17, 2007
Ένας άντρας, μια γυναίκα
Τρίτη 17 Ιουλίου – και καλά κρυμμένη στις Βρυξέλλες και τα συρτάρια του υπουργείου Απασχόλησης ήταν η παραπομπή της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Διαστήριο, επειδή αρνείται να εξισώσει τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των γυναικών με εκείνα των ανδρών.
Πρόσφατα δημοσιοποιήθηκε μια μάλλον γραφική δικαστική απόφαση, επί τη βάσει της οποίας η ισότητα των φύλων πρέπει να ισχύσει και γι’αυτό οι άνδρες δικαιούνται να φεύγουν κι αυτοί με σύνταξη στα 55. Εν ολίγοις, ένας πρωτοδίκης (αν δεν κάνω λάθος) αποφάσισε ότι μπορεί να αποφασίσει την άμεση κατάρρευση όλων, χωρίς εξαίρεση, των ασφαλιστικών ταμείων. Η απόφαση δεν θα εφαρμοστεί, φυσικά, όχι μόνον γιατί υπάρχουν αρκετές δικαστικές αποφάσεις που δεν εφαρμόζονται (ορισμένες με αυθαίρετη πρωτοβουλία του κράτους), αλλά επειδή δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Υπάρχει και η πραγματικότητα.
Πέρα από τις εκκεντρικότητες, όμως, η υπόθεση των διαφορετικών ορίων ηλικίας ανδρών και γυναικών, και η μέχρις εσχάτων υπεράσπισή του δικαιώματος αυτού από την Ελλάδα, προβάλλεται ως δείγμα ευαισθησίας του ελληνικού κράτους έναντι του γυναικείου φύλου και έναντι της μητρότητας. Ισχυρίζομαι πως όχι μόνον δεν είναι δείγμα ευαισθησίας, αλλά αντίθετα αποτελεί πρόφαση αναλγησίας.
Η βέβαιη καταδίκη μπορεί να μας βάλει από τώρα σε σκέψεις για το πώς, εάν θέλουμε, θα στηρίξουμε πράγματι τη γυναίκα και τη μητέρα, εκεί που το έχει ανάγκη. Για να μπορεί να κάνει παιδιά –αφού καιγόμαστε, υποτίθεται, για το δημογραφικό- πρέπει, με την αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών και τη σταδιακή αποσάθρωση της παλιάς πυρηνικής οικογένειας…
…πρέπει να έχει κάπου να τα αφήσει για να εργαστεί. Άρα να έχουν όλες οι γυναίκες πρόσβαση στη βασική κοινωνική μέριμνα του παιδικού σταθμού, από τη βρεφική ακόμη ηλικία των παιδιών τους. Αυτά τα πέντε χρόνια, που τους χαρίζουμε σήμερα πριν από τη σύνταξη, πότε άραγε τα έχουν ανάγκη; Στα 55, όταν κατά τεκμήριο τα παιδιά τους έχουν μεγαλώσει, ή όταν τα γεννούν και έχουν τις δυσβάστακτες υποχρεώσεις της παράλληλης οικογενειακής και επαγγελματικής απασχόλησης; Χρειάζεται, λοιπόν, πραγματική προστασία της επαγγελματικής καρριέρας της γυναίκας – να μην αναστέλλεται (ελπίζω ότι έχουμε περάσει τη φάση του «να μην απολύεται») επειδή γίνεται μητέρα. Και, αν και κοινωνικά ακόμη δεν υπάρχει μεγάλη ζήτηση, να φροντίζουμε για τη δυνατότητά της να μεταβιβάσει μέρος των ωφελημάτων αυτών στον πατέρα – εάν συμβαίνει, που όλο και συχνότερα πια θα συμβαίνει, η δική της καρριέρα να έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις.
Εν ολίγοις. Αν θέλουμε να στηρίξουμε τις γυναίκες, ας φροντίσουμε πώς θα μετέχουν ισότιμα, με τη δουλειά και τις φιλοδοξίες τους επίσης, στον επαγγελματικό στίβο κι όχι πώς θα τις επαναφέρουμε ταχύτερα στα «οικιακά». Όσο γρηγορότερα έρθει η καταδίκη από το Ευρωδικαστήριο, όσο γρηγορότερα υποχρεωθούμε να προσαρμοστούμε σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, τόσο το καλύτερο. Αν το ελληνικό κράτος αγαπάει όντως τις γυναίκες, το καλύτερο που θα είχε να κάνει θα ήταν να μην υπερασπιστεί την υπόθεση και επιταχύνει την καταδίκη του. Έτσι κι αλλιώς δεν τη γλιτώνει. Ευτυχώς.
Πρόσφατα δημοσιοποιήθηκε μια μάλλον γραφική δικαστική απόφαση, επί τη βάσει της οποίας η ισότητα των φύλων πρέπει να ισχύσει και γι’αυτό οι άνδρες δικαιούνται να φεύγουν κι αυτοί με σύνταξη στα 55. Εν ολίγοις, ένας πρωτοδίκης (αν δεν κάνω λάθος) αποφάσισε ότι μπορεί να αποφασίσει την άμεση κατάρρευση όλων, χωρίς εξαίρεση, των ασφαλιστικών ταμείων. Η απόφαση δεν θα εφαρμοστεί, φυσικά, όχι μόνον γιατί υπάρχουν αρκετές δικαστικές αποφάσεις που δεν εφαρμόζονται (ορισμένες με αυθαίρετη πρωτοβουλία του κράτους), αλλά επειδή δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Υπάρχει και η πραγματικότητα.
