Tuesday, July 10, 2007

Οικονομικός εθνικισμός

Τρίτη 10 Ιουλίου – και χτες το βράδυ ο Νικολά Σαρκοζί, ένας δεξιός, πήγε στο συμβούλιο του Eurogroup, στο συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών των χωρών που έχουν για νόμισμα το ευρώ, και συγκρούστηκε με την «Ευρώπη των τραπεζιτών». Τους είπε πως ανάμεσα στην τήρηση των προεκλογικών του υποσχέσεων και των υποσχέσεων που έχει δώσει η Γαλλία προς την Ευρώπη προτιμάει να είναι συνεπής προς τους ψηφοφόρους του. Τους είπε επίσης πως ανάμεσα στη δημοσιονομική αυστηρότητα και την ανάγκη να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, προτιμάει μια κλασσική κεϋνσιανή συνταγή τροφοδότησης της οικονομίας με χρήμα, παρά το φόβο του πληθωρισμού.

Πρόκειται για θρίαμβο της συνέπειας; Πρόκειται για μια κεντροδεξιά νεκρανάσταση της αριστερής κοινωνικής ευαισθησίας; Ας μην είμαστε τόσο αισιόδοξοι. Είναι μάλλον μια πιο προσγειωμένη, πιο ταπεινή και πιο υστερόβουλη επιλογή. Ο κ. Σαρκοζί τους είπε περίπου πως η Γαλλία, η μήτρα της ενιαίας Ευρώπης, αποφάσισε να επιστρέψει στον πιο παραδοσιακό εθνικισμό στην οικονομική της πολιτική. «Πρώτα οι Γάλλοι», λέει ο Σαρκοζί – και εννοεί αυτοί με ψήφισαν, αυτοί θα με ξαναψηφίσουν και η εποχή των ευρω-οραμάτων έχει παρέλθει. Οι Άγγλοι Συντηρητικοί έχουν σύνθημα «Britain first». Η αμφισβήτηση της Ευρώπης του σκληρού μονεταρισμού και του Συμφώνου Σταθερότητας δεν γίνεται με όρους πανευρωπαϊκής κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά με όρους επιστροφής (ή ακριβέστερα «υπαναχώρησης») στις εθνικές προτεραιότητες. Είναι σύμπτωμα διάλυσης.

Δεν θα αργήσει η εποχή που θα ακούσουμε και εδώ «Πρώτα η Ελλάδα». Που θα επαναληφθεί η υπόσχεση ότι στην Ευρώπη θα δοθούν μάχες υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Ασφαλώς και χρειάζεται – αν και δεν είναι τόσο εύκολο όσο να λέγεται, καθώς απέδειξε η πρόσφατη εμπειρία. Αλλά υποστηρίζω πως η Ελλάδα χρειάζεται σήμερα πολύ περισσότερο μια μάχη υπέρ των ευρωπαϊκών, παρά των εθνικών της, συμφερόντων.

Και ακόμη περισσότερο. Υποστηρίζω πως για την Ελλάδα θα ήταν αρνητική εξέλιξη μια χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας, ή ακόμη και η εξάλειψη της πρόσφατης δέσμευσης για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς έως το 2010. Για τρεις λόγους :
Πρώτον, η Ελλάδα πέρασε τη δεκαετία του 80 μια περίοδο έκρηξης των ελλειμμάτων με τη μορφή μαζικής κοινωνικής αναδιανομής. Κατέληξε σε δημοσιονομικό ναυάγιο χωρίς να αφήσει πίσω της βιώσιμη ανάπτυξη.
Δεύτερον, γιατί το φθηνότερο ευρώ θα ευνοήσει ασφαλώς τις χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, που έχουν ισχυρή βιομηχανική βάση, και θα κάνουν τα εξαγωγικά προϊόντα τους πιο ανταγωνιστικά – ενώ το όφελος για την Ελλάδα, από τον τουρισμό κυρίως, θα είναι μάλλον περιορισμένο.
Και, τέλος, γιατί (επιτρέψτε μου τη δυσπιστία) έχω την εντύπωση πως εάν υπάρχει δυνατότητα δημοσιονομικής χαλάρωσης θα αξιοποιηθεί περισσότερο για εκλογικούς και λιγότερο για αναπτυξιακούς σκοπούς.

Για την Ελλάδα σήμερα το μείζον είναι να παραμείνει το ευρωπαϊκό πλαίσιο της αυστηρότητας. Τώρα που πήραμε απόφαση ότι πρέπει να τους τηρούμε, οι κανόνες δεν πρέπει να αλλάξουν.

Monday, July 9, 2007

Ένα ξεκίνημα

Δευτέρα 9 Ιουλίου – και τώρα πια κανείς δεν έχει αμφιβολία πως έτσι θα πάει το πράγμα από εδώ και πέρα. Όλο και σκληρότερα λόγια, όλο και σκληρότερη σύγκρουση, όλο και περισσότερα θύματα, τα μαρμαρένια αλώνια των εκλογών είναι ήδη μπροστά μας και κάποιος δεν θα φύγει ζωντανός από εδώ…

Το ποιος θα έχει τον κάθε ρόλο είναι θέμα στρατηγικής. Οι πρώτες ενδείξεις είναι πως στην κυβερνητική πλευρά, ο κ. Καραμανλής θα έχει μια θέση στο λόφο ενώ οι στρατηγοί του θα πέφτουν στη φονική μάχη, ενώ ο κ. Παπανδρέου θα επιζητεί τη μονομαχία. Μικρή διαφορά. Το βέβαιο για όλους τους πολίτες είναι πως οι εκλογές στην ουσία έχουν ήδη προκηρυχθεί και απομένει να απαντηθεί το ερώτημα εάν το έργο θα είναι μικρού μήκους –ας πούμε 16 Σεπτεμβρίου- ή ένας Μπεν Χουρ έως το Μάρτιο. Αλλά το περιεχόμενο του έργου το γνωρίζουμε και δεν πρόκειται να αλλάξει έως την Κυριακή που θα διαλέξει ο Πρωθυπουργός.

Μέσα στη βράση της θερινής τους πολεμικής προπαρασκευής, πάντως, οι δύο αρχηγοί θα μπορούσαν ίσως να ρίξουν μια ματιά σε ό,τι συνέβη χτες το απόγευμα στο Σύνταγμα, σε αυτή την αυθόρμητα οργανωμένη συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την καταστροφή στην Πάρνηθα. Η συγκέντρωση δεν ήταν μεγάλη. Ασφαλώς και η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ θα κάνουν σύντομα μεγαλύτερες, πολύ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα. Είχε όμως τρία χαρακτηριστικά που ίσως όχι σε αυτές τις πρώτες εκλογές, αλλά από εδώ και πέρα μπορεί να σφραγίσουν τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται και τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πολιτική από εδώ και πέρα.

Το πρώτο είναι η αυτοοργάνωση. Δεν κινητοποιήθηκαν τοπικές, δεν πληρώθηκαν χρήματα, δεν υπήρχε καν ένας οργανισμός όπως αυτός του Αλ Γκορ για να οργανώσει φαντασμαγορικά θεάματα σαν το Live Earth. Ήταν απλώς ένα ξεχείλισμα καταπιεσμένης οργής, την ώρα που οι περισσότεροι επέστρεφαν από το weekend στο εξοχικό – πιθανότατα σε καταπατημένο δασικό οικόπεδο. Οι περισσότεροι, αλλά τώρα πια όχι όλοι.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ανάδειξη της νέας τεχνολογίας για πρώτη φορά από όσο θυμάμαι σε μηχανισμό πολιτικής κινητοποίησης. Blog, SMS, e-mail – λέξεις που, για να λέμε την αλήθεια, αν λένε την αλήθεια οι αριθμοί, δεν έχουν περιεχόμενο για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, αποκτούν σε συγκεκριμένο κοινό (στις πόλεις και τους νέους κυρίως, αλλά όχι μόνο) μια δυναμική που υπερβαίνει τον τεχνικό τους χαρακτήρα. Γίνονται φορείς πολιτικής.

Και το τρίτο είναι η έκφραση μιας γενικευόμενης λαϊκής δυσπιστίας, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες, για το πολιτικό σύστημα και την ικανότητά του να ανταποκρίνεται στη δική τους ιεράρχηση των προκλήσεων για την ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για μια κρίση νομιμοποίησης με μέλλον.