Πέρα από τις εκκεντρικότητες, όμως, η υπόθεση των διαφορετικών ορίων ηλικίας ανδρών και γυναικών, και η μέχρις εσχάτων υπεράσπισή του δικαιώματος αυτού από την Ελλάδα, προβάλλεται ως δείγμα ευαισθησίας του ελληνικού κράτους έναντι του γυναικείου φύλου και έναντι της μητρότητας. Ισχυρίζομαι πως όχι μόνον δεν είναι δείγμα ευαισθησίας, αλλά αντίθετα αποτελεί πρόφαση αναλγησίας.
Η βέβαιη καταδίκη μπορεί να μας βάλει από τώρα σε σκέψεις για το πώς, εάν θέλουμε, θα στηρίξουμε πράγματι τη γυναίκα και τη μητέρα, εκεί που το έχει ανάγκη. Για να μπορεί να κάνει παιδιά –αφού καιγόμαστε, υποτίθεται, για το δημογραφικό- πρέπει, με την αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών και τη σταδιακή αποσάθρωση της παλιάς πυρηνικής οικογένειας…
…πρέπει να έχει κάπου να τα αφήσει για να εργαστεί. Άρα να έχουν όλες οι γυναίκες πρόσβαση στη βασική κοινωνική μέριμνα του παιδικού σταθμού, από τη βρεφική ακόμη ηλικία των παιδιών τους. Αυτά τα πέντε χρόνια, που τους χαρίζουμε σήμερα πριν από τη σύνταξη, πότε άραγε τα έχουν ανάγκη; Στα 55, όταν κατά τεκμήριο τα παιδιά τους έχουν μεγαλώσει, ή όταν τα γεννούν και έχουν τις δυσβάστακτες υποχρεώσεις της παράλληλης οικογενειακής και επαγγελματικής απασχόλησης; Χρειάζεται, λοιπόν, πραγματική προστασία της επαγγελματικής καρριέρας της γυναίκας – να μην αναστέλλεται (ελπίζω ότι έχουμε περάσει τη φάση του «να μην απολύεται») επειδή γίνεται μητέρα. Και, αν και κοινωνικά ακόμη δεν υπάρχει μεγάλη ζήτηση, να φροντίζουμε για τη δυνατότητά της να μεταβιβάσει μέρος των ωφελημάτων αυτών στον πατέρα – εάν συμβαίνει, που όλο και συχνότερα πια θα συμβαίνει, η δική της καρριέρα να έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις.
Εν ολίγοις. Αν θέλουμε να στηρίξουμε τις γυναίκες, ας φροντίσουμε πώς θα μετέχουν ισότιμα, με τη δουλειά και τις φιλοδοξίες τους επίσης, στον επαγγελματικό στίβο κι όχι πώς θα τις επαναφέρουμε ταχύτερα στα «οικιακά». Όσο γρηγορότερα έρθει η καταδίκη από το Ευρωδικαστήριο, όσο γρηγορότερα υποχρεωθούμε να προσαρμοστούμε σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, τόσο το καλύτερο. Αν το ελληνικό κράτος αγαπάει όντως τις γυναίκες, το καλύτερο που θα είχε να κάνει θα ήταν να μην υπερασπιστεί την υπόθεση και επιταχύνει την καταδίκη του. Έτσι κι αλλιώς δεν τη γλιτώνει. Ευτυχώς.
Monday, July 16, 2007
Τίνος είναι η Ακρόπολη;
Δευτέρα 16 Ιουλίου – και ας το πούμε εκ των προτέρων, παρά να το λέμε έξω φρενών αφού συμβεί. Ακούω πάλι ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τις πληρωμές των αρχαιοφυλάκων. Τα προβλήματα των αρχαιοφυλάκων οξύνονται το θέρος, γύρω στον Ιούλιο-Αύγουστο, κατά τον ίδιο τρόπο που τα προβλήματα των καθηγητών αναφύονται συνήθως πριν από τις πανελλήνιες εξετάσεις και εκείνα των ναυτικών μόλις μυρίσει καλοκαιράκι.
Έχουμε μιλήσει και ξαναμιλήσει για αυτή την άθλια τακτική των λεγόμενων «κοινωνικών ομάδων», που στην πραγματικότητα είναι στενά επαγγελματικά λόμπυ, και με πρωταγωνιστές τους σκληρούς συνδικαλιστές τους θεωρούν πως το καλύτερο μέσο πίεσης είναι να στρίβουν το χέρι της κοινωνίας όταν ξέρουν πως θα πονέσει περισσότερο. Συνδικαλιστικώς απλό, από κοινωνική άποψη απολίθωμα μιας άλλης εποχής – καθώς δεν συνειδητοποιούν ότι σε μικρό πια βάθος χρόνου, εάν δώσουν τη μάχη τους με όρους σύγκρουσης, η «εργοδοσία» (κρατική ή ιδιωτική) γίνεται όλο και πιο ισχυρή και θα τη χάσουν κατά κράτος.