Friday, July 6, 2007

Υπερασπίζοντας το αδύνατο

Παρασκευή 6 Ιουλίου – και μερικές φορές απορώ με την άρνηση της πραγματικότητας.

Από το βράδυ της περασμένης Δευτέρας, όταν ο κ. Καραμανλής εμφανίστηκε στη Βουλή και έδειξε το διευθυντή του ΠΑΣΟΚ Γιάννη Παπακωνσταντίνου, οι πάντες ήξεραν ποια θα ήταν η κατάληξη. Πρώτον, γιατί θεωρούσαν αδύνατον ο Πρωθυπουργός να μιλά εξατομικευμένα για ένα πολιτικό στέλεχος και μάλιστα μη εκλεγμένο, εάν δεν είχε ένα φάκελλο στα χέρια του (και ίσως άλλον έναν στο συρτάρι) για να στηρίξει –δεν λέω από ποινική, που αυτό μένει να αποδειχθεί- αλλά πάντως από πολιτική άποψη την καταγγελία του. Και, δεύτερον, γιατί η απάντηση του κ. Παπακωνσταντίνου εκείνο το ίδιο βράδυ έδινε ένα αναιμικό στίγμα που ήταν παραπάνω από προφανές ότι δεν επρόκειτο να αντέξει σε μια στοχοποίηση που είχε πίσω επαρκή προεργασία ώστε να την αναλαμβάνει προσωπικά ο κ. Καραμανλής.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι τόσο γιατί παραιτήθηκε ο κ. Παπακωνσταντίνου, αλλά γιατί παραιτήθηκε ΧΘΕΣ, γιατί καθυστέρησε επί τρεις μέρες, πώς η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ πίστεψε ότι θα μπορούσε ίσως να τη γλιτώσει, πώς αισθάνονται σήμερα τα στελέχη που νομιμοφρόνως εκτέθηκαν στη γραμμή υποστήριξής του αυτό το τριήμερο.

Δεν είναι μοναδική περίπτωση. Στο ξεκίνημα κιόλας της υπόθεσης των ομολόγων είχε φανεί ξεκάθαρα πως ο Σάββας Τσιτουρίδης δεν επρόκειτο σε καμμία περίπτωση να αποφύγει το μοιραίο. Περνούσε φάσεις παροξυσμού και ύφεσης, μετά η πληγή υποτροπίαζε με νέες αποκαλύψεις, αλλά από πολιτική άποψη ο κ. Τσιτουρίδης ήταν κλινικά νεκρός στο υπουργείο του, παρά τις προσπάθειες ανάνηψης από το επιτελείο Αλογοσκούφη. Από τη στιγμή που καταδείχθηκε με στοιχεία πως ο Ευγένιος Παπαδόπουλος, το δεξί του χέρι, γνώριζε για τις επενδύσεις των ταμείων, από τη στιγμή που αποδείχθηκε πως τα ταμεία αγόραζαν όλα μαζί, κι από τη στιγμή που ο κ. Τσιτουρίδης δεν έδιωξε πάραυτα τον κ. Ευγένιο, όλα είχαν προδιαγραφεί.

Κι όμως. Ο κ. Τσιτουρίδης απομακρύνθηκε περίπου δυο μήνες αργότερα, με γιγάντωση του πολιτικού κόστους από την αμφιταλάντευση και την απέλπιδα προσπάθεια στήριξής του, την οποία χρεώθηκε σύσσωμη η κυβέρνηση. Πώς είναι δυνατόν το ίδιο επιτελείο που με τόση επιτυχία οργανώνει την επίθεση κατά Παπακωνσταντίνου, πώς ο ίδιος Πρωθυπουργός που δείχνει εξαιρετική αποτελεσματικότητα στην κοινοβουλευτική του παρουσία και πολιτικό τάλαντο, να μην έχουν συνειδητοποιήσει το αδύνατο που όλοι οι άλλοι (αντίπαλοι και συμπαραταξιώτες) είχαν διακρίνει από την πρώτη στιγμή;

Έχω την εντύπωση ότι δεν πρόκειται για πολιτικές αβλεψίες. Ότι ο δισταγμός και η αμφιβολία, η επιθυμία να αναληφθούν αδύνατα εγχειρήματα στις περιπτώσεις όπου βάλλονται πολιτικοί και προσωπικοί συνεργάτες, υπουργοί και επιτελείς, πηγαίνει πέρα από την πολιτική λογική και έχει περισσότερο ψυχολογική ερμηνεία. Οι αρχηγοί με το που βλέπουν να χτυπιέται ένα πρόσωπο που συνδέεται μαζί τους αισθάνονται αμέσως ότι στόχος είναι οι ίδιοι (που πιθανότατα είναι σωστό). Αισθάνονται επίσης ότι είναι άτρωτοι, ότι μπορούν να αλλάξουν τα πάντα – ακόμη και το πολιτικά αναπόφευκτο. Αρνούνται να δεχθούν την ανάγκη συμβιβασμού με την πραγματικότητα. Το ρεφλέξ αυτό είναι το πρώτο σύμπτωμα της εξουσίας και της αρχηγίας. Στη χρόνια μορφή του οδηγεί σε εκλογικές αναμετρήσεις στον τύπο της προσωπικής μονομαχίας. Ραντεβού το Σεπτέμβρη, δηλαδή…

Thursday, July 5, 2007

Οι φρουροί της Αχαϊας (και άλλων εκλογικών περιφερειών)

Πέμπτη 5 Ιουλίου – και στην αρχή μου έκανε εντύπωση. Προχτές στην τηλεόραση παίχτηκε ένα ακόμη από τα γνωστά βίντεο γκέημ της Ελληνικής Αστυνομίας, όπου ο ένας πραίτωρ μαγνητοσκοπεί με το κινητό, ενώ το γκέιμ είναι ποιος θα ρίξει τις περισσότερες κατραπακιές στον συλληφθέντα βρωμο-Αλβανό, οιασδήποτε καταγωγής. Για τα βίντεο και τους παίκτες, τους σκηνοθέτες και την Αστυνομία, τα έχουμε πει επαρκώς.

Το τελευταίο έργο ήταν multi-player. Έπαιζαν έξι πρόσωπα που ζητούσαν συγγραφέα για φάπες. Αποδείχθηκε γρήγορα πως δύο από αυτά τα πρόσωπα, τους ένστολους φύλακες του νόμου και της τάξεως, είχαν τιμηθεί με θέσεις ειδικής ευθύνης και ειδικών προνομίων από την υπηρεσία τους. Υπηρετούσαν στη φρουρά πολιτικών προσώπων. Ούτε αυτό μας άφησε ενεούς. Από εδώ και πέρα, όμως, έμεινα πραγματικά κατάπληκτος.

Ο υφυπουργός Γιώργος Κωνσταντόπουλος και η πρώην υπουργός Βάσω Παπανδρέου είναι οι δύο πολιτικοί που είχαν φυντάνι στη φρουρά τους. Και οι δύο έκαναν δηλώσεις σε τόνο απολογητικό. Γιατί; Γιατί να αισθάνεται ένας πολιτικός την υποχρέωση να απολογηθεί, να δώσει εξηγήσεις και να διακηρύξει πως δεν έχει σχέση με ένα πειθαρχικό παράπτωμα, ή έστω και μια εγκληματική συμπεριφορά, ενός αστυνομικού που έτυχε να του έχει ανατεθεί η φύλαξή του; Και οι δύο κάλεσαν τους πρωταγωνιστές του βίντεο και τους ζήτησαν εξηγήσεις. Μετέφεραν μάλιστα τις εξηγήσεις και στην κοινή γνώμη για να μην ανησυχεί. Και ζήτησαν να απομακρυθούν από την προσωπική φρουρά μέχρι να διαλευκανθεί η υπόθεση.