Αλλά ας είναι, λέγαμε για τους αρχαιοφύλακες. Ακούω λοιπόν πως ετοιμάζονται για τις τακτικές ετήσιες κινητοποιήσεις τους και ότι επαπειλείται και πάλι το γνωστό κλείσιμο της Ακρόπολης. Για τους περισσότερους από εμάς, αυτό συνοψίζεται σε μερικά πλάνα καταϊδρωμένων και απελπισμένων τουριστών, που έχουν έρθει από την άκρη του κόσμου για να δουν αυτό το ρημάδι που οι περισσότεροι των Ελλήνων συμπατριωτών επισκεπτόμεθα μόνον υποχρεωτικώς με το σχολείο. Τα γνωστά πλάνα με το βλέμμα τους θολό από αγανάκτηση και χωρίς προσδοκία – αυτοί που ξεκίνησαν από ποιος ξέρει πού για να τιμήσουν το μνημείο που εμείς θυμόμαστε κυρίως για να ψηφίσουμε τα υποτιθέμενα 7 θαύματα στα ιντερνετικά καραγκιοζιλίκια.
Η όψη τους, κάθε χρόνο, είναι πραγματική πρόκληση. Στη λογική και στην ευαισθησία. Υπάρχει μια παράδοξη αντίληψη στους κατοίκους των πολυκατοικιών που στεφανώνουν την Ακρόπολη. Υπάρχει η αντίληψη ότι τους ανήκει. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική – μάλλον η σύγχρονη Ελλάδα ανήκει στην Ακρόπολη. Δεν θέλω να ξεκινήσω μια νέα υπόθεση Ρεπούση, αλλά εάν στα βιβλία του Δημοτικού και του Γυμνασίου δεν συνωστίζονταν ο εθνικοπατριωτισμός μαζί με την πιο απλουστευτική ιδεοληψία, θα ήξεραν ακόμη και οι αρχαιοφύλακες (συνήθως πλημμελούς εκπαίδευσης) ότι την επανάσταση την ξεκίνησαν τα καριοφίλια αλλά την κέρδισαν τα μάρμαρα.
Τελοσπάντων, μεγάλη συζήτηση για πρωί και καλοκαίρι, αλλά τώρα που δείχνει να σκιρτάει μια κοινωνία των πολιτών με ανεξάρτητα ανακλαστικά, όπως στην υπόθεση της Πάρνηθας, ας μην επιτρέψει ξανά κλειστή Ακρόπολη. Ας αποφασίσουμε ότι πέρα από οποιαδήποτε αιτήματα, ακόμη και τα πιο δίκαια, όχι η κυβέρνηση, όχι το κράτος, αλλά οι πολίτες δεν θα ανεχθούμε άλλη φορά το απίστευτο ρεζιλίκι του λουκέτου στην Ακρόπολη.
Έχουμε μιλήσει και ξαναμιλήσει για αυτή την άθλια τακτική των λεγόμενων «κοινωνικών ομάδων», που στην πραγματικότητα είναι στενά επαγγελματικά λόμπυ, και με πρωταγωνιστές τους σκληρούς συνδικαλιστές τους θεωρούν πως το καλύτερο μέσο πίεσης είναι να στρίβουν το χέρι της κοινωνίας όταν ξέρουν πως θα πονέσει περισσότερο. Συνδικαλιστικώς απλό, από κοινωνική άποψη απολίθωμα μιας άλλης εποχής – καθώς δεν συνειδητοποιούν ότι σε μικρό πια βάθος χρόνου, εάν δώσουν τη μάχη τους με όρους σύγκρουσης, η «εργοδοσία» (κρατική ή ιδιωτική) γίνεται όλο και πιο ισχυρή και θα τη χάσουν κατά κράτος.
Αλλά ας είναι, λέγαμε για τους αρχαιοφύλακες. Ακούω λοιπόν πως ετοιμάζονται για τις τακτικές ετήσιες κινητοποιήσεις τους και ότι επαπειλείται και πάλι το γνωστό κλείσιμο της Ακρόπολης. Για τους περισσότερους από εμάς, αυτό συνοψίζεται σε μερικά πλάνα καταϊδρωμένων και απελπισμένων τουριστών, που έχουν έρθει από την άκρη του κόσμου για να δουν αυτό το ρημάδι που οι περισσότεροι των Ελλήνων συμπατριωτών επισκεπτόμεθα μόνον υποχρεωτικώς με το σχολείο. Τα γνωστά πλάνα με το βλέμμα τους θολό από αγανάκτηση και χωρίς προσδοκία – αυτοί που ξεκίνησαν από ποιος ξέρει πού για να τιμήσουν το μνημείο που εμείς θυμόμαστε κυρίως για να ψηφίσουμε τα υποτιθέμενα 7 θαύματα στα ιντερνετικά καραγκιοζιλίκια.
Η όψη τους, κάθε χρόνο, είναι πραγματική πρόκληση. Στη λογική και στην ευαισθησία. Υπάρχει μια παράδοξη αντίληψη στους κατοίκους των πολυκατοικιών που στεφανώνουν την Ακρόπολη. Υπάρχει η αντίληψη ότι τους ανήκει. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική – μάλλον η σύγχρονη Ελλάδα ανήκει στην Ακρόπολη. Δεν θέλω να ξεκινήσω μια νέα υπόθεση Ρεπούση, αλλά εάν στα βιβλία του Δημοτικού και του Γυμνασίου δεν συνωστίζονταν ο εθνικοπατριωτισμός μαζί με την πιο απλουστευτική ιδεοληψία, θα ήξεραν ακόμη και οι αρχαιοφύλακες (συνήθως πλημμελούς εκπαίδευσης) ότι την επανάσταση την ξεκίνησαν τα καριοφίλια αλλά την κέρδισαν τα μάρμαρα.
Τελοσπάντων, μεγάλη συζήτηση για πρωί και καλοκαίρι, αλλά τώρα που δείχνει να σκιρτάει μια κοινωνία των πολιτών με ανεξάρτητα ανακλαστικά, όπως στην υπόθεση της Πάρνηθας, ας μην επιτρέψει ξανά κλειστή Ακρόπολη. Ας αποφασίσουμε ότι πέρα από οποιαδήποτε αιτήματα, ακόμη και τα πιο δίκαια, όχι η κυβέρνηση, όχι το κράτος, αλλά οι πολίτες δεν θα ανεχθούμε άλλη φορά το απίστευτο ρεζιλίκι του λουκέτου στην Ακρόπολη.
Sunday, July 15, 2007
Πού είναι οι νέες διαχωριστικές;
Παρασκευή 13 Ιουλίου – και χθες το βράδυ στη Στοά του Βιβλίου οργανώθηκε από τη Ντόρα Μπακογιάννη, χωρίς δημοσιότητα, μια ασυνήθιστη συνάντηση. Περί τα 40 πρόσωπα από τον καλλιτεχνικό-πολιτισμικό χώρο μίλησαν, ο καθένας για ένα λεπτό – επίτευγμα από μόνο του σε μια χώρα όπου ο συνδυασμός ανθρώπου και μικροφώνου οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε δοκιμασία για το χρόνο και τα νεύρα των ακροατών.
Ένα λεπτό ο καθένας – άνθρωποι για τους οποίους η πολιτική δεν είναι ούτε επάγγελμα, ούτε την έχουν καμμία ανάγκη σε τελική ανάλυση, να μιλούν για ένα θέμα αιχμηρά πολιτικό: τι κρατάς και τι αφήνεις από τη σημερινή Ελλάδα. Με αυτή την αφορμή καταγράφω μερικές σκέψεις ως υστερόγραφο.
Η Ελλάδα που ζούμε συγκροτήθηκε μέσα από τη διαίρεση. Οπλαρχηγοί και βαυαρόφρονες, τρικουπικοί και δηλιγιαννικοί, βενιζελικοί και λαϊκοί, γκάγκαροι και τουρκόσποροι, γηγενείς και πρόσφυγες. Η πιο βαθιά διαίρεση ήταν βέβαια η εμφυλιακή: κληροδότημα του 35 και του 44.
Η υπέρβαση της διαίρεσης ήταν το εγχείρημα της μεταπολίτευσης. Το αντίτιμο υπήρξε η γιγάντωση του κομματισμού. Σήμερα η Ελλάδα αφομοιώνει ακόμη τη μετάβαση από την εποχή των διαιρέσεων στην εποχή της συμβίωσης. Η συναίνεση στην ευρωπαϊκή πρόσδεση στάθηκε βάλσαμο επούλωσης των εσωτερικών πληγών.
Όσο μικρότερη ήταν η απόσταση από τα ορόσημά τους, τόσο πιο βαθιές ήταν οι διαχωριστικές γραμμές. Με λιγότερη ιστορική πίεση οι οριζόντιες διαφοροποιήσεις, που αφορούν κυρίως την κουλτούρα και την ατομική συγκρότηση, γίνονται σταδιακά όλο και βαθύτερες, προσεγγίζοντας το ανάγλυφο των παλιών, κάθετων διαχωρισμών, της πολιτικής και της ιδεολογίας. Με αυτό τον τρόπο, σταδιακά η πολιτική ένταξη (και συχνά και η εκλογική συμπεριφορά) γίνονται για ένα όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων περισσότερο ζήτημα ατομικών καταβολών ή συγκυρίας, παρά ζήτημα ένταξης ή ταύτισης.
Η κρίση αντιπροσώπευσης και η συσσωρευμένη κοινωνική δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα και τους εκπροσώπους του (συλλήβδην και αδιάκριτα, με ειλικρίνεια αλλά και απερισκεψία) συνδέεται άμεσα με την αδυναμία του να εκφράσει τις διαφορές κουλτούρας που δημιουργούν πια πολιτικά χάσματα μέσα στο ανελαστικό κέλυφος των δεδομένων φορέων και σχημάτων.
Οι επόμενες εκλογές είναι φανερό πως δεν θα δώσουν τη λύση, όσο είναι επίσης φανερό πως δεν μπορεί επ’ αόριστον η κάλπη –με το στοίχημα της άσκησης της εξουσίας- να προσπερνά και να συγκαλύπτει τέτοιας έκτασης αλλαγές στο σώμα της κοινωνίας και, φυσικά, το εκλογικό σώμα.
Ένα λεπτό ο καθένας – άνθρωποι για τους οποίους η πολιτική δεν είναι ούτε επάγγελμα, ούτε την έχουν καμμία ανάγκη σε τελική ανάλυση, να μιλούν για ένα θέμα αιχμηρά πολιτικό: τι κρατάς και τι αφήνεις από τη σημερινή Ελλάδα. Με αυτή την αφορμή καταγράφω μερικές σκέψεις ως υστερόγραφο.
Η Ελλάδα που ζούμε συγκροτήθηκε μέσα από τη διαίρεση. Οπλαρχηγοί και βαυαρόφρονες, τρικουπικοί και δηλιγιαννικοί, βενιζελικοί και λαϊκοί, γκάγκαροι και τουρκόσποροι, γηγενείς και πρόσφυγες. Η πιο βαθιά διαίρεση ήταν βέβαια η εμφυλιακή: κληροδότημα του 35 και του 44.