Σας φαίνεται φυσιολογικό; Τι δουλειά έχει ένας υπουργός να κάνει πειθαρχική έρευνα; Με ποια αρμοδιότητα ζήτησαν τις εξηγήσεις; Δηλαδή εάν τους είχαν πείσει τι θα έκαναν; Θα παρείχαν κάλυψη; Και έναντι τίνος; Των πειθαρχικών οργάνων της Αστυνομίας ή έναντι της Δικαιοσύνης; Γιατί κανείς δεν παραξενεύεται; Γιατί αντιθέτως θεωρούσαν όλοι υποχρέωση και του κ. Κωνσταντόπουλου και της κας Παπανδρέου να απαντήσουν για λογαριασμό των φρουρών τους;

Το μυστικό είναι κοινό. Οι φρουροί δεν "έτυχε" να υπηρετούν σε αυτά τα πόστα. Οι θέσεις φρουράς στους πολιτικούς είναι ένα θεσμικό ρουσφέτι. Αναγνωρισμένο και αποδεκτό από όλους. Ο πολιτικός δεν δικαιούται απλώς φρούρησης, επειδή κατά τεκμήριον αποτελεί δυνητικό στόχο τρομοκρατών. Δικαιούται και να επιλέγει τους φρουρούς του. Δεν είναι ζήτημα προσωπικής εμπιστοσύνης, διότι θεωρητικώς του αναθέτει την ασφάλεια της ζωής του - και τα λοιπά... Πολύ συχνά, όπως όλοι γνωρίζουν, οι βουλευτές της επαρχίας για παράδειγμα βρίσκονται στην Αθήνα και ο φρουρός, ο οποίος συνήθως συμβαίνει να προέρχεται από μεγάλη οικογένεια με πολλές ψήφους, αερίζεται στο καφενείο της κεντρικής πλατείας. Ο φρουρός δεν είναι δικαίωμα του πολιτικού, δεν είναι ούτε υποχρέωση της πολιτείας. Ο φρουρός είναι προνόμιο, του οποίου ο νομέας έχει τη δυνατότητα να κάνει οποιαδήποτε χρήση προτιμά, εν λευκώ και χωρίς έλεγχο.

Με αυτή την κοινή αποδοχή και συνενοχή, ο πολιτικός αναδέχεται πως ο φρουρός του συνιστά προσωπική επιλογή, με τη μορφή που έχει, ας πούμε, ένας πολιτικός συνεργάτης σε μετακλητή θέση. Δεν έχει δικαίωμα απόρριψης, αλλά δικαίωμα επιλογής. Η αστυνομία απλώς εκτελεί – και όλα βαίνουν καλώς, όλοι έχουν βολευτεί, πολύ περισσότεροι από τους 300 που ίσως υποψιάζεστε. Η έκταση της ασφάλειας που προσφέρουν αυτοί οι φρουροί του ρουσφετιού αποδεικνύεται από τις τακτικότατες επιθέσεις που δέχεται ένας πρώην (αλλά και κατά τη θητεία του) υπουργός Δημόσιας Τάξης. Και, φυσικά, ποτέ κανείς ομόλογός του, ούτε ο ίδιος, θέλησε να αναλάβει την ευθύνη να κόψει το συναινετικό ρουσφέτι και να παράσχει όση ασφάλεια τελοσπάντων μπορεί να δώσει αυτό που έχουμε για Ελληνική Αστυνομία.

Wednesday, July 4, 2007

Η κοινωνία των πολιτών πάει στα καμμένα

Τετάρτη 4 Ιουλίου – και το ζήτημα τώρα στην Πάρνηθα είναι ποιος θα αναλάβει την αναδάσωση, αν πρόκειται να γίνει, αν μπορεί να γίνει.

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια σειρά από μέτρα. Δεν αμφισβητώ ούτε στο ελάχιστο ότι ένας Πρωθυπουργός και μια κυβέρνηση έχουν το ίδιο πικρό συναίσθημα με τους πολίτες μπροστά στο καμμένο δάσος, την ίδια επιθυμία να αποκατασταθεί το φυσικό περιβάλλον. Δεν αμφισβητώ επίσης ότι και στο παρελθόν οι κυβερνήσεις είχαν κάθε καλή πρόθεση να κάνουν ό,τι έπρεπε για να επανέλθουν οι πυρπολημένες εκτάσεις στην αρχική τους μορφή, στο μέτρο που αυτό ήταν δυνατόν. Αλλά όλοι ξέρουμε ότι αυτό δεν συνέβη. Όλοι ξέρουμε ότι αυτό που συνέβη ήταν πως στη χώρα του ενός εκατομμυρίου αυθαιρέτων η αναμέτρηση ανάμεσα στον πολίτη, φυσιολάτρη και αγνό φίλο του περιβάλλοντος από τη μία και τον διεφθαρμένο και διαφθείροντα καταπατητή και αυθαιρετούχο από την άλλη είναι μια μάχη άνιση.

Το συντονισμό των κυβερνητικών ενεργειών για την προστασία των δασών και την αναβίωση του εθνικού δρυμού της Πάρνηθας (αν γίνετα…) ανέλαβε ο Γιώργος Σουφλιάς. Είναι προφανές πως πρόκειται για ένα κορυφαίο στέλεχος, με ειδικό βάρος και κανείς δεν θα διενοείτο πως θα δείξει αδιαφορία ή αμέλεια ή έλλειψη ικανοτήτων. Δεν μπορώ όμως ούτε να προσωποποιήσω τέτοιες ευθύνες σε ανθρώπους που κατά το παρελθόν ανέλαβαν ή συμμετείχαν σε αντίστοιχες προσπάθειες.

Το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο. Το σύστημα στο οποίο αναγκαστικά θα στηριχθεί ο κ. Σουφλιάς, με τη λογική που οργανώνεται η απάντηση του κράτους στη φυσική καταστροφή της Πάρνηθας, είναι το κρατικό σύστημα, ο κρατικός μηχανισμός. Και αυτός ο μηχανισμός έχει αποδείξει σε βάθος χρόνου και σε πλείστες όσες περιπτώσεις πως είναι και ανίκανος να προστατεύσει τα καμμένα από τους οικοπεδοφάγους και να εγγυηθεί πως θα πληρώσουν όταν εντοπίζονται. Αντιθέτως: είναι ο μηχανισμός που με τη διάτρητη οργάνωση και τη διαφθορά του συγκροτεί την αντικειμενική βάση –μαζί με τη φωτιά- για να υπάρχουν οικοπεδοφάγοι και καταπατητές.

Σε ποιους άραγε θα στηριχθεί ο κ. Σουφλιάς ή κάποια στιγμή ο διάδοχός του, έτσι όπως οργανώνεται η απάντηση στην καταστροφή; Στο δασαρχείο; Αυτό που δεν έχει δασικούς χάρτες; Σε αυτό που όμοιά του έχουν εκδώσει κατά καιρούς όλους τους τίτλους αποχαρακτηρισμού που νομιμοποιούν τις καταπατήσεις; Σε ποιόν; Στην πολεοδομία; Στους τοπικούς άρχοντες, που συχνά είναι αν όχι αυτοπροσώπως πάντως οι πρώτοι σύμμαχοι των ιδιοτελών συμφερόντων που ανθίζουν στις καμμένες εκτάσεις; Σε ποιόν;

Λοιπόν, αυτός ο κάποιος νομίζω ότι υπάρχει. Ακούω σε κάθε επικοινωνιακή ευκαιρία πολιτικούς παράγοντες να λιβανίζουν την περίφημη κοινωνία των πολιτών. Πούν’τη τώρα που χρειάζεται; Έχει κανείς διάθεση να της μιλήσει; Υπάρχει πλήθος οικολογικών οργανώσεων, με συγκρότηση, υποδομή και ένα καταγεγραμμένο παρελθόν δράσεων. Με εθελοντές και στελέχη. Υπάρχουν επίσης φυσιολατρικές οργανώσεις που ασχολούνταν ειδικά με το δάσος της Πάρνηθας. Αυτοί και μόνο αυτοί μπορούν να είναι οι εγγυητές πως ό,τι ειπωθεί δεν θα μείνει γράμμα κενό, πως όσοι δεσμεύονται σήμερα δεν θα μπορούν αύριο να ξεχάσουν ό,τι είπαν, πως δεν θα μπει κανείς με συρματοπλέγματα και πασσαλάκια στα καμμένα. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν και θέλουν να συνεισφέρουν και να σώσουν.