Η υπέρβαση της διαίρεσης ήταν το εγχείρημα της μεταπολίτευσης. Το αντίτιμο υπήρξε η γιγάντωση του κομματισμού. Σήμερα η Ελλάδα αφομοιώνει ακόμη τη μετάβαση από την εποχή των διαιρέσεων στην εποχή της συμβίωσης. Η συναίνεση στην ευρωπαϊκή πρόσδεση στάθηκε βάλσαμο επούλωσης των εσωτερικών πληγών.
Όσο μικρότερη ήταν η απόσταση από τα ορόσημά τους, τόσο πιο βαθιές ήταν οι διαχωριστικές γραμμές. Με λιγότερη ιστορική πίεση οι οριζόντιες διαφοροποιήσεις, που αφορούν κυρίως την κουλτούρα και την ατομική συγκρότηση, γίνονται σταδιακά όλο και βαθύτερες, προσεγγίζοντας το ανάγλυφο των παλιών, κάθετων διαχωρισμών, της πολιτικής και της ιδεολογίας. Με αυτό τον τρόπο, σταδιακά η πολιτική ένταξη (και συχνά και η εκλογική συμπεριφορά) γίνονται για ένα όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων περισσότερο ζήτημα ατομικών καταβολών ή συγκυρίας, παρά ζήτημα ένταξης ή ταύτισης.
Η κρίση αντιπροσώπευσης και η συσσωρευμένη κοινωνική δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα και τους εκπροσώπους του (συλλήβδην και αδιάκριτα, με ειλικρίνεια αλλά και απερισκεψία) συνδέεται άμεσα με την αδυναμία του να εκφράσει τις διαφορές κουλτούρας που δημιουργούν πια πολιτικά χάσματα μέσα στο ανελαστικό κέλυφος των δεδομένων φορέων και σχημάτων.
Οι επόμενες εκλογές είναι φανερό πως δεν θα δώσουν τη λύση, όσο είναι επίσης φανερό πως δεν μπορεί επ’ αόριστον η κάλπη –με το στοίχημα της άσκησης της εξουσίας- να προσπερνά και να συγκαλύπτει τέτοιας έκτασης αλλαγές στο σώμα της κοινωνίας και, φυσικά, το εκλογικό σώμα.
Thursday, July 12, 2007
Paris canaille: λαμπερά πρόσωπα, τζούφια κόμματα
Πέμπτη 12 Ιουλίου – και ένας παρισινός αέρας (άλλοτε εισαγόμενος κι άλλοτε ιμιτασιόν, που λένε και οι Γάλλοι) φυσούσε στην Αθήνα. Η ελληνική πολιτική νομενκλατούρα ήθελε να είναι faubourg του Παρισιού, αν και πιο συνηθισμένη ήταν μια εικόνα γαλλικής επαρχίας. Η «γενιά του Λόντον Σκουλ οφ Εκονόμικς» τα άλλαξε όλα αυτά, αλλά δεν τα κατάργησε. Η γαλλική γοητεία υπάρχει πάντα.
Έτσι και κάθε σενάριο γαλλικής έμπνευσης, βρίσκει αμέσως σκηνοθέτη στα καθ’ημάς. Η τελευταία εκδοχή είναι ο Γιώργος Αλογοσκούφης (μεταγραφή από τον αγγλοσαξωνικό κόσμο) να θέλει να γίνει «Αλογκό», δηλαδή Έλλην «Σαρκό», στέλνοντας στο ΔΝΤ το εικαζόμενο ως ελληνικό αντίστοιχο του Ντε Ες Κα, όπως αποκαλείται ο Ντομινίκ Στρως Καν, το Γιάννο Παπαντωνίου. Mutatis mutandis…
Αλλά αυτή τη φορά η Γαλλία είναι ένας πραγματικός καθρέφτης. Και δείχνει κυρίως τι συμβαίνει όταν στις εκλογές κατεβαίνει περισσότερη παραπολιτική, περισσότερο λαιφστάιλ και λιγότερη πολιτική. Οι Γάλλοι Σοσιαλιστές διάλεξαν. Έστειλαν τους πραγματικούς πολιτικούς τους στο περιθώριο επειδή θα έχαναν από το Σαρκοζί – που όντως είναι βέβαιο ότι έτσι θα συνέβαινε. Συνέθλιψαν τον οπορτουνιστή Φαμπιούς και το Στρως-Καν που παραήταν συντηρητικός και κεντρώος και διάλεξαν τη λαμπερή Σεγκό. Η κα Σεγκό απέσπασε ένα εκλογικό αποτέλεσμα ασφαλώς καλύτερο που θα είχε οποιοσδήποτε από τους δύο άλλους. Συντριπτικά καλύτερο από εκείνο του Λιονέλ Ζοσπέν. Και το καλύτερο ποσοτικά από όσα είχε για πολλά-πολλά χρόνια το Σοσιαλιστικό Κόμμα.