Θα τους εμπιστευθεί κανείς, θα τους δώσει ρόλο και λόγο, ή θα μείνουμε πάλι στις δυνατότητες των κρατικών υπηρεσιών για τις οποίες αδιάψευστος μάρτυς κοιτάζει από απέναντι η Πεντέλη;

Tuesday, July 3, 2007

Στάχτη και μπούρμπερη

Τρίτη 3 Ιουλίου – στάχτη και μπούρμπερη στην Πάρνηθα, στάχτη και μπούρμπερη στη Βουλή. Η μάχη είναι πια άνευ ορίων, άνευ όρων. Και είναι φανερό πως η χώρα, ακόμη και το ίδιο το πολιτικό σύστημα, όσο δεν μπορεί να απαιτεί ισοπεδωτική συναίνεση μεταξύ των κομμάτων άλλο τόσο δεν μπορεί να αντέξει τέτοια ένταση της σύγκρουσης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Υπάρχει ένα ασφαλές συμπέρασμα που μπορεί κανείς να βγάλει από τη χθεσινοβραδινή συζήτηση στη Βουλή: οι κάλπες είναι πια κοντά.

Υπάρχει και ένα ακόμη συμπέρασμα. Ότι, με λύπη σήμερα θα διαπιστώσουν πολλοί, η οικονομία της οικογένειας που ήταν θεωρητικώς το αντικείμενο της συζήτησης δεν κέρδισε τίποτα, αλλά αυτό δεδομένων των συνθηκών ήταν μάλλον αναμενόμενο. Εξίσου όμως δεν κέρδισε τίποτα και η δασική προστασία – για να μην πω για τα ασφαλιστικά ταμεία και τη χρηστή διαχείριση.

Ξεκίνησε καλά. Στο εθνικό πένθος είμασταν όλοι εκεί. Ενός λεπτού μαζί. Μετά, φωτιά στα τόπια. Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά; Γαλάζια παιδιά, λέει για Πρινιωτάκηδες και Παπαμαρκάκηδες ο κ. Παπανδρέου. Πράσινα και καταπράσινα, λέει επί λέξει ο κ. Καραμανλής. Ο ένας είναι ανεύθυνος, ο άλλος είναι μοιραίος, στη μια παράταξη δεν έχουν τσίπα, στην άλλη πρέπει να ντρέπονται. Εκείνοι που αύριο μπορεί οι πολίτες να τους υποχρεώσουν να συνεργαστούν, εκείνοι που επαίρονται για τον εθνικό τους ρόλο. Και που επιζητούν τη συναίνεση.

Γαλάζια παιδιά, πράσινα παιδιά, μαύρα δέντρα. Ας υποθέσουμε πως ένας πολίτης, συγκινημένος από την τραγωδία που εκτυλίχθηκε στην Πάρνηθα, καθόταν χτες μπροστά στον τηλεοπτικό δέκτη για να δει τη συζήτηση των αρχηγών. Ποια συμπεράσματα θα έβγαζε; Έχω την ειλικρινή βεβαιότητα πως η πρόθεσή τους δεν είναι να αφήσουν τη χώρα στο έλεος των πυρκαγιών. Αλλά κέρδισε κάτι η δασοπροστασία; Βγήκε κάτι για τα δάση; Υπάρχει η προσδοκία πως θα είμαστε την επόμενη φορά καλύτερα προετοιμασμένοι; Αν, τελοσπάντων, έχουν μείνει δάση για να υπάρξει επόμενη φορά…

Εννιά μήνες ακόμη σε αυτό το μοτίβο θα κάνουν πολύ κακό για να το αντέξει η χώρα. Οι εκλογές, που μέχρι τώρα τις βλέπαμε ως βρόχο για την πολιτική ζωή, τώρα μοιάζουν με επικείμενη λύτρωση.

Monday, July 2, 2007

Όχι άλλη αυτοθυσία

Δευτέρα 2 Ιουλίου – και θα σας φανεί απροσδόκητο, αλλά θέλω να δείξω λίγη κατανόηση για τον κ. Βύρωνα Πολύδωρα. Τον ακούω από την Πέμπτη που κάηκε η Πάρνηθα και η γούνα του. Στο ίδιο ηρωικό, επικολυρικό μοτίβο, που είναι τόσο χαρακτηριστικό όχι μόνο της προσωπικής του συγκρότησης, αλλά και της πολιτικής του παρουσίας επί πολλά χρόνια. Ακούω τις εκφράσεις του και νομίζω είναι απολύτως ενδεικτικές του προβλήματος που οδήγησε στης Αττικής την ολόμαυρη ράχη. «Παλέψαμε καλά», έλεγε για να δώσει κουράγιο στους καταπονημένους και καταπτοημένους πυροσβέστες ο υπουργός τους. Έτσι το βλέπει ο άνθρωπος: μια προσωπική μάχη -δική του και του καθενός- με τις φλόγες, μια αναμέτρηση στα μαρμαρένια (ή τα καμμένα) αλώνια.