Αλλά είναι άλλο μια πολιτική ήττα, όταν χάνουν οι θέσεις και την επομένη υπάρχουν, κι άλλο μια ήττα όταν το μόνο που διακυβεύεται είναι η νίκη. Τότε την επομένη δεν μένει τίποτα. Το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το κόμμα του Ζωρές, έγινε υπόθεση του εξωφύλλου του Παρί Ματς. Με τέτοιους όρους, σήμερα διαλύεται στα εξ ων συνετέθη. Οι κορυφαίοι του, οι «τελειωμένοι» και οι περιθωριοποιημένοι, τρέχουν να βρουν καταφύγιο για τα τελευταία χρόνια της καρριέρας τους στο δεξιό μεν, πολιτικό δε Σαρκοζί. Υπουργός Εξωτερικών ο Κουσνέρ, εκπρόσωπος για την παγκοσμιοποίηση ο προκάτοχός του Βεντρίν, στο ΔΝΤ ο Στρως Καν, στην επιτροπή μεταρρυθμίσεων ο Τζακ Λανγκ.
Και από τη Σεγκολέν που πήρε διπλάσιο ποσοστό από το Ζοσπέν δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο οι ειδήσεις για το διαζύγιο, για τα εξώγαμα του Ολάντ, για τα χρόνια της συμβίωσης και τους προεκλογικούς συζυγικούς καυγάδες. Μετά το Ζοσπέν οι Σοσιαλιστές επέζησαν του Βατερλώ γιατί είχε χάσει η πολιτική τους. Με τα λαμπερά πρόσωπα, όταν σβήσει η λάμψη δεν μένει απολύτως τίποτα. Αυτό θα ήταν χρήσιμο να συγκρατήσουν οι Έλληνες ερωτοχτυπημένοι με τη Γαλλία, παρά τα σενάρια πλαγιοκόπησης των αντιπάλων και λεηλασίας των παλαιών στελεχών τους.
Έτσι και κάθε σενάριο γαλλικής έμπνευσης, βρίσκει αμέσως σκηνοθέτη στα καθ’ημάς. Η τελευταία εκδοχή είναι ο Γιώργος Αλογοσκούφης (μεταγραφή από τον αγγλοσαξωνικό κόσμο) να θέλει να γίνει «Αλογκό», δηλαδή Έλλην «Σαρκό», στέλνοντας στο ΔΝΤ το εικαζόμενο ως ελληνικό αντίστοιχο του Ντε Ες Κα, όπως αποκαλείται ο Ντομινίκ Στρως Καν, το Γιάννο Παπαντωνίου. Mutatis mutandis…
Αλλά αυτή τη φορά η Γαλλία είναι ένας πραγματικός καθρέφτης. Και δείχνει κυρίως τι συμβαίνει όταν στις εκλογές κατεβαίνει περισσότερη παραπολιτική, περισσότερο λαιφστάιλ και λιγότερη πολιτική. Οι Γάλλοι Σοσιαλιστές διάλεξαν. Έστειλαν τους πραγματικούς πολιτικούς τους στο περιθώριο επειδή θα έχαναν από το Σαρκοζί – που όντως είναι βέβαιο ότι έτσι θα συνέβαινε. Συνέθλιψαν τον οπορτουνιστή Φαμπιούς και το Στρως-Καν που παραήταν συντηρητικός και κεντρώος και διάλεξαν τη λαμπερή Σεγκό. Η κα Σεγκό απέσπασε ένα εκλογικό αποτέλεσμα ασφαλώς καλύτερο που θα είχε οποιοσδήποτε από τους δύο άλλους. Συντριπτικά καλύτερο από εκείνο του Λιονέλ Ζοσπέν. Και το καλύτερο ποσοτικά από όσα είχε για πολλά-πολλά χρόνια το Σοσιαλιστικό Κόμμα.
Αλλά είναι άλλο μια πολιτική ήττα, όταν χάνουν οι θέσεις και την επομένη υπάρχουν, κι άλλο μια ήττα όταν το μόνο που διακυβεύεται είναι η νίκη. Τότε την επομένη δεν μένει τίποτα. Το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το κόμμα του Ζωρές, έγινε υπόθεση του εξωφύλλου του Παρί Ματς. Με τέτοιους όρους, σήμερα διαλύεται στα εξ ων συνετέθη. Οι κορυφαίοι του, οι «τελειωμένοι» και οι περιθωριοποιημένοι, τρέχουν να βρουν καταφύγιο για τα τελευταία χρόνια της καρριέρας τους στο δεξιό μεν, πολιτικό δε Σαρκοζί. Υπουργός Εξωτερικών ο Κουσνέρ, εκπρόσωπος για την παγκοσμιοποίηση ο προκάτοχός του Βεντρίν, στο ΔΝΤ ο Στρως Καν, στην επιτροπή μεταρρυθμίσεων ο Τζακ Λανγκ.
Και από τη Σεγκολέν που πήρε διπλάσιο ποσοστό από το Ζοσπέν δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο οι ειδήσεις για το διαζύγιο, για τα εξώγαμα του Ολάντ, για τα χρόνια της συμβίωσης και τους προεκλογικούς συζυγικούς καυγάδες. Μετά το Ζοσπέν οι Σοσιαλιστές επέζησαν του Βατερλώ γιατί είχε χάσει η πολιτική τους. Με τα λαμπερά πρόσωπα, όταν σβήσει η λάμψη δεν μένει απολύτως τίποτα. Αυτό θα ήταν χρήσιμο να συγκρατήσουν οι Έλληνες ερωτοχτυπημένοι με τη Γαλλία, παρά τα σενάρια πλαγιοκόπησης των αντιπάλων και λεηλασίας των παλαιών στελεχών τους.