Επαίνεσε επίσης τον ηρωισμό των πυροσβεστών. Την αυτοθυσία που επέδειξαν. Πολύ σωστά. Μόνο που ο ηρωισμός και η αυτοθυσία –όσο και να αναπτερώνουν το ηθικό- στην πράξη δεν κάνουν πολλά πράγματα. Αποτυπώνουν όμως το πώς βλέπει ο υπουργός, και φοβάμαι πια και οι πυροσβέστες, το έργο τους. Ως έναν άθλο, μια ατομική πρόκληση, ένα μικρό ιδιωτικό έπος στις φλεγόμενες βουνοπλαγιές. Ο ηρωισμός και η αυτοθυσία δεν είναι η λύση. Είναι το πρόβλημα.

Πριν από ακριβώς 55 χρόνια, σαν σήμερα, Ιούλιο του 1952, είχε γίνει στη Φινλανδία ένας ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα στις εθνικές ομάδες της Ελλάδας και της Δανίας. Είχε αναδείξει ένα μύθο του ελληνικού ποδοσφαίρου – τον τερματοφύλακα Νίκο Πεντζαρόπουλο. Έμεινε στις χρυσές δέλτους της κακομοίρικης Ελλάδας που έβγαινε μόλις από τον εμφύλιο ως ο «ήρωας του Τάμπερε» - της φινλανδικής πόλης όπου έγινε το ματς. Σελίδες επί σελίδων έχουν γραφτεί για εκείνη την εμφάνισή του, για τις εκπληκτικές, τις άνευ προηγουμένου, τις σωτήριες και ό,τι άλλο θέλετε αποκρούσεις του. Όλοι θυμούνται τον Πεντζαρόπουλο – κανείς δεν θυμάται το σκορ: είχαμε χάσει 2-1. Την ίδια χρονιά είχε υπερασπιστεί με απαράμιλλο θάρρος την ελληνική εστία στις ήττες μας με τη δεύτερη ομάδα της Γαλλίας και τη δεύτερη της Ιταλίας – γιατί οι πρώτοι τους δεν καταδέχονταν καν να παίξουν μαζί μας. Μισό αιώνα αργότερα, η Ελλάδα κατέκτησε το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Χωρίς τιτάνα. Χωρίς ημίθεο. Χωρίς πρωταγωνιστή. Χωρίς ηρωικούς παίκτες και χωρίς ηρωικούς πυροσβέστες. Είχε απλώς καλούς επαγγελματίες που έσβηναν τις φωτιές στην άμυνα πριν φτάσουν στο Νικοπολίδη.

Δεν χρειαζόμαστε περισσότερο ηρωισμό, ούτε περισσότερη αυτοθυσία από τους πυροσβέστες μας. Χρειαζόμαστε να μην έχουμε ανάγκη τη συγκινητική τους, πράγματι, αυταπάρνηση. Όπως για να ξαναγίνει δάσος η Πάρνηθα, δεν χρειαζόμαστε δακρύβρεκτες διακηρύξεις. Χρειαζόμαστε πρακτικά μέτρα. Οι καταπατήσεις δεν είναι η μόνη απειλή και ακόμη και χωρίς αυτές δεν είναι βέβαιο πως η αναδάσωση είναι εφικτή. Αλλά με καταπατητές είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξει.

Οι αεροφωτογραφήσεις όντως ανακοινώθηκε ότι θα γίνουν. Και κάτι ακόμη. Μια παλιά πρόταση –νομίζω πρόταση Μητσοτάκη εκείνες τις εποχές που καιγόταν κάθε καλοκαίρι όλη η χώρα: ό,τι καίγεται, με αεροφωτογραφίες και συντεταγμένες, για 50 (ή και παραπάνω) χρόνια εκτός εμπορικών συναλλαγών. Είναι εύκολο, είναι άμεσο, ακούγεται αποτελεσματικό. Ακόμη κι αν για κάποιο λόγο δεν εφαρμοστεί παντού, για την Πάρνηθα (αλλά και το Πήλιο) είναι μια κίνηση σωτηρίας.