Wednesday, July 11, 2007
Ακόμη και στις πανελλήνιες...
Τετάρτη 11 Ιουλίου – και η μεγαλύτερη και διαρκής κρίση που αντιμετωπίζει το ελληνικό κράτος είναι η βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών.
Η εμπειρία τους από τις σχέσεις με τη διοίκηση έχει οθωμανικό χρώμα. Ξέρουν (και συμμετέχουν) στη διάβρωση των θεσμών. Ξέρουν (και συμμετέχουν) στην διάτρητη διοίκηση. Ξέρουν (και συμμετέχουν) στη διαφθορά της υπαλληλίας. Ξέρουν (και συμμετέχουν) στην αποσάθρωση των ελεγκτικών μηχανισμών. Ξέρουν (και συμμετέχουν) στο θρίαμβο του «κονέ» και του «μπαχτσισιού».
Ξέρουν όμως και κάτι άλλο. Ξέρουν ότι όταν μπαίνουν κανόνες, και μερικές φορές συμβαίνει, κανόνες που να ισχύουν χωρίς παρεκκλίσεις και χωρίς παραθυράκια, τότε κανείς δεν τολμά να επιχειρήσει την παραβίασή τους. Αντιμετωπίζουμε διαφορετικά ό,τι απομακρύνεται από όσα γνωρίζουμε ως διαρκείς και σταθερές παθογένειες. Ένα πρόσφατο παράδειγμα: οι ελληνικοί δρόμοι είναι από τους πιο βρώμικους που μπορεί να συναντήσει κανείς εάν δεν κινηθεί έντονα ανατολικά. Το θέαμα των οδηγών που πετάνε πακέτα ή πλαστικά κύπελλα από τα παράθυρα δεν ανήκει στο παρελθόν – παρότι η νεότερη γενιά έχει μεγαλύτερο σεβασμό από την παλαιότερη και για το περιβάλλον και για τους βασικούς κανόνες συμπεριφοράς. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι κάτω από τη γη μεταμορφώνονται σε πρότυπα. Το Μετρό της Αθήνας δεν είναι απλώς το καλύτερο και το πιο σύγχρονο που γνωρίζω στην Ευρώπη. Είναι και από τα καλύτερα συντηρημένα με τη βοήθεια των πολιτών και των χρηστών του. Το σέβονται όλοι γιατί το εκτιμούν όλοι ως έργο – δεν το μαυρίζουν, δεν το ζωγραφίζουν, δεν το βρωμίζουν. Υπάρχει και κάποιος έλεγχος αλλά είναι κυρίως για να μην χάνεται η αίσθηση της παρουσίας του. Γιατί, λοιπόν, η ίδια πόλη έχει λερούς δρόμους και καθαρό Μετρό; Γιατί οι πολίτες έχουν ενσωματώσει στη συνείδησή τους διαφορετικούς όρους αντίληψης της παρουσίας τους στον ένα και τον άλλο χώρο.
Το θεσμικό ανάλογο είναι οι πανελλήνιες εξετάσεις. Μέσα σε ένα κράτος ανυπόληπτο και μια διοίκηση διεφθαρμένη κατά τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε, κάποια στιγμή, στη δεκαετία του 70, συμφωνήσαμε πως η εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, που ήταν τότε και ο βασικός μοχλός κοινωνικής κινητικότητας για τα παιδιά των φτωχότερων οικογενειών, έπρεπε να βρεθεί στο απυρόβλητο της κομματικής εκμετάλλευσης του κράτους. Ήταν μια πολιτική και κοινωνική συμφωνία. Κανείς ποτέ δεν διανοήθηκε από τότε (και ήταν ενδεικτική η κρίση που προκάλεσε η περίφημη διαρροή Ράμμου) ότι μπορεί να ανατραπεί το αδιάβλητο. Οι γιοί των εκλεκτών του συστήματος μπορεί κάποια στιγμή να έπαιρναν μια μεταγραφή από το εξωτερικό ή από το εσωτερικό, να υπήρχαν τέτοια παραθυράκια, αλλά η κεντρική είσοδος των Πανεπιστημίων ήταν ανοιχτή με ένα σκληρό όσο και αξιοκρατικό τρόπο. Οι πανελλήνιες δεν ήταν μόνο ένα σύστημα που λειτουργούσε για τα μέτρα και τις ανάγκες της εποχής. Ήταν κυρίως το έμβλημα του συστήματος. Η απόδειξη πως μπορούσε, εάν ήθελε, να εγγυηθεί την ισότητα των πολιτών. Ακόμη κι όταν ξεσηκωνόταν θύελλα για τα θέματα, δεν είχε βαθιά επίπτωση γιατί δεν μετέφερε το αίσθημα της κοινωνικής αδικίας.
Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα με το ζήτημα που έχει ανακύψει με τη βαθμολόγηση των γραπτών των Αγγλικών στη Θεσσαλονίκη. Ότι για πρώτη φορά διαπιστώνεται ανοιχτά νόθευση των βαθμολογιών. Από εδώ και πέρα κανείς δεν ξέρει εάν υπήρξε και άλλοτε, αλλά δεν δημοσιοποιήθηκε. Από εδώ και πέρα κανείς δεν θα έχει την ίδια εμπιστοσύνη. Έχει τρωθεί η καρδιά της μόνης αξιόπιστης, αδιάβλητης και κατοχυρωμένης ως τέτοιας στη συνείδηση των πολιτών διαδικασίας του κρατικού μηχανισμού. Η ζημία είναι ανεπανόρθωτη.
Η εμπειρία τους από τις σχέσεις με τη διοίκηση έχει οθωμανικό χρώμα. Ξέρουν (και συμμετέχουν) στη διάβρωση των θεσμών. Ξέρουν (και συμμετέχουν) στην διάτρητη διοίκηση. Ξέρουν (και συμμετέχουν) στη διαφθορά της υπαλληλίας. Ξέρουν (και συμμετέχουν) στην αποσάθρωση των ελεγκτικών μηχανισμών. Ξέρουν (και συμμετέχουν) στο θρίαμβο του «κονέ» και του «μπαχτσισιού».
Ξέρουν όμως και κάτι άλλο. Ξέρουν ότι όταν μπαίνουν κανόνες, και μερικές φορές συμβαίνει, κανόνες που να ισχύουν χωρίς παρεκκλίσεις και χωρίς παραθυράκια, τότε κανείς δεν τολμά να επιχειρήσει την παραβίασή τους. Αντιμετωπίζουμε διαφορετικά ό,τι απομακρύνεται από όσα γνωρίζουμε ως διαρκείς και σταθερές παθογένειες. Ένα πρόσφατο παράδειγμα: οι ελληνικοί δρόμοι είναι από τους πιο βρώμικους που μπορεί να συναντήσει κανείς εάν δεν κινηθεί έντονα ανατολικά. Το θέαμα των οδηγών που πετάνε πακέτα ή πλαστικά κύπελλα από τα παράθυρα δεν ανήκει στο παρελθόν – παρότι η νεότερη γενιά έχει μεγαλύτερο σεβασμό από την παλαιότερη και για το περιβάλλον και για τους βασικούς κανόνες συμπεριφοράς. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι κάτω από τη γη μεταμορφώνονται σε πρότυπα. Το Μετρό της Αθήνας δεν είναι απλώς το καλύτερο και το πιο σύγχρονο που γνωρίζω στην Ευρώπη. Είναι και από τα καλύτερα συντηρημένα με τη βοήθεια των πολιτών και των χρηστών του. Το σέβονται όλοι γιατί το εκτιμούν όλοι ως έργο – δεν το μαυρίζουν, δεν το ζωγραφίζουν, δεν το βρωμίζουν. Υπάρχει και κάποιος έλεγχος αλλά είναι κυρίως για να μην χάνεται η αίσθηση της παρουσίας του. Γιατί, λοιπόν, η ίδια πόλη έχει λερούς δρόμους και καθαρό Μετρό; Γιατί οι πολίτες έχουν ενσωματώσει στη συνείδησή τους διαφορετικούς όρους αντίληψης της παρουσίας τους στον ένα και τον άλλο χώρο.
Το θεσμικό ανάλογο είναι οι πανελλήνιες εξετάσεις. Μέσα σε ένα κράτος ανυπόληπτο και μια διοίκηση διεφθαρμένη κατά τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε, κάποια στιγμή, στη δεκαετία του 70, συμφωνήσαμε πως η εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, που ήταν τότε και ο βασικός μοχλός κοινωνικής κινητικότητας για τα παιδιά των φτωχότερων οικογενειών, έπρεπε να βρεθεί στο απυρόβλητο της κομματικής εκμετάλλευσης του κράτους. Ήταν μια πολιτική και κοινωνική συμφωνία. Κανείς ποτέ δεν διανοήθηκε από τότε (και ήταν ενδεικτική η κρίση που προκάλεσε η περίφημη διαρροή Ράμμου) ότι μπορεί να ανατραπεί το αδιάβλητο. Οι γιοί των εκλεκτών του συστήματος μπορεί κάποια στιγμή να έπαιρναν μια μεταγραφή από το εξωτερικό ή από το εσωτερικό, να υπήρχαν τέτοια παραθυράκια, αλλά η κεντρική είσοδος των Πανεπιστημίων ήταν ανοιχτή με ένα σκληρό όσο και αξιοκρατικό τρόπο. Οι πανελλήνιες δεν ήταν μόνο ένα σύστημα που λειτουργούσε για τα μέτρα και τις ανάγκες της εποχής. Ήταν κυρίως το έμβλημα του συστήματος. Η απόδειξη πως μπορούσε, εάν ήθελε, να εγγυηθεί την ισότητα των πολιτών. Ακόμη κι όταν ξεσηκωνόταν θύελλα για τα θέματα, δεν είχε βαθιά επίπτωση γιατί δεν μετέφερε το αίσθημα της κοινωνικής αδικίας.
Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα με το ζήτημα που έχει ανακύψει με τη βαθμολόγηση των γραπτών των Αγγλικών στη Θεσσαλονίκη. Ότι για πρώτη φορά διαπιστώνεται ανοιχτά νόθευση των βαθμολογιών. Από εδώ και πέρα κανείς δεν ξέρει εάν υπήρξε και άλλοτε, αλλά δεν δημοσιοποιήθηκε. Από εδώ και πέρα κανείς δεν θα έχει την ίδια εμπιστοσύνη. Έχει τρωθεί η καρδιά της μόνης αξιόπιστης, αδιάβλητης και κατοχυρωμένης ως τέτοιας στη συνείδηση των πολιτών διαδικασίας του κρατικού μηχανισμού. Η ζημία είναι ανεπανόρθωτη.
Subscribe to:
Posts (Atom)